Τρείς ζωές συνένοχες.

Ταγεράκι γκρίζο με διακριτικές κάθετες λεπτές ρίγες μαύρου χρώματος, μια παντελόνι και μια φούστα πέντε δάκτυλα κάτω από το γόνατο και μέσα από το σακάκι άσπρη ή μαύρη μπλούζα. Όχι, δεν ήταν η στολή του γραφείου, ήταν η στολή που η ιδία καθιέρωσε στον εαυτό της τα τελευταία είκοσι με εικοσιπέντε χρόνια. Ήταν σπουδασμένη στη Μεγάλη Βρετανία «Chartered Accountants» και με μεταπτυχιακές σπουδές στα οικονομικά. Τα τελευταία δέκα χρόνια διατηρούσε ελεγκτικό γραφείο στην πρωτεύουσα. Σαρανταπεντάρα, ελεύθερη, αγέλαστη (σχεδόν πάντα), ανέκφραστη (ως επί το πλείστον) ή για να είμαι πιο ακριβής, μάλλον το ύφος της έδειχνε μια αλαζονεία, για να μην πω και κακία. Από τις γυναίκες, τις οποίες βλέπουν οι άντρες και εύκολα χαρακτηρίζουν ως ανοργασμικές.

Προσλάμβανε προσωπικό με σοβαρό ύφος και όταν για κάποιο λόγο έπρεπε να δώσει κάποια επιστολή απόλυσης, τότε άφηνε να φανεί η ευχαρίστηση που ένιωθε. Εργαζόταν πολλές ώρες, από τις οκτώ το πρωί μέχρι τις επτά με οκτώ το βράδυ. Η διαδρομή από το γραφείο στο σπίτι πάντα η ίδια, τρεις φορές την εβδομάδα γυμναστήριο και καθημερινά  σταματούσε στο φούρνο, για να αγοράσει κάτι πρόχειρο να φάει. Στο σπίτι έμπαινε βράδυ, χειμώνα καλοκαίρι, στεκόταν για λίγη ώρα μπροστά από τη γυάλα με τα  χρυσόψαρα που είχε στο σαλόνι και τους έριχνε λίγη τροφή.
Δίπλα από τη γυάλα με τα χρυσόψαρα πάνω σε ένα έπιπλο βιτρίνα υπάρχουν μερικές φωτογραφίες από το μακρινό παρελθόν, όλες να απεικονίζουν ένα κοριτσάκι μεταξύ έξι και δώδεκα χρονών. Έριχνε μια κλεφτή ματιά στις φωτογραφίες και προχωρούσε προς το υπνοδωμάτιό της. Έκανε το μπάνιο της, φορούσε τις πιζάμες της, έφτιαχνε έναν καφέ και άνοιγε τον υπολογιστή της. Έμενε για ώρες μπροστά στον υπολογιστή με καρφωμένα τα μάτια της σε μια σελίδα κανονικής δικτύωσης, να ζει τη ζωή που απαρνιέται καθημερινά στην πραγματικότητα. Έτσι έκανε, τα βράδια έψαχνε μέσα από την εικονική πραγματικότητα λίγα ψίχουλα πραγματικής ζωής.

Ζούσε σε αυτή τη διαδικτυακή εικονική πραγματικότητα εδώ και τρία χρόνια χωρίς να το γνωρίζει κανένας. Ήταν ένα εφτασφράγιστο μυστικό.  Χρησιμοποιούσε άλλο όνομα, η ηλικία της στο προφίλ της ήταν αλλοιωμένη, τουλάχιστον μια δεκαετία προς τα κάτω, και με φωτογραφίες στο άλμπουμ της, που καμία σχέση δεν είχαν να κάνουν μαζί της.

Στο διαδικτυακό κόσμο που ζούσε μιλούσε και με ένα νεαρό που εργαζόταν στο γραφείο της. Όλη τη μέρα στη δουλειά δεν αντάλλαζαν κουβέντα, αφού μόνο εκείνη γνώριζε με ποιον πραγματικά μιλούσε  και ως υπεύθυνη που ήταν στο γραφείο, δεν επέτρεπε να την προσεγγίσει κανείς. Μόνο αν επρόκειτο για δουλειά άνοιγε το στόμα της να του πει κάτι και εκείνο πάντα σε αυστηρό τόνο. Τα βράδια όταν τύχαινε να μιλήσουν για τη δουλειά τους, αυτός δεν έχανε ευκαιρία να την κατηγορήσει στον… ίδιο τον εαυτό της για όλα όσα «τραβούσαν» στη δουλειά εξαιτίας της. Αυτή παρόλο που με αυτόν τον τρόπο μάθαινε όλα όσα συνέβαιναν πίσω από την πλάτη της, είχε βρει τον τρόπο να ισορροπεί, έστω και έτσι. Ποτέ της, όμως, δεν εκμεταλλεύτηκε τις πληροφορίες που μάθαινε μέσω της δεύτερης ζωής που έκανε τα βράδια.

Όταν λίγο μετά τα μεσάνυκτα συνήθιζε να κλείνει τον υπολογιστή της και να ξαπλώνει για να κοιμηθεί γινόταν ένα ακόμα μπέρδεμα… υπνοβατούσε. Υπνοβατούσε συχνά, πολύ συχνά. Το είχε αντιληφθεί εδώ και χρόνια, όταν ένα πρωί βρήκε ταραγμένα αντικείμενα χωρίς να υπάρχουν σημάδια παραβίασης στην πόρτα του σπιτιού της. Παραξενεύτηκε  και από τότε έβαλε κάμερες σε όλο το σπίτι. Έτσι έμαθε  αυτό που της συνέβαινε τα βράδια.

Όταν υπνοβατούσε, πήγαινε προς το σαλόνι, έπαιρνε από το έπιπλο βιτρίνα μια παλιά παιδική κούκλα, κατέβαζε τις φωτογραφήθηκες από το έπιπλο και τις έβαζε στο έδαφος με τρόπο τέτοιο ώστε να μην την κοιτάζει το κοριτσάκι που απεικόνιζαν. Καθόταν στην πολυθρόνα και έπαιζε με την κούκλα, μετά την παρατούσε και πήγαινε στο δωμάτιό της όπου συνέχιζε τον ύπνο της. Ήταν σαν να άφηνε κάτι πίσω της. Ήταν σαν να γύρευε τη χαμένη της παιδικότητα και αθωότητα σε εκείνη την τρυφερή ηλικία, ήταν σαν να την βασάνιζε κάτι.

Έκρυβε ένα μυστικό που με κανέναν δεν το μοιράστηκε. Το ήξερε μόνο η παιδική της κούκλα. Όταν ήταν δέκα χρονών οι βιολογικοί της γονείς σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας αρχικά την φιλοξένησαν σε ξενώνα ανήλικων κοριτσιών και ένα χρόνο μετά την έδωσαν σε ανάδοχη οικογένεια. Μεγάλωσε σε μια πλούσια ανάδοχη οικογένεια, η οποία φρόντισε να μην της λείψει τίποτα. Όταν ήταν δώδεκα χρονών είχε μια εμπειρία που έμελλε να της στιγματίσει την μετέπειτα ζωή. Ο αδελφός του πατρίου της, ένας χαμογελαστός και υπεράνω υποψίας «θείος», που είχε αναλάβει να την προσέχει για μερικές ώρες ένα Σαββατιάτικο απόγευμα, την δελέασε με τον  καλό του τρόπο, της είχε φέρει και μια κούκλα που πολύ την ήθελε η μικρή για δώρο, και την βίασε.

Ένα μυστικό που δεν μπόρεσε να μοιραστεί μέχρι σήμερα με κανένα. Μόνο τα βράδια που υπνοβατεί και παίζει με την παιδική της κούκλα κάνει πως τον απωθεί και δεν τον αφήνει να την αγγίξει. Μόνο τα βράδια που υπνοβατεί αλλάζει το σενάριο της μετέπειτα ζωής της.

Το πρωί σηκώνεται και με μηχανικές κινήσεις τοποθετεί τις φωτογραφήθηκες στη θέση τους, φυλάει την κούκλα, πίνει στα γρήγορα έναν καφέ, ντύνεται, «φορεί τη μάσκα της» και ξεκινά για τη δουλειά.

 Κώστας Πατίνιος.

Advertisements

10 Σχόλια

  1. ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΣΑΛΟΥΧΙΔΗ said,

    Δεκέμβριος 28, 2010 στις 7:52 μμ

    ωραιο!Κωστα!αλλα θλιβερό..μακαρι να μην υπηρχαν τετοιοι ανθρωποι.τετοια βιωματα.χαραζουν δρομους…καταστρεφουν ψυχες!

    • patinios said,

      Δεκέμβριος 28, 2010 στις 8:17 μμ

      Καλησπέρα Βασιλική, χρόνια πολλά.
      Μακάρι να μην υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι . τέτοια βιώματα. χαράζουν δρόμους … καταστρέφουν ψυχές!
      Μπορεί με τη Φαντασία να έκτισα μια λίγο τραβηγμένη ιστορία αλλά δυστυχώς θα μπορούσε να ήταν και πραγματική…!!!

  2. kriaraki said,

    Δεκέμβριος 28, 2010 στις 8:15 μμ

    καλό διήγημα.

    • patinios said,

      Δεκέμβριος 28, 2010 στις 8:26 μμ

      Ευχαριστώ Nikki, Χρόνια πολλά και καλές ποδηλατικές διαδρομές.
      (κάποια στιγμή θα σας συναντήσω καθώς τρέχω, η θα ανεβώ και εγώ στο ποδήλατο και θα έρθω σε καμιά εξόρμηση σας…!!) 🙂

  3. vad said,

    Δεκέμβριος 29, 2010 στις 4:25 πμ

    Κι εκεί που πήγα να τη δικάσω και να την καταδικάσω για τη σκληράδα της απέναντι και στον εαυτό της και στους γύρω της,αθώα,κύριε πρόεδρε!
    Τι κουβαλάμε μέσα μας….

    • patinios said,

      Δεκέμβριος 29, 2010 στις 6:14 πμ

      Καλημέρα Βασίλη, και οι Αθώοι κρύβουν μια ενοχή μέσα τους…!!!

  4. strovoliotis said,

    Δεκέμβριος 29, 2010 στις 4:58 πμ

    Χμμ, μήπως όμως τέτοιες θλιβερές εμπειρίες λειτουργούν και ως άλλοθι; Συνειδητά ή ακόμη και ασυνείδητα;

    • patinios said,

      Δεκέμβριος 29, 2010 στις 6:27 πμ

      Strovoliotis. Ο κάθε ένας ψάχνει κάπου να ακουμπήσει για να μην πέσει … (συμφωνώ μαζί σου)

  5. despina said,

    Δεκέμβριος 29, 2010 στις 7:03 πμ

    ακόμη μια απόδειξη ότι δεν πρέπει να βιαζόμαστε να καταλήγουμε σε συμπεράσματα και να κρίνουμε χωρίς να ξέρουμε πραγματικά τι κουβαλά ο καθένας μαζί του…

    καλογραμμένη ιστορία..

    • patinios said,

      Δεκέμβριος 29, 2010 στις 7:17 πμ

      Καλημέρα Δέσποινα. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: