Μυστικά γυναικών (Διήγημα)

grouptherapy

Η ψυχοθεραπεύτρια είχε «οδηγήσει» την ομάδα σε οριακό σημείο. Ο θυμός, η κατάθλιψη, οι κρίσεις πανικού, η μοναχικότητα, ο φόβος, τα βαθιά τραύματα και τα ενταφιασμένα μυστικά κόχλαζαν σαν λάβα ηφαιστείου έτοιμα να εκραγούν, για να οδηγήσουν τις τέσσερις γυναίκες που αποτελούσαν το γκρουπ στον πυρήνα της ψυχής τους και από εκεί να φτάσουν στην επιδιωκόμενη αυτογνωσία.

 

Πρώτη μίλησε η Δανάη: «Ένας μικρός θάνατος διαδέχεται τον άλλο. Πολλοί μικροί θάνατοι δεν κάνουν αναγκαστικά ένα μεγάλο θάνατο… πολλοί μικροί θάνατοι μπορεί να φέρουν και ανάσταση. Αυτήν την ανάσταση αναζητώ χρόνια τώρα», είπε κι άρχισαν τα δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλα. Η Δανάη είναι νυμφευμένη με δυο παιδιά, προπονήτρια κολύμβησης, ενώ είχε κάνει και αξιοσημείωτη καριέρα ως αθλήτρια κολύμβησης. «Έκανα κάτι για το οποίο δεν μίλησα ποτέ και σε κανένα…». Παύση για μερικά δευτερόλεπτα· σκουπίζει με το χαρτομάντιλο τα δάκρυά της και συνεχίζει:

«Όταν ήμουν φοιτήτρια στο Λονδίνο γνώρισα ένα μουσικό του δρόμου, τον Γουίλι. Ήταν ένας Αφροαμερικανός απόγονος σκλάβων από την Αφρική, όπως έλεγε ο ίδιος. Έπαιζε τζαζ και μπλουζ μουσική με το σαξόφωνό του και με μάγευε! Τον ερωτεύτηκα, τον αγάπησα και μέναμε μαζί στο φοιτητικό μου διαμέρισμα. Όντας απόγονος των σκλάβων, ήθελε να γίνει σκλάβος μου έλεγε χαριτολογώντας! Θυμάμαι όταν θα ερχόταν να με επισκεφτεί η μητέρα μου κάναμε ολόκληρη μετακόμιση για να μην καταλάβει κάτι. Πού να δεχτεί ότι η κόρη της είχε δεσμό με έναν αλλοδαπό και μάλιστα μαύρο! Ήμουν πολύ ερωτευμένη μαζί του… Είχε μια φιλοσοφία ζωής τόσο διαφορετική με αυτή που ζούσα μα και τόσο οικεία. Κάναμε ατέλειωτες συζητήσεις βολτάροντας στο Λονδίνο και τα βράδια μαγειρεύαμε, τρώγαμε και ακούγαμε μουσική καθισμένοι αγκαλιά στον καναπέ.

Εγώ που τσιγάρο δεν κάπνισα ποτέ έφτασα στο σημείο να καπνίζω σχεδόν καθημερινά “χόρτο”. Η αθλητική μου ζωή άρχισε να μπάζει νερά· μια μέρα ενώ κολυμπούσα στην κλειστή θερμαινόμενη πισίνα του πανεπιστημίου, ένιωσα να με καίει ο λαιμός μου… Ένιωσα μια κάψα και δεν μπορούσα να αναπνεύσω… Φοβήθηκα… Φοβήθηκα πολύ! Αν με ανακάλυπταν πως είχα κάνει χρήση απαγορευμένων ουσιών θα με τιμωρούσε η ομοσπονδία κολύμβησης και το κυριότερο θα είχα σοβαρό πρόβλημα με τους γονείς μου. Αποφάσισα να χωρίσω τον Γουίλι, του το εξήγησα και το σεβάστηκε. Μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε από το σπίτι.

Χρειάστηκε να κάνω μερικές εβδομάδες υπομονή για να ξεχάσω -όσο γινόταν- τον Γουίλι και να καθαρίσει ο οργανισμός μου από τα ίχνη των απαγορευμένων ουσιών. Ο Γουίλι, δυο εβδομάδες αργότερα, με ένα μήνυμά του, μου ανακοίνωσε πως βρισκόταν με άλλους μουσικούς του δρόμου στη Γερμάνια, όπου είχαν δεχθεί μια πρόταση να φτιάξουν ένα συγκρότημα. Από τότε δεν άκουσα νέα του. Μέρες μετά που έφυγε για τη Γερμάνια και ενώ τα πράγματα πήγαιναν να ομαλοποιηθούν στη ζωή μου, ανακαλύπτω ότι ήμουν έγκυος στο παιδί του… Δεν το σκότωσα· ευτυχώς ήταν τέλος της πανεπιστημιακής χρονιάς, επέστρεψα για καλοκαιρινές διακοπές στην Κύπρο, συνέχισα προπονήσεις μέχρι δεκαπέντε εβδομάδων, έλαβα μέρος ακόμη και σε αγώνες και δεν έγινε αντιληπτή η εγκυμοσύνη μου.

Ήμουν τεσσάρων μηνών όταν επέστρεψα στο Λονδίνο, ένα μήνα πριν ανοίξουν τα πανεπιστήμια, λέγοντας ότι ήθελα να διαβάσω με την ησυχία μου για να παραδώσω μια εργασία. Ο Γυναικολόγος μου πρότεινε, αφού δεν ήθελα να αποβάλω το έμβρυο να το γεννήσω και να το δώσω για υιοθεσία. Θα τα κανόνιζε όλα εκείνος κι έτσι δέχτηκα. Η μόνη που γνώριζε το μυστικό μου ήταν μια φίλη Αγγλίδα – συμφοιτήτρια. Τους τελευταίους τρεις μήνες έβγαινα ελάχιστα από το σπίτι· ούτε πανεπιστήμιο πήγαινα ούτε προπονήσεις, αφού προφασίστηκα σοβαρό τραυματισμό στην ωμοπλάτη με γραπτή γνωμάτευση που μου είχε εξασφαλίσει ο Γυναικολόγος από συνάδελφο του Ορθοπεδικό. Οι διακοπές των Χριστουγέννων που μεσολαβήσαν ήταν η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής μου… Έπεισα τους γονείς μου ότι θα πηγαίναμε με φίλους διακοπές στη Γαλλία, ενώ τις πέρασα κλεισμένη στο σπίτι.

Τριάντα μια Ιανουαρίου γέννησα στην κλινική με έξοδα που κάλυψαν οι γονείς που θα έπαιρναν το παιδί μου. Δεν ξέρω αν ήταν αγόρι ή κορίτσι, καθώς μου είπαν ότι θα ήταν καλύτερα να μη μάθαινα. Συνέχισα τις σπουδές μου και την κολύμβηση. Έκλαιγα στα κρυφά ενώ κολυμπούσα και κανείς δεν το καταλάβαινε· νόμιζα πως η πισίνα ξεχείλιζε από το κλάμα μου… Επέστρεψα στην πατρίδα και τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Μόνο που πριν μερικές εβδομάδες αναστατώθηκα πάλι όταν είδα στο facebook μια ανακοίνωση ενός Βρετανού υπηκόου που αναζητά τους βιολογικούς του γονείς· με ψάχνει ο γιος μου…»

 

Η Μαρία, σαράντα δυο χρονών, καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης, με σύζυγο, τρία παιδιά κι ένα ατσαλάκωτο κοινωνικό στάτους, μετά από μια μεγάλη παύση πήρε το λόγο: «Εγώ ό,τι και να πω, μετά απ’ όλα όσα ακούσαμε από τη Δανάη, θα ακουστούν αστεία. Ωστόσο θέλω να μοιραστώ μαζί σας κάτι που ξεκίνησε πριν πέντε χρόνια, όταν η κολλητή μου, μου ζήτησε να ταξιδέψω μαζί της στη Βιέννη για “κάλυψη”, μια και θα συναντιόταν με τον πλούσιο επώνυμο επιχειρηματία φίλο της. Επρόκειτο για μια σχέση περίεργη… Η φίλη μου ήταν υπάλληλός του, αλλά όταν έγιναν εραστές την απέλυσε και της βρήκε δουλειά σε άλλη εταιρεία. Η γυναίκα του είναι πολύ ζηλιάρα, κτητική και ελέγχει τα πάντα κι αυτός την φοβάται πολύ. Η φίλη μου, πολύ όμορφη γυναίκα, παντρεμένη με δυο παιδιά, καταπιεσμένη συναισθηματικά, κολακευμένη στην ιδέα ότι μπορούσε να έχει εραστή έναν επώνυμο επιχειρηματία, τα έφτιαξε μαζί του. Οι συναντήσεις τους στην Κύπρο ελάχιστες έως ανύπαρκτες. Βρίσκονταν μαζί δυο τριήμερα το χρόνο, στο περιθώριο επαγγελματικών ταξιδιών που έκανε ο φίλος της. Μας πλήρωνε τα αεροπορικά εισιτήρια και δωμάτια σε πολυτελή ξενοδοχεία, ένα δίκλινο για εμάς και ένα μονόκλινο για εκείνον και όταν φτάναμε στο ξενοδοχείο έμενα εγώ στο μονόκλινο και αυτοί στο δίκλινο. Δεν με ενοχλούσαν, δεν τους ενοχλούσα και μόνο στο πρόγευμα τους συναντούσα. Τους έβλεπα και τους χαιρόμουν, καθώς έδειχνε να την νοιάζεται και να την αγαπά πραγματικά. Πέντε χρόνια ταξίδεψα τουλάχιστον δέκα φόρες σε πόλεις της Ευρώπης, επισκέφτηκα μουσεία, πήγα σε θέατρα, περπάτησα σε όμορφες πόλεις και έμαθα πολλά πράγματα. Μου αρέσει να ταξιδεύω κι έτσι δεν ένιωθα ότι κάνω κάτι παράνομο, ενώ ταυτόχρονα “γευόμουν” κι εγώ κάτι απ’ τον παράνομο έρωτά τους.

Στο ταξίδι που κάναμε πέρσι στο Παρίσι η συμπεριφορά της φίλης μου δεν μου άρεσε. Πριν επιβιβαστούμε στο αεροπλάνο μου είχε πει κάτι μισόλογα ότι τον βαρέθηκε αλλά τα ταξίδια δεν ήθελε να τα χάσει. Στο Παρίσι τον έβλεπα και τον λυπόμουν δίπλα της. Στο τελευταίο ταξίδι με προορισμό τη Ρώμη, θα αναχωρούσαμε Παρασκευή μεσημέρι και ο φίλος της θα ταξίδευε με την πρωινή πτήση (ποτέ δεν ταξιδεύαμε με το ίδιο αεροπλάνο). Την Πέμπτη το πρωί μου ανακοινώνει τηλεφωνικώς ότι ήταν πολύ άρρωστη με πυρετό και ότι δεν θα ερχόταν. Της είπα να το ακυρώσω, αλλά ήταν ανένδοτη: “Είναι κρίμα, τη Ρώμη δεν την επισκέφτηκες. Να πας και να ξεναγήσεις και τον Μιχάλη. Δεν του είπα ακόμη ότι είμαι άρρωστη, αλλά ούτως ή άλλως αυτός θα πάει και για δουλειές…”.

Στη Ρώμη τον βρήκα να μας περιμένει μ’ ένα ταξί έξω από το αεροδρόμιο. Ξαφνιάστηκε όταν με είδε μόνη μια και η φίλη μου δεν του είπε τίποτα. Έκανε να τη δικαιολογήσει: “Δεν θα ήρθε το sms που μου έστειλε…”. Το απόγευμα το πέρασα στο ξενοδοχείο, αφού ο Μιχάλης είχε επαγγελματικές εκκρεμότητες, αλλά το βράδυ ήρθε και πήγαμε μαζί για γεύμα. “Μου την έστησε η φίλη σου, αλλά δεν πειράζει”, είπε. Φάγαμε -τι άλλο- μακαρονάδα και ήπιαμε κόκκινο κρασί σ’ ένα εστιατόριο κοντά στο ξενοδοχείο. Επιστρέψαμε με τα πόδια και δώσαμε ραντεβού για πρόγευμα στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, ενώ μετά θα με ξεναγούσε στη Ρώμη. Το βράδυ, καθώς ξάπλωνα, ένιωσα για πρώτη φορά να με ελκύει γλυκά ο Μιχάλης και δεν ένιωθα ούτε ενοχές ούτε τίποτα. “Παιχνίδια του μυαλού” σκέφτηκα και κοιμήθηκα προφανώς με το χαμόγελο στα χείλη.

Το πρωί με περίμενε στο εστιατόριο όπως είχαμε συμφωνήσει. Ήπιαμε καφέ, φάγαμε πρόγευμα και ξεκινήσαμε. Έξω μας περίμενε το ταξί που είχε νοικιάσει. Με το ταξί κάναμε μια γρήγορη βόλτα στην πόλη για να προλάβουμε να δούμε όσο το δυνατόν περισσότερα μνημεία, γιατί ήθελα να έχω χρόνο να επισκεφτώ την πινακοθήκη “Μποργκέζε”· ήθελα να δω από κοντά την “αρπάγη της Περσεφόνης” του Μπερνίνι και τα αλλά μαρμάρινα αγάλματά του που εκθέτονται στην εν λόγω πινακοθήκη. Ο Μιχάλης μαζί μου, δίπλα μου συνεχώς να συμμετέχει σε όλα και με μεγάλη μου έκπληξη να έχει ιστορικές και καλλιτεχνικές γνώσεις! Το απόγευμα με πήρε και περπατήσαμε κατά μήκος του ιστορικού ποταμού Τίβερη και το βράδυ για φαγητό στη παλιά πόλη. Μέχρι το βράδυ τον είχα ερωτευτεί και ας μην μου είχε δώσει δικαιώματα κι ας ήταν διακριτικός. Ίσως να φοβόταν τι θα έλεγα της φίλης μου, αλλά εγώ αν είχα κάτι να της πω θα ήταν: “ευτυχώς που αρρώστησες και δεν ήρθες!”. Αργά το βράδυ στο ξενοδοχείο με συνόδευσε μέχρι την πόρτα του δωματίου. Παρακαλούσα από μέσα μου, να μου πει να περάσει μέσα, αλλά δεν μου το είπε ούτε του το πρότεινα. Επέστρεψα στην Κύπρο· η φίλη μου δεν με έψαξε ούτε εγώ εκείνη. Με τον Μιχάλη απέκτησα μέσω sms και “κλεφτών” τηλεφωνικών συνομιλιών μια πολύ τρυφερή σχέση, ενώ ξέρω πως με τη φίλη μου δεν έχουν επικοινωνία. Τον άλλο μήνα προγραμματίζει επαγγελματικό ταξίδι στη Βαρκελώνη και εγώ γυρεύω μια έμπιστη φίλη για να ταξιδέψει μαζί μου…»

 

Η τρίτη γυναίκα στο γκρουπ της ψυχοθεραπείας ήταν η Στέλλα, η πιο νεαρή της ομάδας. Νοσοκόμα στο επάγγελμα, ανύπαντρη λίγο πριν τα σαράντα της, πάντα μετρημένη στις κουβέντες της προτιμούσε να ακούει παρά να μιλά, αλλά εδώ που βρισκόταν ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα ερχόταν η ώρα να λυθεί η γλώσσα της και να αρχίσει να βγάζει από μέσα της όλα όσα την απασχολούσαν.

«Έχω ένα παιδικό πιστό φίλο, μια αδελφή ψυχή, είναι ίσως ο μόνος άνθρωπος που με ξέρει καλύτερα και από την ίδια τη μάνα που με γέννησε. Για να σας προλάβω πριν προτρέξει η φαντασία σας δεν είχα ποτέ σχέση μαζί του ούτε όταν ήμασταν μικροί, αλλά ούτε τον είχα γκόμενο αργότερα που μεγαλώσαμε και αυτός έκανε οικογένεια.Ο Χάρης έχει γυναίκα κι ένα παιδί, έχει καλό χαρακτήρα και όλα τα προσόντα που θα ήθελε μια γυναίκα για να τον κάνει πατέρα των παιδιών της. Βλέποντας την αφοσίωσή του στο μεγάλωμα της κόρης του θυμάμαι παραμονές που θα έκλεινα τα τριάντα τρία μου χρόνια, με ρώτησε τι δώρο θέλω κι εγώ απάντησα αυθόρμητα: “Θέλω να μου κάνεις ένα παιδί, όχι τώρα αλλά αν δεν καταφέρω να παντρευτώ και να κάνω ένα παιδί έως τα τριάντα οκτώ μου, ναι θέλω να μου κάνεις ένα! Δεν θα έχω καμια απαίτηση να το αναγνωρίσεις κι ούτε θα σε εκθέσω”. Χαμογέλασε και δεν απάντησε ευθέως. Μου είπε πως θα ήταν πολύ δύσκολο να μεγαλώσω ένα παιδί μόνη μου και πως δεν ξέρει πως θα αισθανόταν και ο ίδιος αν το έκανε.

Τα χρόνια κυλούσαν και η φιλία μας παρέμενε σταθερή αξία σε αντίθεση με τα αισθηματικά και ερωτικά μου. Ούτε γάμος ούτε παιδί… Πριν δυο χρόνια κατάλαβε ότι δεν αστειευόμουν. Ποτέ δεν θα αστειευόμουν για ένα τέτοιο ζήτημα, ήθελα ένα παιδί· δεν θέλω να μεγαλώσω, να γεράσω και να είμαι άτεκνη… Μου ζήτησε να το σκεφτεί λέγοντας μου πως “ξέρεις πως σε αγαπώ και σου έχω εμπιστοσύνη”. Τελικά δέχτηκε και είχαμε σεξουαλική επαφή για πρώτη φορά λίγες εβδομάδες μετά που έκλεισα τα τριάντα οκτώ μου, όταν ήταν οι γόνιμες μου μέρες. Ένιωθα πολύ αμήχανα, ο Χάρης το ίδιο (καλά καλά δεν του σηκώθηκε), ήταν σαν να έκαναν σεξ δυο αδέλφια. Τους επόμενους μήνες χαλαρώσαμε και μπορώ να πω πως το απολαμβάναμε και οι δυο. Είχαμε σεξουαλική επαφή δυο φορές το μήνα κατά τις γόνιμες μέρες του κύκλου μου.

Όταν πέρασαν γύρω στους επτά μήνες και δεν έμενα έγκυος άρχισαν να περνούν διάφορα από το μυαλό μου. Μήπως έχω πρόβλημα, φταίει το άγχος ή μήπως ο Χάρης έκανε κάποιο “τέχνασμα” για να το διασκεδάζει χωρίς να με αφήσει έγκυο; Προχώρησα σε Ιατρικές εξετάσεις που ήταν φυσιολογικές, το είπα στο Χάρη και τον ρώτησα αν ήθελε να κάνει εξέταση σπέρματος. Η κόρη του είναι δώδεκα χρονών και ο Χάρης σαράντα δυο. Μπορεί να αδυνάτισε το σπέρμα του… “Συμβαίνουν αυτά και αντιμετωπίζονται εύκολα”, του είπα. Ήταν διστακτικός, φοβόταν μην τον μπλέξω σε μπελάδες. Παρακάλεσα μια φίλη χημικό του νοσοκομείου που δουλεύω χωρίς να της πω ποιου είναι το σπέρμα να μας κάνει την ανάλυση. Στο μεταξύ σταματήσαμε τη σεξουαλική επαφή. Το αποτέλεσμα της ανάλυσης με σόκαρε. Ο Χάρης έχει Αζωοσπερμια, κάτι που σημαίνει πως δεν υπάρχουν ζωντανά σπερματοζωάρια στο σπερματικό υγρό, άρα είναι στείρος… Κι η κόρη του; Ποιος είναι ο πατέρας της; Δεν ξέρω τι να κάνω… Του είπα πως δεν μπόρεσε τελικά η φίλη χημικός να βοηθήσει στην ανάλυση κι έτσι το όλο θέμα έμεινε κάπως μετέωρο. Αλήθεια δεν ξέρω τι να κάνω…»

 

Τελευταία καθήμενη στην κυκλική διάταξη των καρεκλών από δεξιά προς αριστερά βρισκόταν η Ελένη, η οποία θα μπορούσε κάτω από άλλες συνθήκες να καθόταν στην καρέκλα της ψυχοθεραπεύτριας. Πριν πολλά χρόνια σπούδασε ψυχολόγος, ένα επάγγελμα το οποίο εξάσκησε ελάχιστα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άφησε τον αέρα να βγει από τα στήθια της με θόρυβο προτού αρχίσει να μιλά:

«Σπούδασα στην Αθήνα ψυχολογία, όχι γιατί το ήθελα, αλλά γιατί ήταν ένας τρόπος να δραπετεύσω από την κλειστή κοινωνία της δεκαετίας του ογδόντα όταν και τέλειωσα το λύκειο. Από μικρή μου άρεσε να κάθομαι και ν’ ακούω τα προβλήματα των άλλων, οπόταν νόμιζα ότι αυτό μου ταίριαζε. Στην Αθήνα ανακάλυψα ότι μου ταίριαζε περισσότερο να δουλεύω σε καφετέριες, αρχικά σερβιτόρα και μετά με τράβηξε η μυρωδιά και η γεύση του καφέ. Έτσι παράλληλα με τις σπουδές μου δούλευα ως Baristas και προσπαθούσα να μάθω τα πάντα για τον καφέ. Δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν παρακολουθούσα τις παρουσιάσεις των μαθημάτων στο πανεπιστήμιο γιατί είχα να πάω σε σεμινάρια με θέμα τον καφέ. Πιο πολύ με ενδιέφεραν οι ποικιλίες του καφέ και τα χαρμάνια παρά ο Φρόυντ!

Επέστρεψα πίσω με το πτυχίο στον κλάδο της Κοινωνικής Ψυχολογίας. Εκείνη την εποχή ήταν πολύ εύκολο αν είχες “μπάρμπα στην Κορώνη” να βρεις εύκολα δουλειά και ο πατέρας μου, που ήταν κομματικό στέλεχος, μου την είχε έτοιμη, καθώς μόλις είχαν προκηρυχθεί οι πρώτες θέσεις ψυχολόγου στο σωφρονιστικό ίδρυμα και η μια θέση ήταν κρατημένη για μένα. Όταν απουσίαζα για σπουδές είχε γίνει ένα άγριο φονικό με θύματα δυο νεαρούς στρατιώτες και θύτη έναν εικοσάχρονο. Είχαν τσακωθεί για τα μάτια μιας νεαρής μέσα σε δισκοθήκη, τους πέταξαν έξω οι “φουσκωτοί” και ενώ τα πνεύματα φάνηκε ότι ηρέμησαν, ο θύτης πήγε στο αυτοκίνητο του πήρε ένα μαχαίρι, τους κυνήγησε και τους σκότωσε.

Ο “Λεπίδας”, όπως τον φώναζαν (γιατί κρατούσε αυτό το κοφτερό μαχαίρι που ήταν σαν λεπίδα), καταδικάστηκε σε δια βίου φυλάκιση και όταν δούλεψα στις φυλακές ήταν από τους πρώτους μου πελάτες. Ο Μάριος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, έδειχνε μετανιωμένος και πρόθυμος να γίνει όσο το δυνατόν πιο συνεργάσιμος για να μπορέσει, με βάση τους τότε ισχύοντες κανόνες, μετά από καμιά τριανταριά χρόνια να αιτηθεί από μια ειδική επιτροπή αποφυλάκιση και να έχει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Μόλις τον είδα μου θύμισε τον πατέρα μου σε μια φωτογραφία που είχε η μάνα μου στο σαλόνι. Γαλαζοπράσινα μάτια σαν το νερό κάτω από τους βράχους της θάλασσας, ψηλός, γεροδεμένος. Τον ερωτεύτηκα! Δεν ξέρω τι αισθήματα του προκαλούσα ή αν ήθελε μόνο να “πηδήξει”. Οι σαρανταπεντάλεπτες συνεντεύξεις μας (με τον συνοδό δεσμοφύλακα να στέκεται φρουρός έξω από το γραφείο) κατέληξαν να είναι ερωτικού περιεχομένου. Ενώ περίμενα να με κατακλύσει ο φόβος από την αρχή, δεν τον ένιωσα παρά μόνο όταν άρχισα να συνειδητοποιώ τις επιπτώσεις από τη διαρροή ενός τέτοιου μυστικού. Έδωσα παραίτηση παρά της αντιρρήσεις του πατέρα μου και έφυγα για την Αθήνα όπου είχα ανοιχτή πρόσκληση από έναν πρώην γκόμενο και συμφοιτητή που δοκίμαζε την επιχειρηματικότητα του ανοίγοντας μια καφετέρια. Baristas… η δουλειά που συνδύαζε τις δυο όψεις της ζωής μου: και να κάνω τη ψυχολόγο στους πελάτες και να ασχολούμαι με τον καφέ.

Ένα μήνα αργότερα ήρθε η μεγάλη ανατροπή· ήμουν έγκυος στο παιδί του “Λεπίδα”! Με στήριξε πολύ ο φίλος μου στην Ελλάδα, αλλά δεν δέχτηκα να του φορτώσω το παιδί, που αποφάσισα τελικά να το κρατήσω. Παρά τις αρχικές δυσκολίες πέρασα καλά και δεν έχω κανένα παράπονο, μεγάλωσα ένα παιδί που για την κοινωνία ήταν “αγνώστου πατρός”. Αγάπησα και αγαπήθηκα από άντρες μακριά από τη ρουτίνα και τα κατεστημένα της κοινωνίας. Στο παιδί μου δεν έλειψε τίποτα. Η εντύπωση που είχε για τον βιολογικό του πατέρα ήταν ότι με άφησε έγκυο χωρίς να το γνωρίζει μετά από ένα πάρτυ που είχαμε μεθύσει και πέθανε πριν γεννήσω σε δυστύχημα με τη μοτοσυκλέτα.

Πριν μερικά χρόνια, όταν χτύπησε η οικονομική κρίση την Ελλάδα και το παιδί θα ολοκλήρωνε το σχολείο, επιστρέψαμε στην Κύπρο για να έχει μια καλύτερη προοπτική. Οι γονείς μου έχει χρόνια που με αποδέχτηκαν και έχουμε αρμονική σχέση. Το παιδί ερχόταν συχνά για διακοπές κοντά τους οπόταν είχαμε μια καλή βάση για να συνεχίσουμε. Ο παππούς του έκανε δώρο τα έξοδα σπουδών και έτσι τελείωσε Διοίκηση Επιχειρήσεων. Δεν ξέρω πως κατάφεραν και συνωμότησαν παππούς και εγγονός και δεν κατάλαβα τίποτα, αλλά έγινα έξαλλη όταν μου ανακοίνωσαν ότι πέρασε τις εξετάσεις και προσλήφθηκε ως δεσμοφύλακας στις φυλακές. “Είναι παλιοδουλειά. Σπούδασες διοίκηση επιχειρήσεων για να προσέχεις φυλακισμένους; Μπορεί να μπλέξεις. Είναι δουλειά με βάρδιες και δεν θα έχεις ένα Σαββατοκύριακο να ξεκουραστείς…”. Τίποτα… μου έμειναν μόνο τα νεύρα και οι φωνές. Ο γιος μου είναι δεσμοφύλακας εδώ και δυο μήνες. Τις προάλλες, τον άκουσα να μιλά στο τηλέφωνο μ’ ένα συνάδελφό του για τον “Λεπίδα”· κάτι έλεγαν, γελούσαν και τον κορόιδευαν…

Advertisements

4 Σχόλια

  1. Neraida said,

    Μαΐου 20, 2016 στις 7:15 πμ

    Άφωνη! Ανατρίχιασα! Αγγίζεις βαθιά συναισθήματα! Εύγε!

  2. patinios said,

    Μαΐου 20, 2016 στις 11:11 πμ

    Να’σαι Καλά Όλγα μού. Ευχαριστώ

  3. TwistedTool said,

    Ιουνίου 29, 2016 στις 9:09 πμ

    Άρκησα να το θκιαβάσω, αλλά εθυμούμουν ότι έπρεπε τζιαι εθκιάβασα το.θΠολλάθ δυνατό ρε φίλε. Ιστοριεςδ ψεύτικες, που μπορείΠολλαθ πιο “φυσιολογικές&#8221θι ; από κάποιες αληθινές!

    • patinios said,

      Ιουνίου 29, 2016 στις 8:36 μμ

      Όταν το έγραφα εκραταν με μια ταχυπαλμία πάντες και έτρεχα σε αγώνα ταχύτητας. Ευχαριστώ που σου άρεσε


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: