Έρχονται Χριστούγεννα.

Έρχονται Χριστούγεννα… Θυμήθηκα  ένα χρόνο πριν, μέρες Χριστουγέννων με συννεφιασμένη διάθεση (το παθαίνω πάντα όταν κοντεύουν τα Χριστούγεννα.
Στολισμένοι δρόμοι, πολύχρωμες βιτρίνες και διαφημίσεις που προωθούν τον υπερκαταναλωτισμό  μου βαραίνουν το κεφάλι )
Βρισκόμουν στο πάρκο της ακαδημίας (Αγλανζια) με την μικρή μου κόρη  και καθώς την έβλεπα να παίζει  σκεπτόμουν πως είχα πολλές μέρες που δεν είχα διάθεση να γράψω
κάτι , και εκεί που δεν το περιμένεις αρχίζει το μυαλό να πλημμυρίζει εικόνες.
Φέτος… μια από τα ίδια , με καλύπτει το περσινό κομμάτι.   

Ο νους μου δεν γεννά πια.

Ο νους μου δεν γεννά πια, έγινε στείρος.
Όσο και να προσπάθησα, σε όσες ορμονικές θεραπείες  και να τον υπόβαλα… τίποτα.
Βλέπω την κόρη μου να παίζει στο πάρκο,το κεφαλάκι της πάντα ψηλά, για να βλέπει τους μεγαλύτερούς της, αναρωτιέμαι και την ρωτώ τι να βλέπει, άραγε, από το ύψος των ογδόντα εκατοστών και των δυόμισι χρόνων, απ’ όπου ατενίζει τον κόσμο. Μου χαμογελά και με φιλά, σαν να μου λέει πως εγώ είμαι ο κόσμος της (και έχει δίκαιο για την ώρα). Βλέπω την κόρη μου και γονατίζω, για να κοιταχτούμε από το ίδιο ύψος στα μάτια και την παρακαλώ: «Βαλε με, κόρη μου, στον κόσμο των ματιών σου, να ξαναβρώ το δρόμο μου, να ξαναβρώ το φως μου». Ο νους μου δεν γεννά πια˙ σώπασε για τα καλά. Και η σιωπή του είναι η άμυνά του˙ είναι το πιο δυνατό του όπλο, μα και η Αχίλλειός του πτέρνα. Έρχονται Χριστούγεννα και δε θα στολίσω δέντρο, παρά μονό ένα μεγάλο Μεξικάνικο κάκτο. Από τα μυτερά του αγκάθια θα κρεμάσω όλα, όσα μου στρέβλωσαν τα σαράντα μου χρόνια. Θα βάλω και πολύχρωμα λαμπάκια, να φωτίζουν την τρέλα μου και θα τραγουδήσω το «Άγιε Βασίλη μην κοροϊδεύεις τα παιδιά». Ο νους μου δε γεννά πια˙ σώπασε για τα καλά. Και η σιωπή του είναι η άμυνά του˙ είναι το πιο δυνατό του όπλο, μα και η Αχίλλειός  του πτέρνα.
Παρακαλώ την κόρη μου: «Βαλε με, κόρη μου, στον κόσμο των ματιών σου, να ξαναβρώ το δρόμο μου, να ξαναβρώ το φως μου». Άργησα, μα τελικά κατάλαβα˙ ο νους για να γεννήσει, θέλει και αυτός σπέρμα˙
μα εγώ έχει καιρό που είμαι ανέραστος.

Κώστας  Πατίνιος (Δεκέμβρης 2009)

Η Φωτογραφία είναι δανεισμένη από εδώ

Advertisements

5 Σχόλια

  1. Δεκέμβριος 8, 2010 στις 9:24 μμ

    Εθκιαβαζα το κείμενο σου τζιαι στα τρία τέταρτα του εσκέφτουμουν αν όλα τα παιδιά είναι τρομοκράτες για τον έρωτα. Όταν εθκιάβασα την τελευταία φράσην εσυχχίστηκα.

  2. patinios said,

    Δεκέμβριος 8, 2010 στις 9:37 μμ

    Aceras Anthropophorum Καλησπέρα, όχι δεν νομίζω τα παιδιά να είναι τρομοκράτες για τον έρωτα.
    Η τελευταία φράση μίλα για έναν «πνευματικά» ανέραστο άνθρωπο.
    (Ελπίζω να βοήθησα)

  3. Ελένη said,

    Δεκέμβριος 25, 2010 στις 1:36 πμ

    Τα περισσότερα κείμενα σας τελειώνουν με μια βαθιά μελαγχολία…

    Επειδή ξέρω τι θα πει πραγματικά στείρος νους, θα σας έλεγα να μην πιστεύετε κάτι τέτοιο για τον εαυτό σας…ο νους και η έμπνευση κάνουν διακοπές παρόλ’ αυτα….

    • patinios said,

      Δεκέμβριος 25, 2010 στις 3:29 μμ

      @ Ελένη συμφωνώ ότι ο νους και η έμπνευση κάνουν διακοπές .
      Έχει φορές που θα ήθελα να τους στείλω για πάντα διακοπές, αλλά δεν κάνουν μακριά μου και όταν επιστρέψουν τους υποδέχομαι με μεγάλη χαρά.

      • Ελένη said,

        Δεκέμβριος 28, 2010 στις 4:05 μμ

        Ίσως αυτό αποτελεί ένα απο τα στοιχεία της ποίησης…η συνέχεια της ζωής…η συνεχής δημιουργία…

        Να στε καλά!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: