Ιστορίες του Γιώρκου

rouleta

Η μια ιστορία δίνει τροφή για θύμησες και καταγραφή και άλλων ιστοριών.
Αφού καταγράψαμε ιστορίες με τα δυο του πάθη (χωράφια και θάλασσα), σειρά έχει το τρίτο πάθος. Θα το αφήσουμε όμως να αποκαλυφθεί στην εξέλιξη της ιστορίας.
Ο παπάς του Γιώρκου είσιεν καφενέ στην πάνω Τζιερύνια στην περιοχή «Τουσιεμε» (τουρκική λέξη που θα πει παράμερα ) στην οδό 25ης Μάρτιου από τις αρχές της 10ετιας του ’60 μέχρι την εισβολή του ’74.
Η σημερινή ιστορία διαδραματίζεται μέσα στον καφενέ.
Ο παπάς του Γιώρκου, ο κ. Κώστας, ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος και μια ιστορία από μόνος του (για αυτόν έχω γράψει παλιότερα). Μερικά χαρακτηρίστηκα τις προσωπικότητάς του τα επαναλαμβάνω εδώ:
Ο Κώστας είσιεν όνομα για την καθαριότητά του, τζιαι όταν του παράγγελναν σάντουιτς, τα έφτιαχνε χωρίς να αγγίζει καθόλου το χέρι του πάνω στο φραντζολάκι. Χρησιμοποιούσε μασιαίρι τζαι πιρούνι, ακόμα τζιαι για να κόψει το φραντζολάκι, τζιαι με τον ίδιο τρόπο με μασιαίρι τζαι πιρούνι, έβαλλε μέσα το χαλούμι, το πόλιπιφ, την τομάτα τζιαι το αγγουράκι, έβαλλέν τα μες το πιάτο τζιαι τα σέρβιρε. Με λλία λόγια, χωρίς να το ξέρει πριν τόσα χρόνια, έκαμνε τούτον που λαλούν σήμερα «Συστήματα Διαχείρισης Ασφαλείας Τροφίμων». Επιερώννετουν , επλύνησκεν τα σσιέρκα του τζιαι ύστερα έκαμνεν άλλον σάντουιτς.
Σε μιαν άκραν του καφενέ είσιεν τζαι μιαν τσαέραν «την τσαέραν του μουζομένου» τζιαι έγραφεν το τζιαι πάνω, ήταν μόνο για τον Γιώρκον, τον σιεράν που είσιεν μαγαζίν απέναντι, τζιαι ήταν πάντα μουζομένος… Γι’ αυτό είσιεν του την δικήν του καρέκλα, για να μεν του ξιμαρίζει τζαι τις άλλες.
Όποιος έπινεν τσιάρον μες τον καφενέ τζιαι πέτασσεν το ποτσίαρον χαμαί, επροειδοποιούσε τον τρεις φορές τζιαι ύστερα απαγόρευκέν του την είσοδο, εν τον ήθελαν για πελάτη.
Όταν εμεγαλώσαν λλίον τα παιθκιά του, επιαίναν τζαι βοηθούσαν τον στις δουλείες του καφενέ για να ξεκουράζεται λλίον τα μεσημέρκα, αφού ο καφενές άνοιεν που τις 5 το πρωί. Επήαινε τζιαι τζοιμάτουν νάκκον τζιαι εστρέφετουν να συνεχίσει ως το βράδυ.
Η ιστορία διαδραματίζεται όταν ο Γιώρκος ήταν κάπου κοντά στα δεκαεξι τζιαι ο Ζαχαρίας στα δεκατρία.
Μια μέρα μπαίνει μες το μαγαζί ένας χωραΐτης τζιαι λαλεί του κ. Κώστα:
-Μάστρε Κωστή έχω κάτι μηχανέες τυχερές που εν να παίζει ο κόσμος και να μας αφήνει κκιάριν καμιά δεκαρκά λίρες τον μήνα να τες μοιράζουμε. Λαλούν τες ρουλέττες, βάλεις ένα σελίνι άμα παίζεις, καμιά φορά κερδίζεις, σπάνια πιάνεις το jackpot αλλά τες παραπάνω φορές χάνεις. Δέχεσαι να σου αφήκω μια μες το μαγαζί και στον μήνα να έρτω ξανά να κανονιστούμε τζιαι θωρούμε;
Πράγματι, όταν πέρασε ο μήνας ήρτεν ο χωραΐτης τζιαι με το μοναδικό κλειδί που εκράτεν τζιείνος άνοιξεν τζιαι έφκάλε την κάσσια, εμέτρησεν τα ριάλλια τζιαι έδωσε στον κ. Κωστή τεσσεράμισι λίρες κκιάρι.
Ο κ. Κωστής εχάρηκε. «Να ’σαι καλά, γιε μου», λαλεί του αθρώπου, «εν νεν άσιημα ριάλλια, εν καλά».
Να σημειωθεί ότι την εποχή για την οποία μιλάμε το ενοίκιο του καφενέ ήταν έξι λίρες τον μήνα.
Περνά ο επόμενος μήνας τζιαι έρκεται ξανά ο χωραΐτης να ανοίξει τη μηχανή. Φκάλει την κάσσιαν έξω, αμμά μπακκίρα εν είσιε μέσα. Έμεινε σύξυλος τζιαι εθωρούσε μια την μηχανή τζιαι μια την κάσσια, τζιαι εμουρμούραν «εν γίνεται ένε δυνατόν, κάτι συμβαίνει με τούντο πράμα».
Λαλεί του ο κ. Κωστης: «Μα τι έπαθες»;
Απαντά o χωραΐτης: «Η κάσσια εν έσιει μπακκίρα μέσα».
Γυρίζει ο Ζαχαρίας τζιαι θωρεί τον Γιώρκο που χάλουππα χάλουππα φκαίνει που την πόρτα, καβαλληκά το ποήλατο τζιαι χάνεται.
Πάει να βουρήσει τζιαι ο Ζαχαρίας αλλά αρπάσσει τον ο τζύρης του που το αυτίν τζιαι γονατά τον χαμαί.
-Λάλε ήντα που κάμετε τα μεσομέρκα που τζοιμουμουν.
– Εν είμαι εγώ, εν ο Γιώρκος.
-Λάλε ήντα που έκαμεν.
– Έτο έπαιζε την μηχανή συνέχεια μέχρι που έπιανε το jackpot.
-Τζιαι ριάλλια πού εβρίσκετε, ρε;
– Παπά, εν τζιαι έβαλλε σελίνια μέσα, έφκαλεν μια τρύπα πάνω σε ένα σελίνι τζιαι έδυσέν το με τη μισίνα. Έβαλλέν το τζιαι έφκαλέν το, ώσπου η μηχανή ευτζιέρωσεν.
– Τζιαι γιατί εν μου το είπες νωρίτερα, ρε;
-Γιατί είπε μου εν να με δέρει άμα σου το πω.
Μετά που τούτο, λαλεί τζιαι ο χωραΐτης:
– Άτε, μάστρε, είχα μες τη μηχανή δέκα λίρες. Πιέρωσε τα μισά να πάμε πάτσι.
-Να έναν πεντόλιρον, πιας την μηχανή σου τζιαι να με ξαναπατήσεις δαμέσα, γιατί εν τζιαι κοπελλούθκια που έκαμα εγιω, εν σατανάες… εν σατανάες!
Κ. Π

1 σχόλιο

  1. 14 Αυγούστου, 2020 στις 6:30 μμ

    Απολαυστικότατο το άρθρο, Κώστα!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: