Ο πατέρας που ποτέ δεν είχε. (διήγημα)

Όσο μεγάλωνε -διένυε ήδη την τέταρτη δεκαετία της ζωής του- ο εφιάλτης που τον βασανίζει για χρόνια έκανε όλο και πιο συχνά την επίσκεψή του. Έβλεπε στον ύπνο του ότι ο πατέρας του πέθανε ξαφνικά, χωρίς να προλάβει να τον αποχαιρετίσει, να του πει πως αγαπούσε την ιδέα του «πατέρα», αν και ποτέ, σε όλη του τη ζωή, δεν του στάθηκε σαν «πατέρας».

Όταν έβλεπε τον εφιάλτη αυτό, ξυπνούσε, πήγαινε στο μπάνιο, έριχνε λίγο νερό στο πρόσωπό του και κοιταζόταν στον καθρέφτη. Έμοιαζε πολύ στον πατέρα του και αυτό τον «σκότωνε» όλο και περισσότερο. Τόση ομοιότητα και όμως τόσο διαφορετικοί άνθρωποι. Έπινε λίγο νερό και έλεγε στον εαυτό του ότι θα προσπαθήσει να τον προσεγγίσει, τουλάχιστον να κανόνιζε, κάθε τόσο, μια κοινωνικής φύσεως συνάντηση για να μαθαίνει τα νέα του.

Το πρωί όλα ξεχνιόταν. Οι μέρες και τα χρόνια περνούσαν με το σενάριο του εφιάλτη να επανέρχεται όλο και πιο συχνά. Με τον πατέρα του είχε να μιλήσει τουλάχιστον είκοσι χρόνια. Τον είδε όταν παντρεύτηκαν τα αδέλφια του χωρίς ωστόσο να μιλήσουν και τυχαία δυο- τρεις φόρες στο δρόμο αντάλλαξαν ένα βιαστικό πέρασμα ο ένας από τα μάτια του άλλου.

Δύο ετερόκλιτοι χαρακτήρες, ο Σωτήρης έγινε ό,τι έγινε στη ζωή του -θεωρείται πετυχημένος κοινωνικά  και οικογενειακά στο μικρόκοσμό του- βασιζόμενος στην αμυντική φιλοσοφία που ανέπτυξε από μικρό παιδί, ότι δηλαδή αφού ο δρόμος του πατέρα του πίστευε πως ήταν λάθος τότε έπρεπε να ακολουθήσει ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση, πιστεύοντας ότι αυτό θα του έβγαινε σε καλό. Τα περί πατρικού προτύπου δεν είχαν καμιά εφαρμογή πάνω στον Σωτήρη. Κάπνιζε ο πατέρας του, φανατικός αντικαπνιστής ο Σωτήρης. Κυνηγός και ερασιτέχνης ψαράς ο πατέρας του, σε οικολογική οργάνωση ο Σωτήρης. Ποδόσφαιρο ο πατέρας του, σκάκι ο Σωτήρης.

Βεβαία αυτά δεν είναι η πηγή του ρήγματος ανάμεσά τους. Τα προβλήματα ήταν βαθύτερα. Ο πατέρας του είχε πάθος με το ποτό  και τις γυναίκες -πολύ συχνά ήταν απένταρος και μεθυσμένος. Στο σπίτι όλη η οικογένεια έτρωγε μια φορά φαγητό και δέκα φορές ξύλο, από τη μητέρα μέχρι και το μικρότερο παιδί (δύο κορίτσια και δύο αγόρια). Ο Σωτήρης  ως το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας, άρχισε να αντιδρά και να μπαίνει μπροστά στους καυγάδες υπερασπιζόμενος τη μάνα του και αυτό έκανε τον πατέρα του να χειροδικεί ακόμα περισσότερο και στη μάνα γιατί τάχα έβαζε τα μωρά στη μέση αλλά και στο Σωτήρη που ανακατευόταν στις δουλειές του.

Ποτέ δεν θυμάται να τον πήρε από το χέρι να πάνε μια βόλτα, ποτέ δεν θυμάται να του είπε σε αγαπώ, ποτέ δεν θυμάται να του αφιερώσει λίγο χρόνο. Στη μνήμη του τυπώθηκαν μόνο τα αρνητικά. Πολλές φορές προσπαθώντας να κάνει αυτοκριτική αναρωτήθηκε: «Είναι δυνατόν να μην υπήρξαν θετικές στιγμές;». Στα είκοσι του χρόνια -μόλις βρήκε δουλειά και ένιωσε ανεξάρτητος οικονομικά- έφυγε από το σπίτι μετά από έναν έντονο καβγά και με χαραγμένα τα τελευταία λόγια που άκουσε από τον πατέρα του εκείνο το μακρινό μεσημέρι του Σαββάτου: «Θα επιστρέψεις γονατιστός να με παρακαλάς να σε ξαναβάλω σπίτι, αλλά δεν πρόκειται να το κάνω… Να το θυμάσαι αυτό… Θα καταλήξεις μια άχρηστη κοπρομηχανή».
Ο Σωτήρης ρίχθηκε σε έναν αγώνα επιβίωσης με στόχο να καταφέρει να αποδείξει ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος του και δεν τα πήγε και άσχημα. Τον ίδιο δρόμο ακλούθησε μετά από δυο χρόνια και η μεγάλη του αδελφή. Η φυγή της αδελφής του από το πατρικό ήταν μεγάλο πλήγμα για τον εγωισμό του πατέρα, τι θα έλεγε ο κόσμος; Για την επανάσταση της καταπιεσμένης αδελφής θεωρήθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος ο Σωτήρης, γιατί αυτός έφυγε πρώτος.

Γέρασε ο πατέρας. Απέκτησε δέκα εγγόνια, επανασυνδέθηκε και με την κόρη και έβλεπε πού και πού τα παιδιά της, όπως και τα αλλά του εγγόνια από τα δύο μικρότερα παιδιά του, αλλά ποτέ δεν είδε τα εγγόνια που απέκτησε από τον Σωτήρη.

Με την μάνα του ο Σωτήρης διατηρούσε μια πολύ καλή σχέση, κρυφά από τον πατέρα του. Την αγαπούσε και αναγνώριζε τη θυσία της και την αφοσίωσή της τόσα χρόνια προς τα παιδιά της. Παρόλο που ο Σωτήρης την πίεζε κατά διαστήματα να παρατήσει τον τύραννό της, η μάνα του τού απαντούσε: «Τον καιρό που έπρεπε, γιε μου, να τον αφήσω δεν το έκανα. Τώρα μεγαλώσαμε, άλλαξε και ο πατέρας σου, μαλάκωσε…»

Το τηλέφωνο κτύπησε επίμονα στις επτά το πρωί, την ώρα που ο Σωτήρης μαζί με τη σύζυγό του ετοίμαζαν τα παιδιά για το σχολείο. Το απάντησε ο μικρός του γιος: «Παπά, κάτι έπαθε η γιαγιά, κλαίει, έλα».
«Ο πατέρας σου δεν ξυπνά, γιέ μου», επανέλαβε δυο φόρες η μητέρα του. «Κάλεσε ασθενοφόρο και έρχομαι», είπε ο Σωτήρης. Μέχρι να πάει ο Σωτήρης ο πατέρας του ήταν ήδη στο ασθενοφόρο καθοδόν για το νοσοκομείο. Ήταν εξήντα τριών χρόνων.

Η ημέρα κύλησε με τα διαδικαστικά. Η νεκροτομή έδειξε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η κηδεία έγινε την επόμενη μέρα σε μια κατάμεστη από συγγενείς και φίλους εκκλησία. Η μεγάλη αδελφή του Σωτήρη διάβασε τον επικήδειο. Μίλησε για τον πατέρα που με το δικό του τρόπο προσπαθούσε να μεγαλώσει, όπως πίστευε καλύτερα τα παιδιά του. Μίλησε για τον πατέρα που είχε πολλούς φίλους και όλοι τον αγαπούσαν. Μίλησε για το σύζυγο που ήταν δίπλα στη μάνα της για σαράντα τρία χρόνια. Όλοι είχαν να πουν από ένα καλό λόγο.

Ο Σωτήρης στεκόταν ανέκφραστος και σκυφτός ανάμεσα στα δύο μικρά παιδιά του. Στο «δεύτε τελευταίο ασπασμό» παρέμεινε  λίγο  περισσότερο από τους άλλους πάνω από το φέρετρο  κοιτάζοντας το άψυχο σώμα του πατέρα του, λες και ήθελε να βεβαιωθεί πως βρισκόταν στη σωστή κηδεία. Αργότερα  στάθηκε στη γραμμή με τη μάνα του και τα άλλα του αδέλφια και όλοι μαζί δέχτηκαν τα συλλυπητήρια των παρευρισκομένων.
Στο κοιμητήριο στεκόταν όλη την ώρα σαν άγαλμα και μόνο προς το τέλος έσκυψε και πήρε μια χούφτα χώμα και έριξε στον τάφο.

Δυο μέρες δεν μίλησε σχεδόν καθόλου και  ούτε ένα δάκρυ δεν έβρεξε το μάγουλό του. Αργά το απόγευμα όταν έφυγε από το σπίτι της μητέρας του, όπου πήγαν όλοι μετά την κηδεία για τον καφέ της παρηγοριάς, επέστρεψε στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα του παππού του και έκλαψε γοερά, έκλαψε όχι για τον πατέρα  που έχασε αλλά για τον πατέρα που ποτέ δεν είχε.
Κ. Πατίνιος

Advertisements

6 Σχόλια

  1. Ιουνίου 1, 2011 στις 6:39 πμ

    Μπράβο ρε Κώστα! Βρίσκεις πάντα τον τρόπο να μας ξυπνάς…

  2. Ιουνίου 1, 2011 στις 6:40 πμ

    Κώστα, συγχαρητήρια. Απόκτησες ένα δικό σου χαρακτήρα στη γραφή, πλέον αναγνωρίσιμο. Πολύ όμορφο διήγημα.

  3. Νίκος said,

    Ιουνίου 1, 2011 στις 8:51 πμ

    Kαλογραμμένο. Μας παρουσίασες μόνο την μια όψη , δεν ξέρουμε πως ένιωθε ο πατέρας.

  4. patinios said,

    Ιουνίου 1, 2011 στις 8:04 μμ

    @ Δασκαλάκης.Νασαι καλά , και εγώ για να ξυπνώ που γράφω…
    @ αστροναύτης τούτο το «πλέον αναγνωρίσιμο» που μου έγραψες είναι καλόν???
    @Νίκος την άλλη όψη δεν την βλέπω, είμαι μονόπλευρος… σήμερα

  5. Marianna said,

    Ιουνίου 6, 2011 στις 5:43 μμ

    Μπραβο Κωστα μου… μ’εχεις συγκινησει!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: