Χρόνια σαν τις σφαίρες

xronia san ti sferaΌταν άκουσε ότι επιστρέφει στην πατρίδα η γιαγιά, το αντιμετώπισε με καχυποψία.

  • Είκοσι πέντε χρόνια στο εξωτερικό στα παιδιά της τι την θέλει τώρα την επιστροφή;
  • Θέλει να έρθει να πεθάνει στον τόπο της γιε μου, είπε η μάνα του.

Του ήρθε στο μυαλό ένα ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου
«’Όταν πεθάνω, να με θάψτε στο χωριό». Θέλουν να τιμήσουν με το πτώμα τους την πατρίδα που αρνήθηκαν με το σώμα τους.

Ο Έκτορας  δεν γνώρισε παππούδες και γιαγιάδες , οι γονείς της μητέρας του ήταν αγνοούμενοι και θεωρούνταν νεκροί αφού ήταν σε προχωρημένη ηλικία  όταν έγινε ο πόλεμος και από τότε έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια. Ούτε τον πάππου από πλευράς του πατέρα δεν τον θυμάται γιατί  ήταν πολύ μικρός όταν πέθανε.
Σε μια γιαγιά είχε να αναφέρεται ο Έκτορας και αυτήν δεν την θυμόταν αφού  τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια ήταν στο εξωτερικό , λίγα χρόνια στην Αγγλία με την οικογένεια του μικρού της γιου,  μετά στην Ροδεσία οπού ζούσε η κόρη της και τα τελευταία χρόνια στη Νότια Αφρική όπου ο δεύτερος της γιος είχε επιχειρήσεις.

Όταν με το καλό ήρθε στην πατρίδα ο Έκτορας της απολογήθηκε για την καχυποψία του (και ας μην χρειαζόταν αφού δεν ήταν στο μυαλό του για να γνωρίζει τη σκέψη του).
Η γιαγιά ήταν ένα ήσυχο γλυκύτατο πλάσμα που το μόνο πράγμα που ήθελε για τελευταία επιθυμία  ήταν να επιστρέψει για να ζήσει τα «υστερινά» της στον τόπο της.
Η γιαγιά ζήτησε από μόνη της να πάει να κατοικήσει σε ένα καλό γηροκομείο, απέρριψε τις προτάσεις να μείνει στο σπίτι του γιου της ή να νοικιάσει ένα μικρό σπίτι και να της φέρουν οικιακή βοηθό, ήταν πάνω από ογδόντα πέντε χρονών με κινητικά προβλήματα αλλά με αξιοπρόσεκτη διαύγεια πνεύματος.

Φιλοξενήθηκε στου γιου της για περίπου δυο εβδομάδες μέχρι να διευθετηθεί η μετάβαση της στο καινούριο της «σπίτι» -ένα σχετικά ακριβό γηροκομείο με καλό όνομα για της υπηρεσίες που προσέφερε στους ένοικους του.
Ο γιος της , η νύφη και τα εγγόνια της αρχικά την επισκέπτονταν συχνά, τουλάχιστο μια φορά μέσα της εβδομάδας και την Κυριακή την μετέφεραν στο σπίτι για το μεσημεριανό τραπέζι . Με την πάροδο του χρόνου οι επισκέψεις αραίωσαν από όλους εκτός από τον  Έκτορα ο οποίος κάθε Σάββατο απόγευμα δυο με τέσσερις της κρατούσε συντροφιά .
Οι συζητήσεις τους ήταν σαν γέφυρα με το παρελθόν του Έκτορα, ένα παρελθόν κάτι σαν επιστροφή στις ρίζες του.
Έμαθε για τον παππού που δεν τον θυμόταν καθόλου, έμαθε για τα παιδικά χρόνια του πατέρα του που ποτέ ο ίδιος  δεν του είχε μιλήσει.
Μεγάλο ενδιαφέρον ήταν και η αποκάλυψη της γιαγιάς ότι έγραφε στίχους στην κυπριακή διάλεκτο άλλα λίγο αμελής ο Έκτορας δεν πρόλαβε να τα περισώσει πάρα το ότι υποσχέθηκε πολλές φορές στη γιαγιά ότι θα φέρει ένα κασσετοφωνάκι να τη μαγνητοφωνήσει.
Κάποιες σημειώσεις που κράτησε πάνω σ ένα πρόχειρο χαρτί μόνο έμειναν χωρίς να είναι και απολύτως σίγουρος αν είναι όντως δικά της γιαγιάς του αυτά που κατέγραψε ένα Σάββατο που είχε κέφια η γιαγιά και του είπε μερικά.
«Τα μαθκια σου εν θάλασσα, τα φρύδκια σου λιμάνι
τζι’ όποιος δικλήσει  τζιαι τα δει θέλει γιατρούς να γιάνει»

«Αλίμονο τα πάθη μου… μιας πέτρας να τα λέω
κι εκείνη με παρηγορεί σαν κάθομαι και κλαίω

Το στήθος μου κατάντησε  βασάνων κατοικία
που κρύφτηκαν οι λέοντες και τ’ άγρια θηρία»
Το Αχ το βαχ δεν τ’ όξερα  ποτέ να το φωνάξω
και τώρα δεν περνά στιγμή  να μην αναστενάξω»

«Ανάθεμα τον που λαλεί πως εν γλιτζήν το μέλιν
γλυκύτερον εν το φιλί  τις κοπελιάς που θέλει»

«Τον κόσμο τον βαρέθηκα δεν είναι πια για μένα
αφού το θέλει η τύχη μου να ζω βασανισμένα»

Το επόμενο Σάββατο το σκηνικό ήταν διαφορετικό  η Γιαγιά ήταν πολύ στεναχωρημένη , είχε απεβιώσει ο «συγκάτοικος» της ο Γιώρκος.
Πέρασε η ώρα χωρίς ιδιαίτερες κουβέντες, η γιαγιά ζήτησε από τον Έκτορα να την πάρει μια μικρή βόλτα στη γειτονιά  με το τροχοκάθισμα .
«Δύσκολο να ζεις στο γηροκομείο γιέ μου- όσο καλά και να μας συμπεριφέρονται οι νοσοκόμες-  έχει οκτώ μήνες που ήρθα εν επέρασεν μήνας που να μεν επέθαναν ένας – δυο γέροι , στο τέλος κουράζεσαι να τους μετράς, δεν θες να κάνεις καινούριες γνωριμίες με αυτούς που αντικαθιστούν τους πεθαμένους και απλά περιμένεις τη σειρά σου»
Τελείωσαν την βόλτα και κάθισαν για λίγο στο σαλονάκι του γηροκομείου , θα έφευγε η γιαγιά βγάζει μια μικρή κόλλαν και του την  δίνει .

-Να σου δώσω τζιαι τούτον γιε μου , έγραψε το ο φίλος μου ο Γιώρκος, εν με τον μόνον που κατάφερα να κάμω παρέα δαμέσα δα , εφέραν τον λλίες μέρες πριν να έρτω εγιώ.
Είσιεν μεγάλον μαράζιν που τον εφύαν  που το χωρκόν τα παιθκιά του  τζιαι  «επετάξαν» τον μεσ’ το γηροκομείον.
Εν είχα το κουράγιον να ζητήσω ούτε στην κηδεία του να πάω.
Έλα το  τζιαι δώστο στα παιθκιά του.

«Εγέρασα τζιαι γίνηκα βάρος για τα παιδκιά μου
τζιαι θέλουν σώννει τζιαι καλά να φκω που τα νερά μου.
Θέλουν να αφήκω το χωρκόν τζιαι ανοίξαν μου ταμείον
να με έχουν δίπλα τους λαλούν μες το γηροκομείων.
Θέλουν να με σηκώσουσιν τζιαι να με ξεσπιτώσουν
μ’ αντίς ν’ αφήκω το χωρκόν κάλιον ας με σκοτώσουν.
Ογδόντα χρόνια έζησα τζι  ερέξαν σαν τη σφαίρα
δαμέσα που με σίρασιν εν περπατά η μέρα»

Ήταν και το τελευταίο Σάββατο που την είδε ζωντανή ο Έκτορας , την επόμενη Δεύτερα το βράδυ κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε ποτέ.

K.Π

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: