Και ας μην ήσουν εκεί

skia

Πριν καμπόσα χρόνια ξεκίνησα να γράφω ένα μυθιστόρημα αλλά δεν το ολοκλήρωσα επειδή είμαι τεμπέλης με τα πολλά μεγάλα κείμενα.

Έχει μερικά κεφάλαια όμως που με λίγο» «χτένισμα» γίνονται αυτοτελή μικρά διηγήματα και γιαυτο είπα να τους δώσω την ευκαιρία να διαβαστούν.

Η  Κατερίνα ήταν συνέχεια μαζί του , ότι και να έκανε.‘Όπου και να πήγαινε την τοποθετούσε στο χώρο που έβλεπε γύρω του, έκανε ακόμα και σιωπηλούς  διάλογους μαζί της και τα βράδια της τα έγραφε όλα, ολα σε ένα τετράδιο.

Μια μέρα πήγε εκδρομή με τα παιδιά και κάποιας οικογενειακούς φίλους,  σαν να ήταν σε κάθε στιγμή μαζί τους

«Σήμερα σε πήγα εκδρομή …
Σήμερα σε πήγα εκδρομή,  μια υπέροχη μέρα, καθημερινή για τους πολλούς, αργία για εμάς.
Ο ανοιξιάτικος ήλιος  συνηγορούσε στο να περάσουμε όμορφα. Δέκα η ώρα ήμαστε στο αυτοκίνητο, μια γρήγορη στάση στο προκαθορισμένο σημείο για να μας ακολουθούσουν φίλοι  και οπό εκεί, επιλέγοντας την πιο απομακρυσμένη διαδρομή -για να δούμε και να απολαύσουμε όσο το δυνατότερο περισσότερα από την κυπριακή φύση- προς τον
τελικό προορισμό μας, το Όμοδος…

Πρώτη στάση, αφού περάσαμε από την Κοκκινοτριμιθιά, το Ακάκι, την Περιστερώνα, την Ορούντα και την Αγία Μαρίνα Ξυλιάτου, ο υδατοφράχτης της περιοχής, σχεδόν γεμάτος, ευτυχισμένος που μετά από τέσσερα χρόνια ανομβρίας, ήπιε, ξεδίψασε και γέμισε τα σπλάχνα του με ό,τι τον κάνει  περήφανο. Περπατήσαμε για λίγο στο μονοπάτι της φύσης που κύκλωνε τον υδατοφράχτη… αλλά οι άλλοι φίλοι ήθελαν  να προχωρήσουμε κι έτσι μας διέκοψαν και τους ακλουθήσαμε.

Σε δεκαπέντε περίπου λεπτά φτάσαμε στα Λαγουδέρα, σταματήσαμε
στην Παναγία που Άρακα, για να ανάψουμε ένα κερί. Δε συνηθίζω να ανάβω κεριά στις εκκλησίες, αλλά, όταν βρεθώ σε τέτοια αρχιτεκτονικά αριστουργήματα που επιβίωσαν στο πέρασμα των αιώνων (σου είπα) νιώθω αυτό που λείπει από τις αστικές μας εκκλησίες (δεν πήρες θέση, προτίμησες να κοιτάς τις τοιχογραφίες). Λίγο πιο κάτω από την εκκλησία μια ηλικιωμένη μαυροφορεμένη χήρα μας κάλεσε να μας κεράσει ένα καφέ και να της κάνουμε λίγη παρέα. Δεν αρνηθήκαμε, αν και ο χρόνος μας δεν ήταν απεριόριστος. Μιλήσαμε για τις δυσκολίες της ζωής στο χωριό, την αστυφιλία, ήπιαμε τον καφέ μας, πήραμε τις ευχές της και φύγαμε.
Ανηφορήσαμε με κατεύθυνση τα Χανδριά, δεξιά μας υψωνόταν περήφανη η Μαδαρή (η ψηλότερη βουνοκορφή της γύρω περιοχής, που στην ποδιά της σκαλωτά σκαλωτά κρέμονταν μικρά περιβόλια από φρούτα, αμπέλια και φουντουκιές). Δε μιλούσες, φαινόταν, όμως στα μάτια σου ότι απολάμβανες μια τέτοια διαδρομή. Περάσαμε μέσα από τα Χανδριά και την Κυπερούντα, αριστερά από τον Καρβουνά, μέσα από τον Κάτω Αμίαντο προς τη διασταύρωση του Μονιατη. Μυρίζει ακόμα καμένη γη, παρόλο που πάνε τέσσερα χρόνια από τη μεγάλη πυρκαγιά, που ξεγύμνωσε τα βουνά της γύρω περιοχής. Δε θέλω να περνώ από αυτή την περιοχή, προτιμώ να τη θυμάμαι όπως ήταν (και ήταν μια από τις αγαπημένες μου διαδρομές πριν καεί, θυμάμαι  το δάσος πυκνό μέχρι το δρόμο, σήκωνες το μάτια ψηλά και έβλεπες το πράσινο των δέντρων με το μπλε του ουρανού να μπερδεύονται γλύκα!).
Η μαγεία της φύσης μας έκανε να ξεχαστούμε από την καμένη γη, όταν περνούσαμε από το Πέρα Πεδί, για να κατηφορίσουμε προς το Όμοδος, ενώ άρχισε να διαμαρτύρεται και το στομάχι μας, αφού η ώρα ήταν περασμένες δυο.

Είχε χρόνια να περάσω από τους δρόμους του κρασιού!!! Τα σπίτια χτισμένα με την ασπρόπετρα της περιοχής διατηρώντας την παραδοσιακή αρχιτεκτονική τους, οι πλακόστρωτοι δρόμοι, η μεγάλη εκκλησία που δεσπόζει του χωριού, τα ταβερνάκια, το κόκκινο κρασί  που μύριζε ακόμα και οι τουρίστες μου φαίνονταν να δένουν αρμόνικα  με το όλο σκηνικό και αυτό γιατί ήσουν εσύ μαζί μου.

Καθίσαμε σε μια υπόγεια ταβέρνα διαφορετική από τις άλλες. Οι ιδιοκτήτες, ένα ζευγάρι, από την Κύπρο ο άντρας και από την Αγγλία η γυναίκα. Μαγείρευαν και οι δυο, ο καθένας ότι ήξερε και τα σέρβιραν, φαγητά της ώρας κυρίως, εκτός από δυο σπεσιαλιτέ, μια από κάθε χώρα. Μου άρεσε ιδιαίτερα η σπεσιαλιτέ της Αγγλίδας, πίτα με σπανάκι κοτόπουλο και μπεσιαμέλ. Συνοδεύαμε το φαγητό με κρασί που έφτιαχναν οι ιδιοκτήτες της ταβέρνας, κόκκινο κρασί, που όταν σε έβλεπα να το πίνεις αντιλαμβανόμουν γιατί το κρασί είναι ίσως το πιο ερωτικό ποτό.

Αφαιρέθηκα, για αρκετή ώρα φαίνεται, με συνέφεραν τα γέλια από ένα
ανέκδοτο που είπε κάποιος από την παρέα!!! Δεν άκουσα τίποτα, αλλά
έκανα ότι χαμογελούσα.

– Γιατί δε γελάς, δεν ήταν ωραίο το ανέκδοτο;

– Όχι, καλό ήταν, αλλά το έχω ξανακούσει.

Στο διπλανό τραπέζι παρατήρησα μια παρέα από δυο οικογένειες  με
διάθεση για τραγούδι. Ο ένας, που ήταν επαγγελματίας τραγουδιστής, ξεκρέμασε την κιθάρα από τον τοίχο, την κούρδισε και άρχισε να
τραγουδά… Δε συμφωνούσα με το ρεπερτόριό του, αλλά τον ακολούθησα πονηρά σκεφτόμενος, για να μου παίξει εν καιρώ ένα τραγούδι της επιλογής μου. Αφού περίμενα υπομονετικά, ήρθε επιτέλους η ώρα που περίμενα.
– Έχετε να προτείνετε κανένα τραγούδι;

– Αν ξέρεις το μελοποιημένο ποίημα του Βάρναλη «Οι μοιραίοι», θα το ήθελα.
– Έχει καιρό να το παίξω, αλλά θα προσπαθήσω.

«Μες την υπόγεια την ταβέρνα μες σε καπνούς και σε βρισιές άπονα
στρίγκλιζε η λατέρνα, όλοι παρέα πίναμε ψες. Εψές σαν όλα τα βραδάκια να πάνε κάτω τα φαρμάκια… Ω πόσο βάσανο μεγάλο το βάσανο είναι της ζωής όσο ο νους κι αν τυραννιέται, άσπρη ημέρα  πεθυμιέται…».

– Τέσσερις η ώρα, πρέπει να πηγαίνουμε.

– Είναι ανάγκη;

– Εσύ βιάζεσαι, για να πας δουλειά, είπε ο κουμπάρος και είχε δίκαιο.

Νωχελικά επιστρέψαμε στο αυτοκίνητο και πήραμε τον δρόμο της
επιστροφής, όχι, όμως, από τον ίδιο δρόμο, το μακρινό. Περάσαμε από τις Πλάτρες, το Μονιάτη, τον Αμίαντο, την Κακοπετριά και κατηφορίσαμε το γνωστό δρομολόγιο προς τη Λευκωσία. Στο δρόμο δε μιλούσαμε… Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ σκεφτόμουνα συνεχώς, σκεφτόμουν, όχι κάτι συγκεκριμένο, για να είμαι ειλικρινής δε θυμάμαι ακριβώς, αλλά πρέπει να ήταν κάτι καλό, γιατί όταν κοίταζα τον εαυτό μου στο καθρεφτάκι, τον έβλεπα να χαμογελά .

Φτάσαμε… πάρκαρα στο γκαράζ… κοίταξα το ρολόι, ήταν ώρα που
έπρεπε να φύγω για δουλειά… μόλις και θα προλάβαινα… Κοίταξα ξανά την ώρα, σε λίγο αν δούλευες θα σχολνούσες.

Καθοδόν για τη δουλειά σταμάτησα στο κοιμητήριο, σου άναψα ένα κεράκι,  σου ευχήθηκα καλή ξεκούραση και σε αποχαιρέτησα…

Πέρασα πολύ ωραία μαζί σου και ας μην ήσουν εκεί.»

Advertisements

1 σχόλιο

  1. strovoliotis said,

    Σεπτεμβρίου 24, 2015 στις 4:36 πμ

    Ο Βάρναλης βρίσκεται ακόμη στην αριστερή κολόνα του ιστολογίου μου…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: