Ποδήλατο – ιστορίες

Ξημέρωσε περίπου ενάμιση ώρα προηγουμένως . Ήμουν βάρδια τη νύκτα που μας πέρασε και επιτέλους σχόλασα . Καβάλησα το ποδήλατο μου για να διανύσω δώδεκα περίπου χιλιόμετρα,  τόσα όσα η απόσταση σπίτι δουλειάς.  Δεν συνηθίζω να πηγαινοέρχομαι στην δουλειά  με το ποδήλατο πολύ συχνά , κάθε Ανοίξει όμως κάνω φιλότιμη προσπάθεια μέχρι να σφίξουν οι ζέσταις του καλοκαιριού και να βολευτώ στην άνεση του κλιματιζόμενου αυτοκινήτου μου. Μικρότερη προσπάθεια καταβάλλω και το φθινόπωρο.

Σύντομη η διαδρομή από την δουλειά στο σπίτι , με γρήγορο ρυθμό διανύω την απόσταση σε μισή ώρα (ώση θέλω να πάω και με το αυτοκίνητο μου μέσα από την συμφόρηση των δρόμων της πρωτεύουσας)
Ευτυχώς κινούμε σε περιοχή που υπάρχουν και (λίγοι) ποδηλατοδρόμοι έτσι  μπορώ να πω πως κινούμε με ασφάλεια.

Κρατούσα  με τα δόντια ένα πολύ ευωδιαστό τριαντάφυλλο από αυτά που κάνουν το ροδόσταγμα (νομίζω), μου το είχε δώσει λίγο πριν σχολάσω η καθαρίστρια λέγοντας μου  «να το μυρίζεις στο δρόμο»

Όταν είσαι πάνω στο ποδήλατο παρατηρείς καλύτερα τους οδηγούς και τους επιβάτες των αυτοκινήτων. Μικρά μωρά στα πίσω καθίσματα να κοιμούνται,  μια πενηντάρα εκμεταλλεύτηκε το κόκκινο φανάρι  και προσπαθούσε να Βάλη καργιών στα χείλι της  , δεν πρόλαβε να το «στρώση» και της κόρναρε ο οδηγός από πίσω. (άναψε πράσινο) .
Λίγο παρακάτω ένα «έξυπνος» με κουστούμι και γραβάτα  κυριολεκτικά με καφέ και εφημερίδα και με τσιγάρο στο χέρι κρατούσε το τιμόνι με τα γόνατα του.
Ποδηλατούσα πάνω  στο πεζοδρόμιο αφού στο συγκεκριμένο σημείο δεν είχε ποδηλατοδρόμο με ταχύτητα και παρατηρούσα τα αυτοκίνητα που πήγαιναν σημεΙωτό  οπόταν βλέπω ξαφνικά μπροστά μου μια πινακίδα της τροχαίας φυτρωμένη στη μέση του πεζοδρομίου   να «έρχεται»  πάνω μου  , έκανα απότομα δεξιά το τιμόνι  και βρέθηκα στον δρόμο, με προσπέρασε ένα αυτοκίνητο με οδηγό μια κύρια και άναψε τα φώτα κινδύνου ανοίγοντας το παράθυρο του συνοδηγού για να μου πει κάτι. Δεν σταμάτησα, της ένεψα με το χέρι ένα συγγνώμη και προχώρησα αλλά δεν ικανοποιήθηκε , με πλεύρισε και μου είπε «τρελός είσαι παιδάκι μου θα σκοτωθείς έτσι όπως οδηγάς»   δεν της απάντησα, ένιωθα  πολύ όμορφα και πως ήμουν σε πλεονεκτική θέση   καθώς μου χτυπούσε το  πρωινό αεράκι και έβλεπα τους αχομένους οδηγούς και επιβάτες στριμωγμένους στα αυτοκίνητα.  Η κυρία ήταν για αρκετή ώρα μια μπροστά μου και όταν έπεφτε σε κίνηση  και την προσπερνούσα  πίσω μου. Σε ένα από τα επόμενα φανάρια τις τροχαίας στάθηκα δίπλα της και ζήτησα να ανοίξει  το παράθυρο «απολογούμαι αν σας τρόμαξα νωρίτερα» της είπα. «Δεν χρειάζεται να μου απολογηθείς αλλά να προσέχεις» μου απάντησε. Σκέφτηκα να της δώσω το τριαντάφυλλο που κρατούσα στο στόμα αλλά δεν μπόρεσα να αποχωριστώ την ευωδία του.
Στο μπροστινό αυτοκίνητο μια άλλη κυρία προσπαθούσε βλέποντας το καθρεφτάκι τις να μακιγιαριστεί, στο κάθισμα του συνοδηγού  της ήταν απλωμένα όλα τα σύνεργα, σκιές μολύβια, πινέλα…

Όλα αυτά στον δρόμο από την δουλειά στο σπίτι μα λίγο πριν στρίψω αριστερά για να βγω από την λεωφόρο και να μπω στην γειτονιά μου, έξω από το  τοπικό γραφείο εξευρέσεως εργασίας καμιά τριανταριά άνθρωποι περίμεναν με κάμποσα χαρτιά στα χέρια να ανοίξουν οι πόρτες του γραφείου για να ψάξουν για δουλειά…

Κώστας Πατίνιος

Λίγο πριν κοιμηθώ. (Μεσάνυκτα και κάτι)

Σήμερα παρόλο που το μυαλό μου είναι γεμάτο με σκόρπιες σκέψεις  , παρόλο που περίμενα να βραδιάσει να περάσω την γνωστή σε όλους τους οικογενειάρχες διαδικασία μέχρι να κοιμηθούν τα μωρά και να κάτσω να  αδειάσω την σκέψη μου σε μια «κόλλα» από λευκό ηλεκτρονικό  χαρτί τελικά  δεν μου έβγαινε , σαν να βαριόμουν να γράψω οτιδήποτε . Όχι πως με υποχρέωνε κανείς να κάτσω να γράψω κάτι αλλά αυτή η διαδικασία γινόταν για χρόνια τώρα και είναι  σαν να αποθέτη ο στρατιώτης το όπλο του και της εξαρτήσεις του μετά τη σκοπιά και πηγαίνει ανάλαφρος για ξεκούραση, ήταν σαν να στύβεις ένα σφουγγάρι για να είναι έτυμο και πάλη να ρόφηση ότι βρεθεί στον δρόμο του.
Καθόμουν και έβλεπα για αρκετή ώρα την άδεια «κόλλα» και έβρισκα διάφορες  δικαιολογίες για να μην βάζω τα δάκτυλα μου στα πλήκτρα του υπολογιστή.

Ξαφνικά πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη , πόσες και πόσες φορές πριν πάω να τρέξω δεν βαριόμουν αλλά πάντα μα πάντα όταν ξεκινούσα να τρέξω τα πόδια μου έβρισκαν από μόνα τους τον δρόμο την δύναμη και το κέφι για να με κάνουν να νιώσω ζωντανός για άλλη μια μέρα.
έτσι ξεκίνησα να γράφω , το μυαλό σιγά σιγά απελευθέρωσε τα δάκτυλα και στη «λευκή» ηλεκτρονική κόλλα άρχισαν να ξεπετάγονται γράμματα που κρατούσαν χέρι χερι , λες και χόρευαν σε ρυθμό καλαματιανό σχηματίζοντας προτάσεις.

Το τρέξιμο το θεωρώ τόσο αυτονόητο που αναρτιόμουνα «μα είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος στη γη που να μην του αρέσει να τρέχει»
θυμήθηκα και χαμογελώ με το πόσο ηλίθιος μπορεί να φαίνομε μερικές φορές με της «εμμονές» μου σε ότι έχει να κάνει με το τρέξιμο.

Όταν γνωρίζω έναν άνθρωπο στης πρώτες μας συναντήσεις βολιδοσκοπώ αν του αρέσει η γυμναστική και ιδικά το τρέξιμο. Δεν θα ξεχάσω την αμηχανία που ένιωσα όταν ρωτούσα λίγο επίμονα μια νέα συνάδελφο αν της αρέσει το τρέξιμο . Σηκώθηκε από την καρέκλα και με το χέρι της δείχνοντας μου το κορμί της(θα είχε καμιά εικοσάρια περίσσια κιλά) μου λέει «βλέπεις αυτό το κορμί να κάνει για τρέξιμο, η μας κοροϊδεύεις»

Η σκέψη αυτού του περιστατικού με έκανε να χαλάρωσα και είμαι έτυμος για να πάω να ξαπλώσω.
 Καληνύχτα (η και καλημέρα )

Το αστέρι και το αγγελάκι

- Μαμά, ξύπνα, ξημέρωσε! Μου υποσχέθηκες να στολίσουμε το δέντρο σήμερα.

Τα λόγια της τετράχρονη κόρης ξύπνησαν τη μητέρα και τον πατέρα της. Ήταν η τελευταία Κυριακή του Νοέμβρη και από την περασμένη Παρασκευή η μητέρα υποσχέθηκε στη Νανά ότι θα στόλιζαν μαζί το δέντρο.

Μετά από το πρωινό πατέρας και γιος έφυγαν για την καθιερωμένη Κυριακάτικη βόλτα τους με τα ποδήλατα στο πάρκο της γειτονίας. Προτού φύγουν, έφεραν από την αποθήκη τα σκονισμένα κασόνια που περιείχαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα στολίδια και βοήθησαν στο στήσιμο του δυο μέτρων και δέκα εκατοστών δέντρου.
Το δέντρο καμάρωνε  σε μια γωνιά δίπλα από ένα μακρόστενο παράθυρο. Μητέρα και κόρη έπιασαν αμέσως δουλειά. Άνοιξαν προσεκτικά τα χάρτινα κουτιά και με ένα πανί καθάρισαν τα στολίδια από τη σκόνη, κάνοντάς τα να μοιάζουν με καινούρια.

- Πρώτα βάζουμε τα λαμπάκια στο δέντρο, είπε η μητέρα καθώς τα περνούσε  μέσα από τα κλαδιά.

Η μικρή Νανά καθόταν στο ξύλινο πάτωμα και περιεργαζόταν τα στολίδια. Από όλα όσα περιείχαν τα χαρτοκιβώτια στάθηκε σ’ ένα μικρό γυάλινο αγγελάκι και σ’ ένα μεγάλο αστέρι, που βρίσκονταν μαζί σ’ ένα μικρό κουτάκι. Πέρασαν αγκαλιά όλο το χρόνο στο σκοτεινό «σπίτι» τους, από τα μέσα του περασμένου Γενάρη μέχρι σήμερα που ξαναβγήκαν στο φως.
  
Μπαλίτσες κόκκινες, χρυσές, ασημιές, ακόμα και διάφανες, μικρές ξύλινες φάτνες, ένας Άγιος Βασίλης, χριστουγεννιάτικες κάλτσες, καρουζέλ, χιονόμπαλες, κορδέλες από ύφασμα, μικρά πήλινα ξωτικά, όλα πήραν τη θέση τους στο δέντρο.

Για το τέλος έμειναν τα δυο στολίδια που κρατούσε η μικρή Νανά. Η μητέρα πήρε από τα χέρια της το μικρό γυάλινο αγγελάκι και το έβαλε κάπου στη μέση του δέντρου. Μετά, αφού έφερε μια καρέκλα από την κουζίνα, πήρε το αστέρι και το έβαλε στην κορυφή.

- Τελειώσαμε. Ωραίο δεν είναι; τη ρώτησε η μητέρα της.

- Όχι, είπε η Νανά. Τον άγγελο θέλω να τον βάλεις διπλά από το αστέρι. Τους θέλω μαζί.

- Μα δεν γίνεται. Στην κορυφή μπαίνει μόνο το αστέρι.

- Ε τότε, δεν μου αρέσει, είπε η Νανά.

-Έλα άναψε τα λαμπάκια να δεις τι ωραίο που θα είναι, προσπάθησε να την καλοπιάσει η μητέρα της.

- Όχι, δεν μου αρέσει, είπε και κατεβάζοντας τα μουτράκια της, έφυγε από το σαλόνι. Κάθισε σε μια γωνιά της κουζίνας και κουνώντας μια ελαττωματική  χιονόμπαλα, που της έλειπε το σχοινάκι και δεν μπόρεσε η μαμά να την κρεμάσει, παρατηρούσε το μαγευτικό χιονισμένο τοπίο.

Λίγη ώρα μετά επέστεψαν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Η Νανά έτρεξε και  είπε το παράπονό της στον πατέρα της. Αυτός την πήρε από το χέρι και πήγανε στο σαλόνι.

Η Νανά χαμογέλασε.

- Μπαμπά, ο Άγγελος πήγε και βρήκε το αστέρι του. Πριν λίγο ήταν εδώ χαμηλά και τώρα, κοίτα, βρέθηκε δίπλα στο αστέρι.

- Ειδές, μικρή μου, ο άγγελός σου λυπήθηκε που έχασε το αστέρι του, σκαρφάλωσε από τα κλαδιά και ανέβηκε ψηλά για να το συναντήσει.

Στην κουβέντα μπήκε και η μητέρα, για να προσθέσει κλείνοντας το μάτι στον πατέρα της μικρής.

- Είχε και ένα λόγο παραπάνω, γιατί στους αγγέλους αρέσει να βλέπουν χαρούμενες παιδικές φατσούλες, ειδικά τώρα που έρχονται Χριστούγεννα…

Κώστας Πατίνιος

Το δάσος των αρπαχτικών

Αλεξανδρούπολη, ώρα εννέα το πρωί, δεκαέξι Αύγουστου, θερμοκρασία τριάντα τέσσερις βαθμοί κελσίου. Επιβιβάζομαι μόνος στο τρένο με προορισμό το δάσος της Δαδιάς, τo δάσος όπου φιλοξενεί τριάντα έξι από τα τριάντα οκτώ είδη αρπαχτικών πουλιών που κατοικούν στην Ευρώπη. Επιβιβαζόμενος στο τρένο, έκανα το συλλογισμό να φύγω από τη ζούγκλα των αρπαχτικών ανθρώπων και να πάω να δω το δάσος των αρπαχτικών πουλιών. Κάτι, όμως, δεν μου άρεσε σε αυτόν το συλλογισμό… Μου μύρισε θάνατος και το θάνατο δεν τον αποδέχεται εύκολα το μυαλό μου. Συμβιβάστηκα, γιατί έκανα ακόμα ένα συλλογισμό ότι τα αρπαχτικά σκοτώνουν για να επιβιώσουν. Έπειτα με τραβούσε και το δαδί που σιγόκαιγε (λεπτό κομματάκι από πεύκο) και χρησιμοποιούσαν για προσάναμμα στη φωτιά οι κάτοικοι. Όπως διάβασα, από εκεί πήρε το όνομα και το χωριό Δαδιά.

Λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αλεξανδρούπολη σε μια στάση έξω από ένα χωριό, κοντά στο Δέλτα του Εύρου, στο συρμό που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, παρατήρησα ένστολους που έμοιαζαν με στρατιώτες να σέρνουν σαν ζώα, που τα πάνε στη σφαγή, πέντε-έξι ενήλικες και άλλα τόσα παιδία.

Ρώτησα ένα φαλακρό συνομήλικό μου που καθόταν στην μπροστινή θέση τι γινόταν.

- Συνοροφύλακες είναι και έπιασαν λαθρομετανάστες.

- Γιατί τους σέρνουν έτσι;

- Επειδή φορούν στολή, έχουν εξουσία και κρατούν όπλα. Χωρίς αυτά είναι σκουλήκια οι αλήτες.

Ομολογώ πως μου άρεσε η απάντηση που έλαβα, αλλά δεν άρεσε στον κύριο που καθόταν στην πίσω θέση. Μπήκε στη συζήτηση προτού προλάβω να ανοίξω το στόμα μου.

- Καλά τους κάνουν. Έρχονται και παίρνουν τις δουλειές μας και εμείς μένουμε άνεργοι.

- Πάππου, δεν μίλησα για τους παράνομους μετανάστες, αν καλώς ή κακώς έρχονται,  αλλά για τον τρόπο με τον οποίο τους συμπεριφέρονται κάποιοι συμπολίτες μας.

Ο φαλακρός στην  μπροστινή θέση φαινόταν ενδιαφέρων άνθρωπος και αφού δεν καθόταν κανείς δίπλα του, πήγα και ρώτησα αν μπορώ να καθίσω.

- Ελεύθερα! Με λένε Θανάση.

- Μιχάλης, από Κύπρο. Κάνω διακοπές στα μέρη σας, πάω να δω το δάσος της Δαδιάς.

Πιάσαμε κουβέντα και βρήκαμε κοινή βάση για πολλά θέματα. Υπήρχε και καθυστέρηση στην αναχώρηση του τρένου, εξαιτίας του επεισοδίου με τους μετανάστες κι έτσι είχαμε μπόλικη ώρα.

Ενδιαφέρουσα η προσωπική του ιστορία. Σαράντα χρονών, χωρισμένος, χωρίς παιδιά, αφού με την πρώην γυναίκα του πίστευαν πως δεν άξιζε να κάνουν παιδιά που θα ζήσουν στο παρόν κοινωνικό περιβάλλον. Χώρισαν λίγους μήνες πριν, όταν ο Θανάσης τής ανέφερε με τον πιο φυσικό τρόπο πως ερωτεύτηκε μιαν άλλη γυναίκα που ήρθε στο μικρό ξενοδοχείο όπου δούλευε.

Στο τέλος, όταν τέλειωσαν οι διακοπές της «άλλης», έχασε και τα αυγά και το καλάθι. Τώρα προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια του γυρνώντας από εδω και από εκεί.

- Θα έρθω μαζί σου, αν δεν σε πειράζει. Θα σε ξεναγήσω, μου είπε και πρόσθεσε: «Μπήκα στο τρένο, για να πάω μια βόλτα, να χαζέψω τη διαδρομή μέχρι την Ορεστιάδα αλλά και το δάσος της Δαδιάς. Δεν με χαλά, καιρό έχει να πάω.»

Κατεβήκαμε λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό και με οτοστόπ φτάσαμε μέχρι το οικοτουριστικό κέντρο και από εκεί με τα πόδια, μέσα από μια πανέμορφη διαδρομή εντός του δάσους, στο παρατηρητήριο των πουλιών.

Μου έκανε εντύπωση ο μαυρογύπας. Απευθυνόμενος στο Θανάση που παρατηρούσε με τα κιάλια σιωπηλός, επιβλητικός, του λέω πως με το άνοιγμα των φτερών του, που φτάνουν τα τρία μέτρα, είναι σαν να λέει: «Εγώ είμαι ο βασιλιάς του ουρανού.»

Αναστέναξε και μου είπε:

- Ψάχνω ένα αρπαχτικό που νόμιζα, ως πριν λίγους μήνες, πως του μοιάζω αλλά τελικά έπεσα έξω.

- Πώς του μοιάζεις δηλαδή, στη μύτη; είπα αστειευόμενος, αφού ο Θανάσης είχε μια μεγάλη μύτη.

- Όχι, στον τρόπο σκέψης νόμιζα πως μοιάζω με το φιδάετο, αφού επιλέγει το ταίρι του, στο οποίο μένει πιστός μέχρι το τέλος της ζωής του. Αλλά είχα λάθος για μένα, είπε και συνέχισε: «Τώρα μοιάζω στον Κραβγαετο, να, δες τον εδώ» και μου δείχνει ένα ενημερωτικό φυλλάδιο με πληροφορίες και φωτογραφίες για τα αρπαχτικά.

- Αυτός ο αετός γεννά δυο μικρά, από τα οποία το ένα ζει, γιατί το πιο δυνατό τρώει τον αδελφό του για να του πάρει το φαγητό. Εγώ έφαγα τη γυναίκα μου, ρε γαμώτο, που ήταν φίλη, ερωμένη και αδελφή.
Μου φάνηκε πως δάκρυσε. Έκανε λίγα βήματα μπροστά, σταμάτησε για μια στιγμή αλλά δεν γύρισε.

- Τον δρόμο για την επιστροφή τον ξέρεις. Χάρηκα για τη γνωριμία, είπε και έφυγε με γρήγορα βήματα.

   Κώστας Πατίνιος

Φασολάδα γιαχνί, φιλετάκια και σουβλάκι κοτόπουλο

Διαβάζοντας κάποιος τον τίτλο το πολύ να σκεφτεί (αν του αρέσουν τα συγκεκριμένα φαγητά) «θα φάμε καλά σήμερα », τα πράγματα ώμος έχουν και άλλη οπτική γωνιά…
το τη τρόμε μπορεί να προδίδει και το πώς σκεπτόμαστε, τη αισθανόμαστε ,τη διάθεση έχουμε την συγκεκριμένη στιγμή που επιλέγουμε το συγκεκριμένο φαγητό για να το καταναλώσουμε.
τα μπαχαρικά έχουν το κάθε ένα την ξεχωριστή θέση τους στο κάθε φαγητό.
Τα φαγητά μπορεί  να σε ταξιδέψουν ,μπορεί να σε κάνουν να νοσταλγήσεις… 

 «Το κάθε φαγητό θέλει το δικό του μπαχαρικό… το κάθε μπαχαρικό κρύβει και ένα μυστικό…»

Αυτά, και πολλά άλλα είπε ο παππούς στον Φάνη στην Πολίτικη Κουζίνα. Και από τότε, ξύπνησε μέσα μου μία περίεργη συνήθεια να παρατηρώ τη τρώνε  οι γύρο μου. Μια συνήθεια που  με κάνη να νοσταλγώ,  μία νοσταλγία με γεύση… κανέλλας- πικρή από τη μία και γλυκιά από την άλλη.

Σε εστιατόριο δεν πρέπει να τρως ποτέ σουβλάκι. Το σουβλάκι είναι φαγητό του ποδιού, το τρως καλύπτεις την πίνα σου και προχωρείς  βιαστικά.
Τα φιλετάκια πάνε με το ρύζι μια χαρά αλλά μπορείς να τα συνοδέψεις  με πατάτες πουρέ,  και με χόρτα βραστά είναι λίγο ποιό ευέλικτο πιάτο.
Τα φασόλια δεν έχουν θέση σε αυτό το τραπέζι μα ούτε και σε τέτοιο εστιατόριο (γιαυτο και η κούπα του μάγειρα ήταν γεμάτη) τα φασόλια είναι για να τα παραγγέλλεις σε μαγειρεία …
Το μυστικό της συνεύρεσης των τριών διαφορετικών πιάτων βρισκόταν στην σαλάτα που ήταν στο κέντρο του τραπεζιού και έτρωγαν  όλοι μαζί από μέσα.
Μια σαλάτα που η σάλτσα της έδενε όλα τα υλικά που περιείχε η σαλάτα και έδινε  στην παρέα μια ομοιογένεια…!! 

Κώστας Πατίνιιος

Χαμογέλα

Ναι ρε, θα είμαι καλά κόντρα στους μίζερους καιρούς. Είμαι καλά και άμα θες στο εξηγώ και άμα κατάλαβες, κατάλαβες. Αν καταφέρω και σε  ταράξω λίγο, καλώς. Αν όχι, τουλάχιστον προσπάθησα. Μου λες πως χαμογελώ συνεχώς και μοιάζω να είμαι χαζοχαρούμενος. Σου λέω πως είμαι χαρούμενος γιατί ξεκινώ τη μέρα μου με τρέξιμο, με γυμναστική και αυτό μου δίνει ευεξία. Σηκώνω το κεφάλι στον ουρανό και λέω «καληνύχτα» στο άστρο της αυγής και «καλημέρα» στον ήλιο που ξεπροβάλλει. Μου λες πως από την πολλή γυμναστική και την πολλή έκκριση σεροτονίνης (είναι  ορμόνη που βρίσκεται στον εγκέφαλο και βοηθά στην ευφορία και την ευεξία, είναι βασικό συστατικό αντικαταθλιπτικών φαρμάκων και η έντονη άσκηση ανεβάζει τα επίπεδά της στον ανθρώπινο οργανισμό) και το πολύ οξυγόνο που ρέει στο σώμα μου κατάντησα να μοιάζω με έναν καθυστερημένο. Καλύτερα να μοιάζω με καθυστερημένο παρά με ένα σοβαροφανή πουκάμισο αδειανό .

Ξυπνάτε   ρε, από το βαθύ σας λήθαργο. Ξυπνάτε, κατεβείτε από τα πανάκριβά σας αυτοκίνητα, βγείτε έξω από τα κοστούμια και τα ταγεράκια σας, φορέστε ένα χαμόγελο και μιλάτε μεταξύ σας. Άκου ρε φίλε να σου πω μερικά ακόμα πράγματα. Στάσου δίπλα μου να σε πάρω μια μέρα για επίσκεψη στο τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου. Να προσποιηθείς πως κτύπησες το χέρι σου, να γραφτούμε, να περιμένουμε για μια ακτινογραφία και να παρατηρήσουμε τον πόνο του διπλανού μας. Βλέπεις φίλε τον ηλικιωμένο που είναι με το οξυγόνο στο κρεβάτι, ακούς το μικρό μωρό στο οποίο γίνεται συρραφή του τραύματός του στο μικρό χειρουργείο, βλέπεις τον πολυτραυματία, τον οποίο μεταφέρουν στο φορείο για αξονικό;

Δεν βλέπεις, δεν έχεις μάτια να δεις, δεν έμαθες να βλέπεις, φίλε. Θέλεις πολλή ακόμα προπόνηση μέχρι να καταφέρεις να δεις. Έλα να τρέξουμε μαζί μέχρι εδώ πιο κάτω που είναι ένα ίδρυμα με παιδιά με ειδικές ανάγκες.
Αμφιθυμικές συμπεριφορές: ναι όχι, ναι όχι, θέλω, πάρε, δεν θέλω, πεινώ, έλα να σου δώσω φαγητό, δεν θέλω.

Βλέπεις εκείνο το γονιό που κρατά το γιο του αγκαλιά; Είναι ευτυχισμένος γιατί κατάφερε να κάνει γιο και ας γεννήθηκε με ένα άγνωστο σύνδρομο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μιλήσει ούτε να περπατήσει κανονικά και να έχει χαμηλό δείκτη νοημοσύνης. Ο πατέρας του όμως είναι ευτυχισμένος γιατί επικοινωνεί μαζί του με τον τρόπο του. Είναι ευτυχισμένος γιατί μπορεί να τον αγκαλιάζει , να του μιλά, να παίρνει και να δίνει συναισθήματα.

Αυτός ο πατέρας δεν έχει ακριβό αυτοκίνητο, χρωστά 200 χιλιάδες ευρώ και δηλώνει ευχαριστημένος από τη ζωή. Αλλά αν του δινόταν η ευκαιρία να πραγματοποιήσει μια και μόνο ευχή του, θα προτιμούσε να χρωστά ένα εκατομμύριο και να ήταν καλά το παιδί και ας δούλευε δεκαοκτώ ώρες το εικοσιτετράωρο.

Ναι ρε θα είμαι καλά κόντρα στους μίζερους καιρούς των λίγων ομοίων σου που κατάφεραν να πλουτίσουν χωρίς να ιδρώσουν, αυτών που τα βρήκαν όλα έτοιμα και είναι και αγνώμονες από πάνω.

Προχθές, στην πισίνα συνάντησα έναν έφηβο θαμώνα, γύρω στα δεκαεπτά που σκοτώνει τις απογευματινές ζεστές ανιαρές ώρες του καλοκαιριού κολυμπώντας. Είναι ένας νέος χαρακτηρισμένος ως ένα παιδοψυχιατρικό ακίνδυνο περιστατικό.

- Να με κεράσεις ένα παγωτό;

- Να σε κεράσω.

Επαναλαμβάνει:
- Θα με κεράσεις;

- Ε ναι είπαμε, πες μου τι θες να σε κεράσω.

- Τι έχει;

- Φράουλα, σοκολάτα, και βανίλια.

Παύση, σιωπή για ένα λεπτό, περιμένω…

- Αποφάσισε γιατί έχει και άλλους που περιμένουν.

- Θέλω παγωτό καραμέλα.

- Μα δεν έχει παγωτό καραμέλα.

- Τι έχει;

- Είπαμε βανίλια, φράουλα και σοκολάτα.

- Θέλω φράουλα.

Παράγγειλα δύο παγωτά φράουλα και καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι. Ξεκίνησα να το τρώω. Σε λίγο το είχα καταναλώσει ενώ το παιδί δεν είχε αγγίξει τη γλώσσα του ακόμα επάνω, παρακολουθούσε μια εμένα και μια το παγωτό του χαμογελώντας.

Το παγωτό άρχισε να λιώνει και να τρέχει σαν τις σκιές στο πρόσωπο μιας  ηλικιωμένης  γυναίκας που έβαλε τα κλάματα.

- Γιατί δεν τρως το παγωτό σου, ρώτησα και προτάσσοντας το μακρύ του χέρι μού φέρνει το παγωτό μπροστά στο πρόσωπό μου.
- Δεν το θέλω, μου λέει.

- Γιατί, τι έχει;

- Είναι παγωμένο, μου απαντά.

Το πήρα και το πέταξα, τον ευχαρίστησα για τη συντροφιά που μου κράτησε και έφυγα.

Να γιατί σου λέω ότι είναι ωραία η ζωή με τα όσα μικρά αρνητικά βρίσκεις στο δρόμο σου… Και ακόμα δεν σε πήρα να δεις πιο σοβαρά περιστατικά. Απλώς σε έβγαλα μια μικρή βόλτα στη γειτονία μας, πού να σε πάρω μέχρι το παιδοογκολογικό να δεις εκεί τι γίνεται, πού να βγούμε και πιο έξω ακόμα από τη μικρή μας χώρα που νομίζουμε πως είναι ο ομφαλός της γης.

Θες πολλή προπόνηση, φίλε, ακόμα για να μάθεις τα αυτονόητα γιατί τα θεωρείς όλα  δεδομένα… Φίλε σε γέλασαν, τίποτα δεν είναι δεδομένο σε αυτή τη ζωή.

Να γιατί χαμογελώ στον κόσμο σαν τον χαζό κάθε μέρα, να γιατί ερωτεύομαι  την κάθε στιγμή που ζω. Τώρα που λέω ερωτεύομαι… Να ξέρεις  εσύ που νιώθεις να χάνεται ο κόσμος κάτω από τα πόδια σου γιατί είσαι νέος /νέα και δεν βρίσκεις ανταπόκριση από τον έρωτά σου, μάθε και αυτό, μάθε  να ζεις το συναίσθημα , μάθε να το δέχεσαι και χαμογέλα στον άνθρωπο που πρόσκαιρα σε πονά, αλλά από την άλλη είναι και αυτός ο λόγος για να νιώσεις τον ερώτα, να νιώσεις συναισθήματα που σε κάνουν πιο πλούσιο άνθρωπο.

Ακούγονται θεωρητικολογίες όλα αυτά, ίσως να λες πως λέω μαλακίες, αλλά εγώ έτσι ζω και πετυχαίνει να έχω κάθε μέρα ένα φρέσκο χαμόγελο, στην άκρη του κρεβατιού μου, για να φορέσω. Δεν είναι κάθε μέρα το ίδιο λαμπερό και δυνατό, δεν είναι κάθε μέρα τόσο πολύ χαζοχαρούμενο όπως λες, αλλά είναι χαμόγελο που αντικατοπτρίζει την ψυχή μου.

Σήμερα δεν ήμουν ούτε εγώ πολύ καλά και ευτυχώς που σε βρήκα και μου δόθηκε η ευκαιρία να στα πω όλα αυτά για να τα ακούσω και εγώ, γιατί ξέρεις, κάποια πράγματα όσο  καλά και να τα γνωρίζεις πρέπει να τα φρεσκάρεις για να μην ξεχνιέσαι.

Σήμερα έπεσα λίγο συναισθηματικά, άλλαξα το χαμόγελο, φόρεσα ένα που είχε καιρό να φορέσω, κοιτάχτηκα στον καθρέπτη και φοβήθηκα, το άλλαξα αμέσως και ένιωσα να ανεβαίνω ψυχολογικά. Όλα έχουν το λόγο τους για να γίνουν και όλα γίνονται στην ώρα τους. Εσύ απλώς χαμογέλα όσο καλύτερα μπορείς και περίμενε.

Κώστας Πατίνιος

Εκδίκηση

Το διασκέδασα όταν  το έγραφα!!!
Ελπίζω και εσείς!

Έφυγε το καλοκαίρι, πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη και το φθινοπωρινό αεράκι άρχισε να σπάει τη ζέστη του. Αντιστέκεστε, θυμώνει ρίχνοντάς μας ακόμα μερικά σαραντάρια στο ατμοσφαιρικό θερμόμετρο και υποτάσσετε στην μοίρα του.

Η Μαρία ήταν αγχωμένη, περίμενε με αγωνία αυτές τις μέρες.
Ετοίμασε τις βαλίτσες της κόρης της, του γιου της και τις δικές της.
Γεμάτη με αγωνία αλλά και με γνώση, μιας και αυτή τη διαδικασία τη έζησε ξανά πριν δυο χρόνια όταν θα συνόδευε το γιο της για σπουδές στο Λονδίνο. Από τη μια ένιωθε την ασφάλεια πλάι στο μεγάλο της γιο, αλλά από την άλλη το γεγονός πως η κόρη της δεν κατάφερε να πάρει θέση στο ίδιο πανεπιστήμιο με τον αδελφό της, έκανε τη μάνα λίγο ανήσυχη.

- Έλα ρε μάνα, μια χαρά θα είναι η Κατερίνα, θα τα καταφέρει καλύτερα από ό,τι εγώ όταν ήμουν πρωτοετής.

- Καλά θα είμαι μαμά, μην ανησυχείς, ψέλλισε με εμφανή το φόβο η Κατερίνα.

Ο πατέρας ήταν ο μόνος που δεν έδειχνε να ανησυχεί καθόλου. Από μικρά μώρα έκτισε μια πολύ καλή σχέση με τα παιδιά του, φρόντισε να τους δώσει τις βάσεις για να αναπτύξουν ένα (όσο γίνεται) ολοκληρωμένο χαρακτήρα.
Ο πατέρας είχε ακόμα ένα λόγο που περίμενε αυτή την στιγμή. Σε λίγες μέρες θα έκλεινε μισό αιώνα ζωής και εικοσιδύο χρόνια γάμου. Εδώ και χρόνια πολλά περίμενε αυτή την επέτειο για να κάνει ένα ξεχωριστό δώρο στον εαυτό του.

Μπήκαν στο αυτοκίνητο και τα χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουν στο αεροδρόμιο κύλησαν γρήγορα. Αποχαιρέτισε γυναίκα και παιδιά και επέστρεψε σπίτι.

Το ίδιο γρήγορα κύλησαν και οι επόμενες δέκα μέρες μέχρι να επιστρέψει από την Αγγλία η Μαρία. Καινούρια δεδομένα πλέον στο σπίτι. Οι μάσκες έπεσαν, δεν μπορούσαν πια να κρυφτούν πίσω από τα παιδιά, και μπορούσαν να τσακώνονται ελεύθερα. Χρόνια τώρα οι σχέσεις του ζευγαριού ήταν τυπικές, αποστασιοποιημένος ο ένας από τον άλλο, αφού σε τίποτα δεν συμφωνούσαν.

Μεγάλωσαν τα παιδιά τους με μια ένοχη σιωπή ο ένας για τον άλλο, ξόδεψαν τη ζωή τους στην υποκρισία και στο ψέμα. Είκοσι δύο χρόνια γάμου θα έκλειναν σε λίγες μέρες μαζί με την πεντηκοστή επέτειο των γενεθλίων του συζύγου της και παρόλα τα προβλήματα τού ανακοίνωσε πως ήθελε να κάνουν ένα μικρό πάρτυ για να γιορτάσουν τις δύο επετείους.
Δεν του άρεσε και πολύ η ιδέα γιατί του χαλούσε λίγο τους δικούς του σχεδιασμούς για την ημέρα, αλλά δεν είχε και επιχειρήματα να την πείσει για το αντίθετο και γι’ αυτό δέχτηκε.

Οι μέρες κυλούσαν και η Μαρία ρωτούσε το σύζυγο:
- Τι δώρο θες να σου πάρω για τα γενέθλια σου;

- Τίποτα, το δώρο που θέλω θα το πάρω από μόνος μου και θα το δεις εκείνη τη μέρα μετά που θα φύγουν οι ξένοι μας.

- Θα σου έχω και εγώ ένα δωράκι έκπληξη και θα στο δώσω το βράδυ όταν θα είμαστε μόνοι μας, του λέει με ένα μυστήριο ύφος, με το οποίο δεν τον είχε συνηθίσει τόσα χρόνια.

Το βράδυ των γενεθλίων του πέρασε ήσυχα με λίγους φίλους, φαγητό,  κρασί και κουβεντούλα. Τίποτε δεν πρόδιδε αυτό που θα ακλουθούσε. Το πάρτυ διακόπηκε  από δυο τηλεφωνήματα των παιδιών για τις ανάλογες ευχές και όταν έφυγαν οι καλεσμένοι…

- Λοιπόν, θα μου δείξεις το δώρο που μου πήρες, λέει ο σύζυγος.
- Όχι, λέει η Μαρία, καλύτερα να μου δείξεις εσύ τι πήρες για τον εαυτό σου. Είμαι, περίεργη να το δω. Τόσα χρόνια δεν ήσουν άξιος να ψωνίσεις τίποτα και τώρα  κατάφερες να πάρεις και δώρο για τον εαυτό σου!

Ο σύζυγος χαμογέλασε.
- Δείξε μου εσύ πρώτη τι μου πήρες, γιατί αν δεις τι θα χαρίσω εγώ απόψε στον εαυτό μου μπορεί να μην θέλεις να μου δώσεις το δώρο που μου πήρες. Είμαι και εγώ περίεργος να δω τι σου γυάλισε το μάτι και το πήρες και θες να μου πεις πως είναι για μένα τάχα… Ξέχασες πέρσι που μου πήρες μηχανή για να κάνω καφέ εσπρέσο γιατί τάχα μου αρέσει, ενώ στην πραγματικότητα την ήθελες για να στολίζεις τους πάγκους της κουζίνας…

Η Μαρία έσκασε άλλο ένα χαμογελάκι και του τόνισε πως το δώρο αυτό είναι πολύ ξεχωριστώ και πως θα το θυμάται σε όλη του τη ζωή. Επέμενε, όμως, να της δείξει αυτός πρώτος το δώρο που πήρε στον εαυτό του.
Ο σύζυγος δείλιασε προς στιγμής και μετά της λέει:

- Περίμενε μια στιγμή, πάω στο αυτοκίνητο να το φέρω.

Επιστρέφει ένα λεπτό αργότερα με μια μεγάλη ταξιδιωτική βαλίτσα.
- Τι είναι αυτό; του λέει η Μαρία. Δεν είσαι με τα καλά σου, θα πάμε ταξίδι; Εγώ  δεν πάω πουθενά.

- Όχι δεν θα πάμε ταξίδι. Σήμερα μου χαρίζω την ελευθερία μου, της λέει.  Περίμενα χρόνια αυτή τη στιγμή, τα παιδιά μεγάλωσαν, έφυγαν, δεν έχω λόγο να μένω άλλο εδώ μαζί σου.
Η Μαρία άρχισε να ουρλιάζει.
- Όχι κύριέ μου, δεν θα μου χαλάσεις εσύ την βραδιά επειδή θυμήθηκες απόψε να κάνεις το μάγκα και τον επαναστάτη. Δεν φεύγεις εσύ. Έλα άνοιξε το δώρο σου.
Του πετάει στα μούτρα ένα μεγάλο χακί φάκελο λέγοντάς του:

- Άνοιξέ το, είναι το δώρο σου.

 
Σκύβει ο σύζυγος και μαζεύει το φάκελο από το πάτωμα, τον ανοίγει και βλέπει κάτι δικηγορικά έγγραφα.

- Τι είναι αυτό; τη ρωτά.

-Στραβός είσαι; Διάβασε, είναι η αίτηση διαζυγίου που έκανα, άϊ παράτα με… Σε μια ώρα θα επιστρέψω και κανόνισε να μην είσαι εδώ, του είπε και έφυγε χτυπώντας δυνατά την πόρτα…

Τηλεφωνικά μηνύματα

Είχαμε καταναλώσει την τρίτη ή τέταρτη μπίρα, βράδυ Πέμπτης, τέλη Ιουλίου˙ ευτυχώς φυσούσε. Καθόμουν με το φίλο μου, τον Αντρέα, στη βεράντα του σπιτιού μου που βρίσκεται σε προάστιο της Λευκωσίας. Κουβεντιάζαμε και φιλοσοφούσαμε για την έως τώρα πορεία των μεσήλικων ζωών μας.

Κατά τα μεσάνυκτα σπάει την αρμονία της στιγμή ο ήχος ενός εισερχόμενου μηνύματος στο τηλέφωνό μου. Πρώτος ξαφνιάστηκε ο σκύλος που ένιωσε τη δόνηση πριν ακουστεί ο ήχος, αφού ακουμπούσε το σώμα του στο τραπεζάκι όπου ήταν τοποθετημένη η τηλεφωνική συσκευή. Τέντωσε τα αυτιά του και έγειρε λοξά δεξιά το κεφάλι του. Τον χάιδεψα, ηρέμησε και έγειρε να συνεχίσει  τον ύπνο του. Παίρνω τη συσκευή στα χέρια μου και αναρωτιέμαι ποιος να είναι τέτοια ώρα.
Ο τηλεφωνικός αριθμός του αποστολέα άγνωστος. Ανοίγω το μήνυμα και διαβάζω.
«Καλησπέρα Ανδρέα, τι κάνεις, καιρό να τα πούμε».

Απαντώ: «Καλησπέρα, αλλά  κάποιο λάθος κάνετε, δεν είμαι ο Ανδρέας».
Πριν προλάβω να καθίσω και πάλι στην καρέκλα, ο ήχος του κινητού με ενημερώνει για ένα νέο εισερχόμενο μήνυμα.

«Αφού δεν είσαι ο Ανδρέας, τότε ποιος είσαι;»

«Τι σημασία έχει ποιος είμαι αφού δεν είμαι αυτός που γυρεύεις» απαντώ, ενώ ο Ανδρέας που παρακολουθούσε ως εκείνη τη στιγμή σιωπηλός, κάνει την πρώτη του παρέμβαση.

- Ρε φίλε, αφού γυρεύει έναν Ανδρέα, δώσε μου τον αριθμό της να της απαντήσω εγώ, που με λένε Ανδρέα.

Πριν απαντήσω στο φίλο μου ήρθε και το επόμενο μήνυμα.

«Μπορεί και να έχει. Δεν μου είπες ποιος είσαι τελικά».

Ο Ανδρέας επαναλαμβάνει με ύφος διατακτικό:

- Δώσε μου τον αριθμό να την πάρω εγώ.

- 9930****

Ο Ανδρέας της γράφει: «Καλησπέρα, με γύρεψες, ο Ανδρέας είμαι, τι κάνεις;»
Ταυτόχρονα στέλνω και εγώ το τελευταία μου μήνυμα: «Δεν είμαι κανένας, καληνύχτα».

Σε λίγο και αφού πρώτα παίρνω απάντηση στο μήνυμα μου: «Καληνύχτα κύριε κανένας, σε ευχαριστώ».

Αρχίζει τότε διάλογο μέσω μηνυμάτων με το φίλο τον Ανδρέα.

«Καλησπέρα Ανδρέα, καλά είμαι, παίζω ζάρια με τη μοναξιά του σχοινοβάτη που κρύβω μέσα μου απόψε. Από πού είσαι;»
«Λευκωσία, εσύ;»

«Λεμεσό»
«Γυρεύεις δίχτυ ασφαλείας για το σχοινοβάτη σου», τη ρωτά ο Ανδρέας.

Στα επόμενα λίγα λεπτά μάθαμε (αλήθεια – ψέματα) πως ονομαζόταν Νίκη, δούλευε σε αποθήκη εταιρίας εισαγωγής ρούχων και έπαιζε με το κινητό τηλέφωνό της για να σκοτώσει τη μοναξιά της.

Άντε, λέω στον Ανδρέα, πήγαινε και συνεχίζεις την κουβέντα από το δικό σου σπίτι.

Με καληνύχτισε ο φίλος μου με την υπόσχεση να με κρατήσει ενήμερο για τη συνέχεα. Έφυγε και πήγα για ύπνο.

Την επόμενη μέρα είχα σχεδόν ξεχάσει τους διαλόγους με τα μηνύματα.
Το Σάββατο πέρασε ο Ανδρέας από το σπίτι μου. Μόλις τον είδα θυμήθηκα και ρώτησα:

- Τι έγινε, ρε φίλε, τελικά με την κοπέλα;

- Βρεθήκαμε χθες, μια με δυόμισι που είχε διάλειμμα, στην αποθήκη, πάνω στα χαρτοκιβώτια με τα ρούχα. Περάσαμε όμορφα.

- Έτσι στην ψύχρα, ρε φίλε;

-Όχι και στην ψύχρα. Προετοιμάζαμε το έδαφος όλο το προηγούμενο βράδυ.

Πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητό του, φέρνει και μου δίνει  ένα  κίτρινο μισομαραμένο γαρύφαλλο.

- Στο στέλνει η Νίκη γιατί μας γνώρισες.

- Να της πεις ότι την ευχαριστώ, όταν τη δεις.

- Δεν θα την ξαναδώ.

- Δεν θες να την ξαναδείς;

-Όχι, δεν θέλει  να με ξαναδεί.

Εσωστρέφεια.


Το ποιο κάτω κείμενο το είχα ξεκινήσει πριν χρόνια όταν ‘ενιωθα να ζούσα  περισσότερο στην φαντασία μου , παρά με την πραγματική ζωή.
Ήθελα διάλειμμα από το γράψιμο ήθελα να κλιστώ σε ένα ποίημα και να χαθώ .
Τον τελευταίο μήνα με κρατά μια εσωστρέφεια, Θέλω και πάλη διάλειμμα   , θέλω να κλιστώ σε ένα ποίημα και να κρυφτώ.

Λίγο μπερδεμένο μου φαίνετε τώρα που το ξαναδιαβάζω …

Καλό καλοκαίρι σε όλους.  

Τελευταίο γράμμα.

 
Έγραφε μόνο, όταν ήταν  ερωτευμένος  . ‘Ήταν μια αναγκαία προϋπόθεση για να μπορέσουν να γονιμοποιηθούν τα θηλυκά κύτταρα του εγκεφάλου του και να γεννήσουν.  Όταν ήταν ερωτευμένος, προκαλούνταν μια πνευματική διέγερση, άνοιγε αυτό το μικρό παραθυράκι στον εγκέφαλο και από εκεί κρυφοκοίταζε, παρατηρούσε μέρα – νύκτα, αποκωδικοποιούσε  ό,τι τον έλκυε , τα συμπύκνωνε υπό μορφή ποιημάτων ή διηγημάτων και  τα άφηνε να αναπαυτούν σε ένα κομμάτι χαρτί.

Όταν δεν ήταν ερωτευμένος,  το «παράθυρο» έκλεινε  , γύρω του ήταν όλα μαύρα , ούτε καν γκρίζα , δεν έβλεπε απολύτως τίποτα.

Όταν ήταν ερωτευμένος,  το κάθε κλάσμα δευτερολέπτου αποκτούσε τεράστια σημασία, ζούσε με ένταση και πάθος που ο χρόνος γι΄ αυτόν δεν μετρούσε σαν στους άλλους ανθρώπους της σύγχρονης  πόλης που κατοικούσε και που μαστιζόταν από φρενίτιδα.

Η τελευταία φορά που ερωτεύτηκε είχε κάνει το βήμα παραπάνω, ενώ παρατηρούσε το πέταγμα μιας άσπρης πεταλούδας με καφέ , κόκκινες και μπλε βούλες στα φτερά της, σηκώθηκε και την ακολούθησε αμίλητος, αφήνοντας πίσω στο γραφείο το χέρι του να κρατά την πέννα και να αποτυπώνει σαν φωτογραφική μηχανή στο χαρτί  ό,τι ένιωθε και έβλεπε εκείνη τη δεδομένη στιγμή .

Μεθυστικός ο χορός της πεταλούδας , χόρευε-χόρευε, μάγευε τον συγγραφέα και τον οδήγησε στον μαγικό της  κόσμο. Ο συγγραφέας άρχισε να   βγάζει φτερά, σε λίγο πετούσε μαζί με τις άλλες πεταλούδες . Προσέγγισε για μια στιγμή το παραθυράκι από όπου είχε εισχωρήσει , έκανε πίσω και με μια απότομη κίνηση έκλεισε το παραθυράκι του μυαλού και αυτοεγκλωβίστηκε μέσα στον παραμυθένιο κόσμο των πεταλούδων και το χέρι του εκεί έξω  στο μαύρο τοπίο της καθημερινότητάς του , πάνω στο γραφείο, να κρατά μια πέννα που της στέγνωσε, με την πάροδο του χρόνου, το μελάνι.  Ο ποιητής μπήκε, κλείστηκε σε ένα ποίημά του και εγκατέλειψε την ποίηση του. 

Κώστας Πάτινιος

Οδοντιατρική καρέκλα

Τοποθετημένη στη γωνιά,  λοξά αριστερά όπως καθόμουν, αστραφτερή, επιβλητική, μικρόδειχνε θα έλεγα αν ήταν γυναίκα. Την παρατηρώ χρόνια, κάποτε τη συνάντησα τελείως ατημέλητη, κουρελιασμένη.
Σηκώνομαι, πλησιάζω και την αγγίζω. Στην πλάτη της βρίσκω μια μικρή ασημένια ταμπέλα «J.M DENTAL CHEAR SION NO2» και από κάτω, με μικρότερα γράμματα, έναν κωδικό με δώδεκα αριθμούς, ημερομηνία 10/65  και ξανά το όνομα της εταιρίας κατασκευής «J.MORITA DENTAL MFG CO LMD MADE IN JAPAN».

Το μυαλό μου άρχισε να ταξιδεύει στο χρόνο. Το 1993 γνώρισα μέσω ενός φίλου ένα νεαρό οδοντίατρο, του οποίου και να μην μου έλεγε την ιδιότητα, θα την καταλάβαινα, αφού με κοίταζε απευθείας στα ζαβά μου  δόντια. Μόλις είχε επιστρέψει από τις σπουδές του και ετοιμαζόταν να ανοίξει το δικό του οδοντιατρείο. Πάνω από ένα χρόνο αργότερα  και αφού πρώτα  μου ίσιωσε τα δόντια γίναμε καλοί φίλοι,  μου ζήτησε να τον βοηθήσω να μεταφέρουμε μια  οδοντιατρική καρέκλα από ένα ιατρείο που έκλεινε.

Στο οδοντιατρείο οδηγηθήκαμε από μια μικρή αγγελία που έγραφε πως πωλείται οδοντιατρική καρέκλα λόγω του τερματισμού των εργασιών του ιατρείου. Η αγγελία αναφερόταν σε μια νεότερη καρέκλα του 1980, η οποία ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, αλλά κουβέντα στην κουβέντα (μέσω τηλεφώνου) πριν πάμε να την παραλάβουμε ο γέρο- γιατρός είπε στο φίλο μου πως στην αποθήκη είχε και την παλιά του καρέκλα, που την χάριζε γιατί ήθελε να  την ξεφορτωθεί.

Σάββατο απόγευμα, μήνα καλοκαιριού -θυμάμαι έντονα την αφόρητη ζέστη- με δανεικό διπλοκάμπινο αυτοκίνητο κατευθυνθήκαμε προς την εντός των τειχών πόλη της Λευκωσίας, για να συναντήσουμε το γέρο οδοντίατρο.

Μετά τις πρώτες συστάσεις έκανα πίσω και παρακολουθούσα  με μεγάλο ενδιαφέρον τη συζήτηση των δυο οδοντιάτρων. Το παρελθόν και το μέλλον «μπερδευτήκαν γλύκα» στο παρόν. Ο γέρος ντυμένος με ανοικτό καφέ παντελόνι κουστουμιού, λευκό πουκάμισο και γραβάτα, ο νέος με τζιν παντελόνι και κόκκινη φανέλα.

Ο γέρος ασκούσε το επάγγελμα του οδοντιάτρου για πάνω από 45 χρόνια, σπούδασε στην Αθήνα στα δύσκολα χρόνια της αποικιοκρατίας. Ήταν από τους πρώτους οδοντιάτρους της πρωτεύουσας. «Κουράστηκα, βαρέθηκα, μου έμειναν πέντε έξι πελάτισσες -γυναίκες φίλων γιατρών άλλων ιδιοκτήτων- που έρχονται, τις οποίες ούτε που χρεώνω». Μιλούσε και είχε μια ηρεμία στον τόνο της φωνής του, μια ηρεμία σαν να κοίταζα το ηλιοβασίλεμα να χάνεται σιγά – σιγά. Από την απέναντί του μεριά ο νέος γιατρός, καμιά τριανταριά χρονών, όλο ζωντάνια, όνειρα και φιλοδοξίες για το μέλλον, λαμπερός σαν τον ήλιο λίγο μετά την ανατολή.

Κατεβάσαμε με δυσκολία την καρέκλα και τα αλλά οδοντιατρικά μηχανήματα που την συνόδευαν από την στενή γυριστή μαρμάρινη  σκάλα του πρώτου ορόφου όπου ήταν το ιατρείο. Τα φορτώσαμε στο διπλοκάμπινο και ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Φεύγοντας, ένας ήχος που έφτανε στα αυτιά μου σαν να ανοιγόκλεινε σκουριασμένο κάγκελο, με έκανε να στρέψω τα μάτια μου προς τον πρώτο όροφο. Η σκουριασμένη ταμπέλα του ιατρείου πηγαινοερχόταν σαν εκκρεμές, λες και αποχαιρετούσε το «συνεργάτη» της που έφευγε.

Μια γυναικεία φωνή μου διακόπτει το ταξίδι στο χρόνο . «Ο γιατρός είναι έτοιμος να σας δεχτεί. Παρακαλώ περάστε»,  είπε η γραμματέας.

Υ.Γ. Η ιστορία είναι σχεδόν αληθινή.

Κώστας Πατίνιος

« Παλαιότερες καταχωρίσεις

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 32 other followers