Μικροδιήγημα. (Τα πόδια της δρομέας)


Ο καιρός καλοκαιρινός, απογευματάκι .
Το γεροντάκι καθόταν στο πλακόστρωτο έξω από το καφενείο, κάτω από τον πλάτανο.
Με δυσκολία στηριζόμενος στο μπαστούνι του έκανε την κίνηση να σηκωθεί να πάρει τον δρόμο για το σπίτι. Εκείνη ακριβώς την ώρα συνέπεσε να περνά τρέχοντας μια νεαρή δρομέας.
Τα πόδια της εκτεθειμένα στον απογευματινό ήλιο, ο μακρύς της λαιμός, η πλάτη της, τα μαλλιά τις, το χαμόγελό της, όλα εκτεθειμένα στον ήλιο, στα μάτια, στη φαντασία.
Ο καημός του γέρου, ο θαυμασμός του, η λαχτάρα του…Τα νιάτα που έρχονται, τα νιάτα που φεύγουν…
Μαζεμένη η σοφία καθήμενη στη σκιά του πλάτανου.
«Αχ, κορίτσι μου, και να μου έδινες λίγο τα πόδια σου», ακούστηκε να λέει το γεροντάκι.Και πάρε το όπως θες.
«Αχ, κορίτσι μου, και να μου έδινες λίγο τα πόδια σου»

Το χαμόγελο του κοριτσιού έμεινε για πάντα εκει στη πλατεία του χωριού, δίπλα στη βρύση με το κρυστάλλινο νερό που κοντοστεκοντας πήρε μια χούφτα για να δροσιστεί.

K.Π 25/8/21

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: