Ο πλανόδιος συγγραφέας

γραφομηχανηΚάποτε σε μια μεγαλούπολη της Ευρώπη ζούσε ένας άσημος συγγραφέας. Μικρός έβλεπε τους μουσικούς του δρόμου και καθόταν και τους άκουγε με τις ώρες πότε από το μπαλκόνι του μικρού διαμερίσματος που έμενε με την οικογένεια του και πότε καθήμενος στο πλατύσκαλο στην είσοδο της πολυκατοικίας , ταξίδευε με τις νότες και τους στίχους τους σε μέρη  μακρινά. πολλές φορές έβαζε το χαρτζιλίκι που του έδιναν οι γονείς στου στην θήκη της κιθάρας που ήταν ανοικτή μπροστά στους μουσικούς. Οι μουσικοί του χαμογελούσαν αλλά αυτός σχεδόν ποτέ δεν τους κοίταζε στα μάτια, προχωρούσε με σκυφτό το κεφάλι άφηνε τα λίγα κέρματα που κρατούσε και επέστρεφε .
Όταν συνάντησε ακροβάτες του δρόμου ζήλεψε πολύ . Ήθελε να μάθη να σχοινοβατεί, να βλέπει τις πολύχρωμες  κορύνες να στριφογυρίζουν στα χέρια, ήθελε να ντύνετε κλόουν και να κάνει μικρούς και μεγάλους να χαμογελούν.   Την πρώτη φορά που έτυχε να δει ένα ξυλοπόδαρο ντυμένο παλιάτσο να κάνει ταχυδακτυλουργικά  στον μεγάλο πλακόστρωτο πεζόδρομο που διάσχιζε την κεντρική αγορά της πόλης  δάκρυσε από χαρά.
Τα Αγάπησε όλα μα δεν έγινε τίποτα από αυτά γιατί λίγο ποιο πάνω από την αγάπη ανακάλυψε μεγαλώνοντας πως ήταν ο έρωτας του με μια γραφομηχανή,
η καλύτερα η γραφομηχανή ήταν το μέσο για να ολοκληρώνει τον έρωτα του που ήταν το γράψιμο.
Κάπου στα εικοσιπέντε και αφού δυο χρόνια νωρίτερα  παράτησε το πτυχίο της φιλοσοφικής  και περιπλανήθηκε σε διάφορες δουλειές, (σερβιτόρος ,πωλητής , διανομέας) ένα πρωί του ήρθε η ιδέα να κατέβη με τη γραφομηχανή του να την στάση σε ένα τραπεζάκι σε μια μεριά του μεγάλου πλακόστρωτου πεζόδρομου που διάσχιζε την αγορά της πόλης και να γράφει έναντι αμοιβής μικρά διηγήματα, ποιήματα, πεζό λόγο κλπ στους περαστικούς .
Αποφάσισε να γίνει πλανόδιος συγγραφέας…
Οι πελάτες έπρεπε να στέκονται απέναντι του όσο αυτός έγραφε για να τους παρατηρεί και αν η εικόνα τους ,η έκφραση τους η αύρα τους δεν του έλεγαν κάτι τότε έκανε και μικρούς διαλόγους μαζί του για να μπορέσει να μαζέψει τις πληροφορίες που ήθελε για να τους αφήσει  ικανοποιημένους και να βγάλει και αυτός το μεροκάματο του.
Υπήρχαν όμως και αυτή που του έκαναν το έργο του ευκολότερο αφού του έδιναν το θέμα που ήθελαν να τους φτιάξει ένα ποίημα η μια ιστορία.
Ο τιμοκατάλογος έγραφε
Ποιήματα με ομοιοκαταληξία δέκα η δεκαπέντε  ευρώ αναλόγως μεγέθους
Μικρά διηγήματα μια σελίδα (έως 300 λέξεις) είκοσι πέντε ευρώ.
Τρία τέσσερα μικρά ποιήματα και ένα διήγημα την μέρα και έβγαινε το μεροκάματο ενώ στο μεσοδιάστημα περιμένοντας τον επόμενο πελάτη συνέχιζε να δουλεύει πάνω στο μυθιστόρημα που όλο έγραφε μα ποτέ δεν τελείωνε .
Για να διευρύνει τον κύκλο εργασιών του μοίραζε τις μέρες του ανάμεσα σε δυο μεγάλους πεζόδρομους τις πόλης δουλεύοντας Πέμπτη ,Παρασκευή ,Σαββάτο στον ένα και Κυριακή ,Τετάρτη στον άλλο ενώ  Δευτέρα και Τρίτη δεν δούλευε.
Δευτέρα και Τρίτη έκανε τις δουλειές του σπιτιού και έβγαινε για μοναχικούς περιπάτους στο πάρκο τις πόλης.

Ο πλανόδιος συγγραφέας δεν πρόλαβε να ζήση πολύ ούτε καν να έκδοση το μυθιστόρημα του που ετοίμαζε . Κάηκε την τελευταία μέρα του χρόνου μαζί με τις κόλλες  του σε πυρκαγιά  που δεν εξακριβώθηκαν τα αίτια της, στο μικρό διαμέρισμα του κοντά στον μεγάλο πεζοδρόμο που διάσχιζε την αγορά τις πόλης .
Η είδηση του θανάτου του   συγκλόνισε ένα πατερά που είχε στα χέρια του την κόλλα με το διήγημα που έγραψε λίγες μέρες νωρίτερα (παραμονή Χριστουγέννων) για τα μικρά του παιδιά  και έτσι για να τιμήσει την μνήμη του παρακάλεσε τον εκδότη της τοπικής εφημερίδας να δημοσιοποίηση το διήγημα.
« – Θα μου αγοράσεις το ποδήλατο  που θέλω για δώρο Χριστουγέννων τελικά;
είπε στον πατέρα του με τόνο προστακτικό.
–κάναμε ξανά αυτή τη συζήτηση και σου είπα πως δεν μπορώ να διαθέσω τόσα χρήματα τη στιγμή που πριν δυο εβδομάδες συμφώνησες να σου ικανοποιήσω την επιθυμία σου για καινούριες  μπότες κυνηγετικές και στολή παραλλαγής που στοίχισαν διακόσια ευρώ  και ότι κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο θα σου έβαζα κάτι μικρό για να μην διερωτηθεί  η αδελφή σου γιατί εσένα δεν σου έφερε δώρο ο Άγιος Βασίλης.
– Δεν με νοιάζει ή θα μου αγοράσεις το ποδήλατο  ή όταν θα πάμε σπίτι θα πω στην Μαρία πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και ότι την κοροϊδεύεις.
Θύμωσε ο πατέρας.
– Αυτό γιε μου ονομάζεται απληστία κι αν τολμήσεις να ανοίξεις το στόμα σου και γκρεμίσεις τον μύθο του Άγιου Βασίλη δεν θα σε πάρω ούτε το απόγευμα στο Λουνα παρκ που σας υποσχέθηκα.
Φτάσανε σπίτι κατέβηκε μουτρωμένος ο Αντρέας και θυμωμένος ο πατέρας αλλά δεν άνοιξαν το στόμα τους ούτε ο ένας ούτε ο άλλος όταν ρωτήθηκαν από την Μαρία (που τους υποδέχτηκε ανοίγοντας την εξώπορτα) γιατί είναι έτσι.

Αργά το απόγευμα Αντρέας και Μαρία σε σύμπραξη  «ενιαίου μετώπου».
– Θα πάμε Λουνα παρκ όπως μας υποσχέθηκες;
– Θα πάμε αφότου κάνουμε μια συμφωνία, θα σας δώσω από δεκαπέντε  ευρώ για να παίξετε σε όποια παιχνίδια θέλετε, θα σας κεράσω και κάτι που θέλετε  να ποιείτε  και δεν θα ζητήσετε τίποτε  άλλο.
Δεχτήκαν χωρίς διαπραγματεύσεις και μπήκαν στο αυτοκίνητο.
Τα παιδιά ξεχύθηκαν σαν χείμαρρος, ο πατέρας παράγγειλε ρόφημα ζεστής σοκολάτας και παρατηρούσε διακριτικά τα παιδιά του και τον κόσμο.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και τα παιδιά επέστρεψαν.
– Ατέ παπά, δώσε μας για ακόμα ένα παιχνίδι.
«θέλω να μπω ακόμα μια φορά στο σκουλουκούιν» είπε η Μαρία ενώ ο Αντρέας είπε «κι εγώ θέλω να δοκιμάσω στο παγοδρόμιο»
– Θα σας δώσω αλλά πρώτα ελάτε καθίστε δίπλα μου να σας δείξω κάτι που παρατήρησα.
Ο πατέρας πήρε άλλα δυο ροφήματα ζεστής σοκολάτας και κάθισαν όλοι μαζί σε ένα παγκάκι
– Είναι ωραία η ζεστή  σοκολάτα;
– Ναι.
– Τώρα που χαλαρώσατε κοιτάξτε λίγο τον κόσμο που πηγαινοέρχεται.
– Τον είδαμε τώρα μπορούμε να πάμε να παίξουμε; είπε ο Αντρέας.
– Περίμενε λίγο, είδατε πόσους πολλούς ξένους και ντόπιους έχει εδώ απόψε
-Ναι
-Οι ξένοι χαμογελάνε περισσότερο από τους ντόπιους,  πρόσεξε βλέπεις εκείνη την παρέα με τις κοπέλες, αυτές είναι Ασιάτισσες οικιακές βοηθοί , έχουν ελάχιστα χρήματα είναι μακριά από τις οικογένειές τους αυτές τις γιορτινές μέρες και όμως χαμογελάνε και το χαμόγελο τους μοιάζει να είναι αληθινό.
Δες και εκεί την μικρή που τραβά από τα φουστάνι την μητέρα της κλαίγοντας, είμαι σίγουρος κλαίει γιατί θέλει κι άλλο παιχνίδι .
Για ρίξε μια ματιά και εκεί σε αυτή την οικογένεια που περπατάνε χέρι χέρι χαμογελαστοί γονείς και η μικρή τους κόρη, τους παρατηρώ εδώ και ώρα δεν μπήκαν σε κανένα παιχνίδι, αγόρασαν πορ κορν κάνουν την βόλτα τους και δείχνουν ευτυχισμένοι.
– Δεν ξέρω πώς να σας το διδάξω ίσως να είναι και από τα πράγματα που δύσκολα διδάσκονται αλλά παιδιά μου καλό θα ήταν  να λέτε ευχαριστώ σε αυτά που σας προσφέρουν χωρίς να ζητάτε  περισσότερα, πρέπει να αναζητείτε το χαμόγελο και την ευτυχία στα απλά πράγματα.
Θα σταματήσω να μιλώ και παρακαλώ παρατηρείστε για λίγο μόνοι σας τους περαστικούς…
και αν αυτά που σας λέω τώρα ακούγονται ακαταλαβίστικα κρατήστε τα στο μυαλό σας και ξανασκεφτείτε τα απόψε  όταν πάτε για ύπνο.»

 

Advertisements

2 Σχόλια

  1. Neraida said,

    Δεκέμβριος 31, 2015 στις 5:36 πμ

    Πολύ όμορφο! Ταξίδεψα και συγκινήθηκα!
    Μου άρεσε ο «πλανόδιος συγγραφέας».
    Ίσως είναι καιρός να βγούμε στους δρόμους και να αρχίσουμε να γράφουμε για τη ζωή που είναι γύρω μας.
    Με αμοιβή τα χαμόγελα!
    Καλή Χρονιά να έχουμε Ποιητή μου!

    • patinios said,

      Δεκέμβριος 31, 2015 στις 5:40 πμ

      Καλή Χρονιά Νεράιδα. Αν δεν γράφουμε για τη ζωή που είναι γύρω μάς τότε για τη να γράψουμε; Να περάσεις όμορφα σήμερα και ακόμη ομορφοτερος να είναι ο χρόνος που είναι προ των πυλών 🙂


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: