Υπό τον ήχο της παλιάς γραφομηχανής

Είχε καιρό να σας διηγηθώ  καμιά μικρή ιστορία…

grafomixani

Τον φίλησε και τον σκέπασε καλά, τον καληνύχτισε και έκανε να φύγει, πριν πατήσει τον διακόπτη για να σβήσει το φως ο γιος του τον ρώτησε:

  • Θα πας στο γραφείο να γράψεις;
  • Ναι, έχω να παραδώσω ένα άρθρο και παρόλο που είμαι πολύ κουρασμένος πρέπει να κάτσω να δουλέψω.
  • Μείνε στο δωμάτιο μου, φέρε το lap top  εδώ στο γραφείο μου, μου αρέσει να σε νιώθω κοντά μου μέχρι να κοιμηθώ.
  • Δεν θα σε ενοχλεί που θα έχω αναμένω το φως;
  • Όχι, άστο αναμμένο.
  • Ούτε θα μου κάνεις συνέχεια ερωτήσεις που θα μου διακόπτουν τον ειρμό της σκέψης μου.
  • Ούτε.

Αποτράβηξε το χέρι από τον διακόπτη, βγήκε έξω και επέστρεψε σχεδόν αμέσως έχοντας στο χέρι μια μικρή βαλίτσα, την τοποθέτησε στο γραφείο, έβγαλε και άναψε το lap top, περιμένοντάς το να βράσει συνάντησε το βλέμμα του γιου του.

  • Παπά, τι γράφεις;
  • Ένα θέμα για την κατάσταση της οικονομίας και τις επιδράσεις τύπου «ντόμινο» που επιφέρει στη δομή της κοινωνίας μας.
  • Δεν κατάλαβα τίποτα.
  • Είσαι μικρός ακόμα για να καταλάβεις, στα έντεκά μου ούτε και εγώ καταλάβαινα.
  • Τώρα δηλαδή καταλάβεις;
  • Έλα ντε καλή ερώτηση, αν καταλαβαίναμε εμείς οι μεγάλοι δεν θα κάναμε τόσα ασυγχώρητα λάθη που δυστυχώς θα τα βρει και η δική σου γενιά στο δρόμο της.

Έκανε να ρωτήσει κάτι άλλο ο μικρός, αλλά του έκοψε τη φόρα ο πατέρας του:

  • Φτάνει κουβέντα, είπαμε δεν θα με ενοχλείς. Έχω δουλειά, αλλιώς θα σηκωθώ να πάω στο γραφείο να βρω την ησυχία μου, τον «απείλησε» ο πατέρας.
  • Όχι εντάξει. Καληνύχτα παπά μου.
  • Καληνύχτα αγάπη μου.
  • Να μου δώσεις ακόμα μια αγκαλίτσα και ένα φιλί.
  • Να σου δώσω.

Ξεκίνησε να γράφει ο πατέρας υπό το βλέμμα δυο πελώριων καφέ ματιών που ανοιγόκλειναν για αρκετή ώρα μέχρι να βαρέσουν και να τον πάρει ο ύπνος ψελλίζοντας ένα ακόμα «αγαπώ σε παπά μου» και γυρίζοντας πλευρό προς τον τοίχο.

Πριν αρχίσει καλά καλά να γράφει για την κατάσταση της οικονομίας και τις επιδράσεις τύπου «ντόμινο» που επιφέρει στην δομή της κοινωνίας μας , άρχισε να ξεφεύγει με το μυαλό του βλέποντας τον γιο του να ξαπλώνει έτσι κουλουριασμένο μέσα στο κρεβάτι.
Άρχισε να ξεφεύγει από την εργασία του και να θυμάται όταν αυτός ήταν μικρός του άρεσε που καθόταν ο δικός του πατέρας στο δωμάτιο του και έγραφε.

Ο πατέρας του σημερινού πατέρα και παππούς του μικρού παιδιού ήταν συγγραφέας . Έχει ακόμα την παλιά μεταπολεμική γραφομηχανή που αγόρασε ο πατέρας του από ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Αγγλία, μια Γερμανική μαύρη optima του 1975 και θυμήθηκε πως ο πατέρας του είχε να το λέει «οι γερμανικές γραφομηχανές είναι οι καλύτερες».
Ο πατέρας του είχε μακαριστεί λίγο πριν γεννηθεί ο εγγονός, που κοιμόταν πλέον ήρεμος στο κρεβάτι, όταν είχαν αρχίσει να εισβάλλουν στη ζωή μας για τα καλά οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές κάτι που δεν συμπάθησε ποτέ. Έγραφε ως τα γεράματά του λίγο πριν πεθάνει παραμένοντας πιστός στον έρωτά του με τον ήχο της γραφομηχανής, αυτό το για άλλους εκνευριστικό αλλά για εκείνον μελωδικό τακ- τακ της παλιάς γραφομηχανής.
«Πώς μπορείτε να γράφετε στα μουγκά χωρίς να ακούτε τον ήχο του πληκτρολογίου; Δεν σας καταλαβαίνω!!!» έλεγε.
Και πού να ζούσε ακόμα έως τις μέρες μας να άκουγε πως αυτή του την απορία κάποιο επιχειρηματικό μυαλό τη συμμερίστηκε και δημιούργησε ένα πρόγραμμα για ηλεκτρονικούς υπολογιστές που κάνουν το πληκτρολόγιό τους να ακούγεται σαν παλιά γραφομηχανή.

Τρεις γενεές μέσα στο ίδιο δωμάτιο, ο παππούς μέσα από τη σκέψη του πατέρα με τη γραφομηχανή του, ο πατέρας μπροστά στον υπολογιστή και ο γιος που όλη μέρα είναι με το tablet στο χέρι και μέχρι να μεγαλώσει ποιος ξέρει πόσο θα εξελιχθεί η τεχνολογία και πώς θα γράφει αν θα γράφει ή αν δεν εφεύρουν κάποιο μηχάνημα που θα διαβάζει τη σκέψη του και θα την μετατρέπει σε γραπτό κείμενο.

Ο πατέρας δεν έγραφε πλέον.

Σκεφτόταν, ταξίδευε με το μυαλό του , έφερνε στη θύμησή του την παιδική του ηλικία τότε που ο δικός του πατέρας καθόταν στο δωμάτιο του μπροστά στη γραφομηχανή και δημιουργούσε τις ιστορίες, τα διηγήματα και τα ποιήματά του.

Νοστάλγησε τον ήχο της γραφομηχανής που τον «νανούριζε» σαν ήταν μικρό παιδί, εκείνο τον ήχο που σε κάθε πάτημα των δακτύλων ήταν διαφορετικό κι ας έμοιαζε με το προηγούμενο.
Αλλιώς ακουγόταν το κτύπημα στο πλήκτρο όταν πατούσε με το μικρό δακτυλάκι του αριστερού χεριού «α» και αλλιώς ακουγόταν με τον δείκτη του δυνατού δεξιού χεριού όταν έδινε εντολή στο «η» να πάρει τη θέση του στο χαρτί, αλλιώς το space αλλιώς η επαναφορά της σελίδας στην αρχή του περιθωρίου για την επόμενη γραμμή.
Αλλιώς ακόμα ακουγόταν ο ήχος της γραφομηχανής όταν ο πατέρας είχε έμπνευση. Όταν είχε ρέουσα σκέψη άκουγες τη γραφομηχανή ακατάπαυστα σαν πολυβόλο που έριχνε ριπές σκέψεων πάνω στο χαρτί.
Πληκτρολογούσε γρήγορα ο πατέρας και το παινευόταν, έγραφε πάνω από είκοσι λέξεις το λεπτό.
Για μια στιγμή σκέφτηκε να σηκωθεί να πάει στην αποθήκη να βρει εκείνη την παλιά γραφομηχανή του πατέρα του να την φέρει δίπλα του να του κρατά  παρέα τα βράδια, το ανέβαλε όμως για την επομένη.
Ο μικρός κοιμόταν εδώ και ώρα, ο πατέρας του τον έβλεπε καθισμένος μπροστά στον υπολογιστή και νοσταλγούσε την δική του παιδική ηλικία.
Νοσταλγούσε τις στιγμές που περνούσε με τον δικό του πατέρα ακούγοντας το τικ τακ τις παλιάς γραφομηχανής και θυμήθηκε χαμογελώντας πως ποτέ δεν ανάφερε στον δικό του πατέρα πόσο τον ενοχλούσε αυτό το τακ τακ γιατί προτιμούσε να τον ένιωθε δίπλα του μέσα στο παιδικό του δωμάτιο ενόσω κοιμόταν.
Έκλεισε το lap top, έσβησε το φως, ξάπλωσε δίπλα στον γιο του τον αγκάλιασε, τον φίλησε και αποκοιμήθηκε.
Κ.Π 20/1/15

Advertisements

8 Σχόλια

  1. Ιανουαρίου 22, 2015 στις 11:18 πμ

    πολλά όμορφο κείμενο Κώστα μου!!!

    • patinios said,

      Ιανουαρίου 22, 2015 στις 1:32 μμ

      Ευχαριστώ Αμαρυαδα μου , μα ελα να σου πω , βρίσκεις ώρα και διαβάζεις και πλοκ τούτες τις «νυσταγμένες» μέρες !!!

  2. Invictus said,

    Ιανουαρίου 22, 2015 στις 11:27 πμ

    Έχω να σου πω ότι η κόρη μου φέτος εζήτησε για δώρο που τον Άγιο Βασίλη μια γραφομηχανή. Την οποία βεβαίως και της έφερε. Μια Olivetti της δεκαετίας του ’70 🙂

    • patinios said,

      Ιανουαρίου 22, 2015 στις 1:29 μμ

      Τελείωσα το εμπορικό και έκαμνα μάθημα δακτυλογραφίας και ήταν από τα λίγα μαθήματα που μου άρεσκαν!!! Ρε αν η Olivetti της δεκαετίας του 70 εν Γερμανική να την εντάξω στην ιστορία !!! 🙂

      • Invictus said,

        Ιανουαρίου 23, 2015 στις 8:56 πμ

        Εν Ιταλική η γραφομηχανή 🙂

  3. Νίκος said,

    Ιανουαρίου 22, 2015 στις 4:48 μμ

    Όμορφη νοσταλγική ιστορία όπως μου αρέσκουν Κώτσιο μου! Τούτες οι σχέσεις μας με τους γονιούς μας και τα παιθκιά μας εν το νόημα της ζωής.

    Πράγματι έχει καιρό να γράψεις ιστορίες, γενικά στα μπλογκς ελείψαν οι ιστορίες, ο ασέρας γράφει ευτυχώς καμιά μέσα μέσα. Επήξαμε στις καθημερινές εμεπιρίες, τα παράπονα τζαι τα ακαταλαβίστικα (για μένα)ποιήματα! 🙂

    • patinios said,

      Ιανουαρίου 23, 2015 στις 6:50 πμ

      Καλημέρα φίλε μου , αν και μυθοπλαστική η ιστορία μου ξεκίνησε από την εικόνα του δικού μου γιου στο κρεβάτι να κοιμάται και εγώ να κάθομαι στο γραφείο του να τον χαζεύω!!! Τούτες οι σχέσεις μας με τους γονιούς μας με τα παιθκιά και τους φίλους μας μας δεν είναι το νόημα της ζωής. Εν η ίδια η ζωή . τα ποιήματα εν πειράζει που εν τα καταλάβεις (ούτε και εγώ πολλές φορές τα καταλάβω , αφού μπορεί κάθε φορά που τα διαβάζω να φκαλλω άλλο νόημα ) εμένα μου αρκεί που ο ηχοε τους φτάνει ευχάριστα στα αφτιά μου!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: