Μια μικρή ιστορία…

Ο Νίκος, είκοσι επτά χρονών σήμερα, μεγάλωσε κοντά σε μια γειτονιά με ιδιαιτερότητες, μια γειτονία που για δεκαετίες ήταν σημείο αναφοράς για τους εκάστοτε νέους, αλλά και μεγαλύτερους άντρες της κάθε γενιάς των χρόνων αυτών, μια γειτονία όπου «δούλευαν» οι πουτάνες της πόλης. Η κ. Ανδρούλλα ήταν μια από αυτές, κάπου στα σαράντα. Στα νιάτα της ήταν πολύ όμορφη γυναίκα, η πιο όμορφη πουτάνα της πόλης.

Ο Νίκος ήταν ένας νέος, τον οποίο εύκολα θα τον χαρακτήριζε κανείς ως κοινωνικό, φιλικό, αλλά και ταυτόχρονα απόμακρο. Καθόταν με τις ώρες, πότε διαβάζοντας και πότε κοιτάζοντας αφηρημένα τον ουρανό. Ήταν οι ώρες που δημιουργούσε τα δικά του ποιήματα ή τις δίκες του μικρές ιστορίες, ήταν οι ώρες που γινόταν αυτό που του άρεσε περισσότερο να είναι.

Η κ. Ανδρούλλα ζούσε σ’ ένα παλιό διατηρητέο σπίτι με καμάρα στην πρόσοψή του και μια παλιά ξύλινη πόρτα στην είσοδο, όπου επάνω είχε ένα σιδερένιο χέρι, το οποίο χρησίμευε, για να κτυπούν οι πελάτες την πόρτα. Αυτό γινόταν μόνο όταν το κόκκινο φωτάκι ήταν αναμμένο· δεν δεχόταν κανένα πελάτη αν δεν ήταν αναμμένο το κόκκινο φωτάκι. Το εσωτερικό του σπιτιού δεν θύμιζε σπίτι πουτάνας, αφού ήταν περιποιημένο, καθαρό και είχε πολλές βιβλιοθήκες γεμάτες με βιβλία ποίησης. Στον ελεύθερο της χρόνο η κ. Ανδρούλλα διάβαζε πολύ, κυρίως ποίηση. Είχε όλα τα βιβλία του Καβάφη, του Ελύτη του Ρίτσου, του Εμπειρίκου, του Καββαδία και πολλών άλλων, κυρίως Ελλήνων ποιητών.

Στον διάδρομο που οδηγούσε προς το δωμάτιο εργασίας είχε σε κάδρο το  ποίημα του Καβάφη Ηδονή: Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών που ήβρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα. Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα που αποστράφηκα την κάθε απόλαυσιν  των ερώτων της ρουτίνας.
Απέναντι  από το ποίημα Ηδονή είχε επίσης σε κάδρο ένα άλλο, δικό της: Όσα ποιήματα και αν διάβασα, όσα κορμιά και αν άδειασα, όσους ποιητές αγάπησα, όσα παιδιά άνδρωσα. Όσες στιγμές μαράζωσα και όσες δεν χαμογέλασα, γιατί δεν το άξιζα, όσα η αλχημεία της ζωής μου χάρισε… όλα μα όλα σαν πεθάνω μακάρισε.

Ένιωθε όμορφα να βλέπει αυτά τα δυο ποιήματα αντίκρυ το ένα στο άλλο. Ήταν σαν να μιλούσαν μεταξύ τους, ήταν σαν να έπαιρνε λίγο «τα πάνω της», να βλέπει κάτι δικό της απέναντι σ’ ένα του Καβάφη, και ας μην  την ρώτησε σχεδόν κάνεις από τους τόσους πολλούς επισκέπτες του χώρου γι’ αυτά τα ποιήματα στον τοίχο. Μόνο μια φορά ο Νίκος σχολίασε το περιεχόμενο των ποιημάτων δίνοντας έμφαση στην αντίφαση του περιεχομένου του ποιήματος Ηδονή με τον τοίχο του συγκεκριμένου σπιτιού που κοσμούσε, για να πάρει την απαντήσει σε ύφος αυτοσαρκαστικό: «Είναι λίγο διφορούμενο, από την μια ισχύει γιατί δεν εμπλέκω τα επαγγελματικά μου με τα προσωπικά μου και από την άλλη με αυτό το ποίημα κοροϊδεύω όσους περνούν από το κρεβάτι μου».

Αυτή η ενασχόληση της κ. Ανδρούλλας με την ποίηση είναι που έφερνε και τον Νίκο κοντά της,αρχικά για να δανείζεται κανένα βιβλίο και μετά, όταν ξεθάρρεψε, για να της δείχνει τα δικά του ποιήματα. Ποτέ δεν την επισκέφτηκε για να δεχτεί τις υπηρεσίες της με την «επαγγελματική» της ιδιότητα, αν και οι γνωστοί  του αναρωτιόνταν για το πυκνό πέρασμά του από το σπίτι της.

Η κ. Ανδρούλλα είχε κριτική προσέγγιση σε αυτά που έγραφε ο Νίκος και αυτό του άρεσε πολύ. Όταν είχε κάτι καινούριο να της δείξει πήγαινε και, αν ήταν σβησμένο το κόκκινο φωτάκι, κτυπούσε την πόρτα και έμπαινε μέσα. Αν το φωτάκι ήταν αναμμένο, έκοβε νευρικές βόλτες στη γειτονιά μέχρι να τελειώσει και να τον δεχτεί.

Εκείνη τη μέρα, όμως, χωρίς να ελέγξει το φως, όρμησε μέσα βιαστικός σπρώχνοντας την πόρτα και της φώναξε: «Αντρούλλα, είσαι μέσα; Ενοχλώ; Ο Νίκος είμαι.» Πήρε απάντηση αμέσως: «Κάθισε και περίμενέ με, βγαίνω σε λίγο». Ο Νίκος πήρε ένα βιβλίο στην τύχη από τη βιβλιοθήκη και κάθισε στον καναπέ που ηλιακού. Λίγη ώρα μετά άνοιξε η πόρτα του υπνοδωματίου της, απ’ όπου βγήκε ένας μεσήλικας, ο οποίος  προχώρησε με γοργά βήματα προς την εξώπορτα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να ανεβάσει το φερμουάρ του παντελονιού του. Ακλούθησε και η κ. Ανδρούλλα τυλιγμένη με μια ρόμπα.

«Τι έχεις Νίκο μου, έχεις τίποτα καινούριο να μου δείξεις;» «Όχι, για άλλο πράγμα σε θέλω», της απάντησε. «Δώσε μου ακόμα δέκα λεπτά να κάνω ένα μπάνιο, κλείσε εσύ από την πρίζα το φωτάκι, κλείσε την εξώπορτα, βαλε να πιεις λίγο κρασί  και επιστρέφω, να τα πούμε».

Επέστρεψε σε λίγο, πήγε και κάθισε δίπλα του, σχεδόν κολλημένη πάνω του. «Τι έχει το αγόρι μου και έχει τέτοια μούτρα σήμερα;» Προσπάθησε να τον αστειέψει, μπας και του αλλάξει λίγο τη μίζερη διάθεση, που ήταν ολοφάνερη στο πρόσωπο του. Ο Νίκος πήρε μια βαθιά ανάσα και…
«Είμαι ερωτευμένος, πολύ ερωτευμένος, την αγαπώ». «Και δεν έχεις ανταπόκριση;» πρόσθεσε η κ. Ανδρούλλα. «Μακάρι να ήταν μόνο έτσι»,   απάντησε ο Νίκος. Δείλιασε για μια στιγμή, πήρε ακόμα μια ανάσα και συνέχισε: «Εδώ και τρεις τέσσερις μήνες βγαίνω με τη φίλη της που είναι  -όπως μου λέει- ερωτευμένη μαζί μου και πως με αγαπά. Δεν νιώθω καλά, γιατί, αν και περνώ καλά μαζί της, τίποτε άλλο δεν νιώθω γι’ αυτήν. Κάθε φορά που πάω να κάνω ένα βήμα προς την έξοδο από αυτή τη σχέση, τελικά κάνω άλλα δύο μπροστά. Σήμερα με γνώρισε στους γονείς της…»

Η κ. Ανδρούλλα δεν μίλησε, παρά μονό σηκώθηκε, τον πηρέ από το χέρι και τον οδήγησε σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού, στο οποίο ο Νίκος έμπαινε για πρώτη φορά. Ήταν ένα άλλο υπνοδωμάτιο, όχι σαν αυτό που χρησιμοποιούσε για να δέχεται τους πελάτες της. Γδύθηκαν και έκαναν για πρώτη φορά ερώτα και έτσι γυμνή καθώς ήταν πάνω στο κρεβάτι, του ψιθύρισε: «Ποτέ μην προσπαθήσεις να συμβιβάσεις τα ασυμβίβαστα.
Άκου την κάρδια σου, γιατί πριν κάνουμε μια κίνηση που για τους άλλους είναι λογική, ο κάθε ένας από εμάς βαθιά μέσα του ξέρει αν αυτό που πάει να κάνει είναι πραγματικά σωστό ή όχι. Διαφορετικά θα καταλήξεις αλλού να εκτονώνεις το σπέρμα σου και αλλού το πνεύμα σου, χωρίς ποτέ να καταφέρεις να συγκατοικήσεις με το νου, το κορμί και την ψυχή σου
και εγώ θα έχω ακόμα ένα «πελάτη». 
 
Kώστας Πατίνιος.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. strovoliotis said,

    Απρίλιος 11, 2010 στις 6:50 μμ

    Χμμμ, είναι κακό να εκτονώνονται αλλού πνεύμα και σπέρμα;

  2. patinios said,

    Απρίλιος 11, 2010 στις 7:51 μμ

    Τη να σου πω ρε Γιάννο … έτσι λέει η κ. Ανδρούλλα!!! Αν η όποιες επιλογές του Χ ανθρώπου είναι συνειδητές επιλογές και στον διάλογο που κάνει με τον εαυτό του βγαίνει αλώβητος εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα .


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: