Βόλτα με τη Μάνα μου στο χωρκόν της, τον Σίσκληπο.

 

sisklipos1

«Εν τα καταφέραμε να γυρίσουμεν παθκιάν-παθκιάν ούλλον το χωρκόν, ρε μάνα».
«Εν πειράζει, γιε μου, εγώ έρκουμαι συχνά… Γυρίζω μες στον ύπνον μου ούλλον το χωρκόν. Πιάννω που τζει κάτω στον Τζιεφάλα τζι έρκουμαι πάνω-πάνω, θωρώ τα σπίθκια έναν-έναν. Τούτον εν της τάδε, τζείνον εν της τάδε, ρέσσω του χωρκού τζιαι πηαίννω ώς τζει κάτω στον Παπάκρεμμο, που έπαιρνα πουμουν μιτζια τα χτηνά να βοσσιήσουν».

Σε έναν καντούνιν συναντούμεν έναν ηλικιωμένο Τουρκοκύπριο (μιλά Κυπριακά).
«Εγώ είμαι Παφίτης που τον Σαραμά, γέριμα τζιαι ποτζεί, γέριμα τζιαι ποδά. Ούλλα γέριμα ώσπου εν ιβρέθεται λύση, γιε μου».

sisklipos3

sisklipos2

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: