Ποκλονισμένος

Ποκλονισμένος , σύξυλος
με αννοιχτό το στόμα
αχ ‘εμεινα να σε θωρώ
γιατ’ερεξες τζιαι καρτερώ
μιαν αμμαθκιά σου κόμα.

Πίννω κρασί ζαλίζουμε
θωρώ σε ομπροστά μου
πίννω ζίβαναν έρκεσαι
καρτζιί μου ταχα κάθεσε
τζιαι  πίννεις τα μιτά μου.

Τζι’ όταν η νύχτα ποσπαστεί
τζι ο νους με τα δικά του
της μέρας πρέπει να κρωστώ
να δώκω  ό,τι της χρωστώ
λούνουμαι του κλαμάτου

Πκιάννω μολύβι τζιαι χαρτί
τζιαι ποτυλίω νήμα
πλέκω τες λέξεις γατρικό
τζιαι το δικό μου ριζικό
γράφω το σ’ένα ποίμα.

Ποκλονισμένος =  αποσβολωμένος, εξαντλημένος

Σύξυλος = ακίνητος (σαν το ξύλο)

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: