Απόγευμα βροχερής Κυριακής

Απόγευμα Κυριακής, βαριόμουν… Μια μελαγχολία, μια νοσταλγία και ο μουντός καιρός συνέθεταν ένα σκηνικό, που αδυνατώ να το περιγράψω. Πήρα το αυτοκίνητο και ξεκίνησα προς άγνωστη κατεύθυνση. Βουνό σκέφτηκα, να πάω να περπατήσω σε κάποιο ορεινό χωριό. Το καλό με το νησί μας είναι πως όπου αποφασίσεις να πας, όπου και να βρίσκεσαι, σε μια ώρα το πολύ μπορείς να είσαι στο ψηλότερο βουνό ή σε όποια παραλία θες.

Οι υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν καθαρίζοντας το τζάμι από το ψιλοβρόχι, ενώ η θερμοκρασία έξω ήταν έξι  βαθμοί Κελσίου. Μετά από πενήντα πέντε λεπτά οδήγησης ήμουν έτοιμος να σταθμεύσω στην πλατεία του χωριού. Αν δεν έβλεπες τις καμινάδες να καπνίζουν και αν δεν μύριζες τους ψητούς μεζέδες στα τζάκια, θα έβαζες στοίχημα πως το χωριό ήταν εγκαταλειμμένο.

Η βροχή σταμάτησε. Περιπλανήθηκα στα στενά δρομάκια παρατηρώντας τα πετρόκτιστα σπίτια με τα μακρόστενα παράθυρα, τα ξύλινα κρεμαστά μπαλκόνια και τις καμάρες στις εισόδους, ώσπου τα βήματά μου με οδήγησαν στην άκρη του χωριού, όπου βρισκόταν μια παλιά εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία. Στον προαύλιο χώρο βρισκόταν, ασφυκτικά γεμάτο, το παλιό νεκροταφείο του χωριού.

Δεν είμαι ιδιαίτερα πιστός. Δεν πηγαίνω τις Κυριακές να συμμετέχω στη Θεια Λειτουργία και όποτε βρεθώ σε συζητήσεις επί του θέματος, υποστηρίζω πως αν υπάρχει Θεός, ας με κρίνει συμφώνα με τον τρόπο που ζω. Τελευταία αναμασώ και κάτι που διάβασα και μου άρεσε: «Όποιος έχει θρησκεία δεν έχει Θεό».

Μου αρέσουν, όμως, οι παλιές εκκλησίες ως αρχιτεκτονικά μνημεία, αλλά τις σέβομαι και ως χώρους λατρείας, όπως θα σεβόμουν τους χώρους λατρείας οποιασδήποτε θρησκείας. Μπήκα μέσα στην εκκλησία, άναψα ένα κερί, μελέτησα για λίγο μερικά απομεινάρια καταστραμμένων τοιχογραφιών και βγήκα έξω.

Νωρίτερα είχα προσπεράσει, μπαίνοντας από το κάγκελο, έναν σταυρό στον οποίο δεν έδωσα σημασία. Επέστρεψα και με δυσκολία διάβασα τα μαυρισμένα από τα χρόνια γράμματα. Αντώνης, θανών 21.1.1952, ετών τριάντα εννέα. Αναρωτήθηκα γιατί να είναι έξω από το κοιμητήριο, γιατί δεν έχει επίθετο και πώς άραγε να πέθανε.

Πέρασα ξανά το κάγκελο και περιπλανήθηκα ανάμεσα στους μικρούς χορταριασμένους διαδρόμους που χώριζαν τα μνήματα. Πολλά ονόματα, πολλοί νεκροί διαφορετικών ηλικιών, από βρέφη μέχρι υπερήλικες. Μνήματα αφημένα στο έλεος του χρόνου και άλλα καλοδιατηρημένα με φρέσκα λουλούδια εποχής και καντήλια με δυνατή φλόγα.

Στεκόμουν περισσότερο στους τάφους νεαρών. Αναρωτιόμουν από τι να πέθαναν και τι ζωή να πέρασαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Μεγαλύτερη εντύπωση μού έκανε ένας τάφος που ήταν σαν να τον περιποιήθηκε κάποιος λίγα λεπτά πριν βρεθώ εκεί. Ο μαρμάρινος σταυρός γυάλιζε, δεν είχε ίχνος σκόνης, τα λουλούδια ήταν ποτισμένα και το καντήλι ήταν γεμάτο λάδι. Ο νεκρός είχε ταφεί στις 2.2.1952 σε ηλικία μόλις έξι μηνών.
Πάνε σχεδόν εξήντα χρόνια από τότε που πέθανε αυτό το βρέφος. Λογικά δεν θα ζουν οι γονείς του. Ποιος άραγε τόσα χρόνια μετά να φροντίζει τόσο καλά τον τάφο του;

Δίπλα στον τάφο του μικρού υπήρχε ένα άδειο «οικόπεδο» και παραδίπλα ακόμα ένας καλοδιατηρημένος τάφος με ημερομηνία θανάτου 23.6.2008. Ο άντρας που αναπαυόταν στον τάφο έφυγε πλήρης ημερών σε ηλικία 88 χρονών. Έκανα μερικά βήματα πίσω και παρατηρούσα τα δύο μνήματα, τα οποία χώριζε το κενό «οικόπεδο».

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω το συλλογισμό  μου και με διάκοψε μια ήρεμη μπασάτη φωνή.

– Γεια σου, γιε μου, γυρεύεις κανένα τάφο να σε βοηθήσω;

Ήταν ο ιερέας του χωριού.

– Όχι, επισκέπτης είμαι, του απάντησα και πιάσαμε κουβέντα.

Μισή ώρα αργότερα έφυγα χαιρετώντας τον καλό ιερέα που μόλις γνώρισα. Επέστρεψα στο αυτοκίνητο βιαστικά, γιατί άρχισε και πάλι να ψιλοβρέχει. Ξεκίνησα τη μηχανή, έθεσα σε λειτουργία τους υαλοκαθαριστήρες και έφυγα.

Οι κουβέντες που έκανα λίγο νωρίτερα με τον ιερέα ηχούσαν σαν καμπάνα στα αυτιά μου. Αν υπάρχει παράδεισος, αυτός ο άνθρωπος έχει εξασφαλισμένη μια θέση εκεί, σκέφτηκα. Πέρασε μια ζωή αφοσιωμένος σε αυτό που τάχτηκε να υπηρετεί από πολύ νεαρή ηλικία. Τώρα στα ενενήντα του περιμένει να «κατοικήσει» στο τελευταίο άδειο «οικόπεδο» του κοιμητηρίου. Περιμένει να αναπαυτεί, όπως μου είπε, ανάμεσα στο βρέφος που «σκότωσε τούτη γέρημη αρρώστια», εννοώντας προφανώς τον καρκίνο και στο νεκροθάφτη του κοιμητηρίου που στα τελευταία χρόνια της ζωής του έμεινε στα αζήτητα, σε ένα γηροκομείο. Ήταν ζωντοχήρος και είχε δύο παιδιά, από τα οποία το ένα ήταν στην Αυστραλία και το άλλο, παρόλο που ζούσε στην Κύπρο, είχε να το δει από τότε που χώρισε με την μάνα του.

«Πέθανε, γιε μου, και έμεινε στο νεκροτομείο του νοσοκομείου μια εβδομάδα. Όταν το έμαθα, φρόντισα μαζί με άλλους συχωριανούς να τον φέρουμε εδώ. Του κάναμε κηδεία παραχωρώντας του τον ένα από τους δύο τάφους που είχα αγοράσει εγώ», συνέχισε να μου εξιστορεί ο ιερέας.

Τον τάφο του βρέφους τον φρόντιζε από τότε που σταμάτησαν να τον επισκέπτονται και να τον καθαρίζουν οι δικοί του. Είχε μια ιδιαίτερη σχέση με αυτό τον νεκρό, ήταν ο πρώτος που είχε θάψει ως ιερέας , ήταν και βρέφος, ήταν ο τρόπος που έφυγε από την ζωή , όλα αυτά τον οδήγησαν στο να θέλει να «αναπαυτεί» δίπλα του. Χρόνια μετά έθαψε και το νεκροθάφτη και έμεινε ο δικός του τάφος εκεί ανάμεσα τους να τον περιμένει. «Έχω», μου είπε, «και μια τελευταία επιθυμία. Άμα συχωρεθώ να βάλουν μαζί μου στον τάφο και τα λείψανα του καημένου του Τρελαντώνη, να τα πάρω μαζί μου. Είναι κρίμα να μένει μόνος του έξω από το κοιμητήριο τόσα χρόνια».

Κώστας  Πατίνιος (1/11)

Advertisements

6 Σχόλια

  1. ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΣΑΛΟΥΧΙΔΗ said,

    Φεβρουαρίου 8, 2011 στις 8:58 μμ

    ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΟ!ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΑΠΛΟ..ΑΠΛΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ.ΧΩΜΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΣΕ ΧΩΜΑ ΘΑ ΠΑΜΕ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ.. ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ… ΚΑΠΟΙΟΣ ΟΜΩΣ.. ΞΕΡΕΙ…

  2. Φεβρουαρίου 9, 2011 στις 5:36 πμ

    Πολύ ωραίο κείμενο, Κώστα. Οι εικόνες που περιγράφεις σχηματίστηκαν πολύ ζωντανές στο μυαλό μου.

  3. Φεβρουαρίου 9, 2011 στις 4:03 μμ

    Είναι αξιοθαύμαστοι τέτοιοι άνθρωποι αφοσιωμένοι, πράγματι.
    Πολύ εύστοχη η εξιστόρηση…

  4. Φεβρουαρίου 9, 2011 στις 7:35 μμ

    Εξαιρετικό,Κώστα!
    Και νομίζω,
    καλό είναι,να ασχοληθείς περισσότερο με την πεζογραφία…

  5. patinios said,

    Φεβρουαρίου 9, 2011 στις 7:51 μμ

    Βασιλική, Αστροναύτη σας ευχαριστώ.

    Λεμεσία καλωσόρισες , από τέτοιους ανθρώπους αντλούμε δύναμη,( και όταν δυσκολεύαμε να τους βρω τους πλάθω με την φαντασία μου…!!!)

    Εύα η άποψη σου μετρά πολύ , θα προσπαθήσω, σε ευχαριστώ πάρα πολύ.

  6. gab said,

    Φεβρουαρίου 9, 2011 στις 8:30 μμ

    🙂 είναι λες και οδεύουμε μαζι σου σε αυτη τη διαδρομη! Μπράβο σου.. Υπάρχει παραδεισος.. Το θέμα είναι πότε θα το αντιληφθούμε για να πάρουμε και μεις μια θέση εκεί!!! έχω πάντα τισ ίδιες σκέψεις κάθε φορά που πάω σε κοιμητήριο.. !!!!Ο Θεος να μας φυλάει και μας και αυτούς(τους νεκρους- ζωντανούς)!!!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: