Έννα φύω α, έννα φύω

Απογευματάκι,  λίγο πριν τη δύση του ηλίου, ημέρα Παρασκευή.
Το διαμέρισμα του Νίκου σε ύψωμα, στον δεύτερο όροφο μικρής πολυκατοικίας, και το μπαλκόνι του προσανατολισμένο να βλέπει νοτιοδυτικά.
Το μπαλκόνι έχει καθαρό οπτικό πεδίο σε ένα από τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα της πρωτεύουσας και αυτό το εκμεταλλευόταν δεόντως ο σπιτονοικοκύρης και οι εκάστοτε καλεσμένοι του.
Μια ποικιλία από κρύους μεζέδες και δυο ουζάκια ετοιμάστηκαν στα γρήγορα από τον Νίκο  όσο περίμενε τον καλό του φίλο για να τα πούνε λίγο.

Ήρθε ο φίλος και βγήκαν αμέσως στο μπαλκόνι.
Δεν πρόλαβαν να καθίσουν καλά-καλά και η κα Μάρω, η ευτραφής κυρία του επάνω ορόφου βγήκε και τίναξε μια φλοκάτη χωρίς να κοιτάξει κάτω.

«Ε, κα Μαρω» θα μας λερώσεις το φαγητό»,  της φώναξε ο Νίκος.
«Καθαρή είναι, κ. Νίκο μου, έκανα χούβερ το πρωί, τα νύχια μου έκοψα τώρα και τινάζω το χαλί».
«Τα νύχια, κα Μάρω, και μου λες ότι είναι καθαρά»
«Τι υπονοείς, κ Νίκο, ότι δεν είμαι εγώ καθαρή;»  είπε η κα Μάρω και αφού δεν πήρε απάντηση μπήκε στο σπίτι της.
Οι δυο φίλοι ξεκίνησαν να πιούνε το ουζάκι τους χωρίς το μεζέ.
Στο απέναντι άδειο οικόπεδο πάρκαρε ένα μακρύ μαύρο ταξί , ο ηλικιωμένος οδηγός που κατέβηκε με  δυσκολία κουβαλούσε το σώμα του. «Ο σύζυγος της κας Μάρως», είπε ο Νίκος.
Από τον πάνω όροφο ακουγόταν η τηλεόραση, σε λίγο ο ήχος μπερδεύτηκε με ομιλίες και μουσική,
«Η κα Μάρω τηλεόραση και ο σύζυγος ραδιόφωνο;» ρώτησε ο φίλος του Νίκου.
«Όχι, και οι δυο τηλεόραση, έχουν στο σαλόνι δυο, απέναντι από τον καναπέ, κάθονται δίπλα – δίπλα και βλέπουν ταυτόχρονα ο κάθε ένας τα έργα του».

«Χαμήλωσε την τηλεόρασή σου», ακούστηκε να λέει η κα Μάρω.
«Έννα φύω α, έννα φύω» ακουγόταν κάθε λίγο ο σύζυγος.
«Έννα φύω α, έννα φύω» και ξαφνικά να σταματά  ο ήχος από τη μια τηλεόραση και μπαμ!
Η τηλεόραση χίλια δυο κομμάτια χάμω στο απέναντι άδειο οικόπεδο δίπλα στο παρκαρισμένο ταξί.
Τίποτε άλλο δεν ακούστηκε εκείνο το απόγευμα.
Η φράση «Έννα φύω α, έννα φύω» ξανακούστηκε μέρες μετά όταν πήραν ξανά δεύτερη τηλεόραση.
Δεν έφυγε όμως, τουλάχιστο όχι με αυτό το τρόπο.
Ένα πρωί νωρίς κατά τις πέντε, ξύπνησε η κα Μάρω από ένα θόρυβο σαν ροχαλητό.
Σκούντηξε το σύζυγο της  αλλά δεν σταμάτησε. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα, έφτιαξε καφέ, άναψε την τηλεόραση της, μετά πάλι  σηκώθηκε, σκούπισε και σφουγγάρισε την κουζίνα και ξανά στην τηλεόραση μέχρι λίγο πριν το μεσημέρι που θυμήθηκε το «έννα φύω α, έννα φύω» και πήγε στο υπνοδωμάτιο για να βρει το σύζυγό της νεκρό.

K.Π (27/6/2020)

Καραντίνας το ανάγνωσμα

Την Κασσάνδρα τη γνωρίζετε; Όταν κάνω την περιγραφή είμαι σίγουρος θα την αναγνωρίσετε αν ζείτε στο προάστιο όπου ζει και κινείται. Αν πάλι όχι, αξίζει να σας τη γνωρίσω.
Το χρώμα του δέρματός της θυμίζει γυναίκα από την Ινδία, το ίδιο και το ντύσιμό της.  Στις εξόδους της φορούσε ένα παραδοσιακό σαρί, πότε σε κόκκινη απόχρωση, πότε σε γαλάζια ή κίτρινη. Το βαθύ μαύρο σαν κάρβουνο χρώμα των μακριών μαλλιών της έκανε το κραγιόν στα χείλια της να φαίνεται ό,τι πιο έντονο κόκκινο υπάρχει.
Καβαλά στο ποδήλατό της μια τέτοια φυσιογνωμία δεν περνά με τίποτα απαρατήρητη.
Τις μέρες της καραντίνας, λόγω κορονοϊού, χάθηκε από προσώπου γης. Ούτε για ψώνια πρώτης ανάγκης δεν έβγαινε· έμενε μόνη άλλωστε, και λιτή καθώς ήταν άντεξε έγκλειστη αρκετές μέρες μέχρι να εξαντλήσει τα αποθέματα που είχε στο σπίτι.

Οι μέρες περνούσαν και η καραντίνα δεν άρθηκε. Τις ατέλειωτες μέρες του εγκλεισμού τις αξιοποίησε διαβάζοντας. Τη μέρα που αποφάσισε την έξοδο, κατά το μεσημέρι, σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του καταστήματος βιολογικών προϊόντων.
«Να παραγγείλω μερικά πράγματα και να περάσω να τα πάρω;»

«Μπορούμε να σ’τα φέρουμε εμείς, ξεκινήσαμε υπηρεσία κατ’ οίκον παραδόσεων, χωρίς έξτρα χρέωση».

«Όχι, όχι», είπε σχεδόν ενοχλημένη. «Θα περάσω εγώ να τα πάρω με το ποδήλατο, μόνο που δεν θέλω να έχει κανένα άλλο στο μαγαζί την ώρα που θα περάσω, ή αν έχει να μου τα αφήσετε έξω από το μαγαζί στο καρότσι και θα σας πετάξω τα χρήματα μέσα σε ένα χάρτινο σακουλάκι».

Παρήγγειλε φρούτα με την παράκληση να αποστειρωθούν  πριν τις τα τοποθετήσει η υπάλληλος  στη χαρτοσακούλα. Παρήγγειλε βρόμη, τζινζερόσκονη, σκόρδο, δυο κιλά αλεύρι Ζέας, λιναρόσπορο, σπιρουλίνα σε σκόνη και ένα σωρό αλλά προϊόντα που, εκτός από της καθημερινές ανάγκες για σίτηση, θα την εξυπηρετούσαν να φτιάξει ένα δυνατό αντιικο σκεύασμα που, αν δεν σκότωνε τον κορονοϊό, σίγουρα θα δυνάμωνε το ανοσοποιητικό της και δε θα κολλούσε με τίποτα αν ερχόταν σε επαφή με κάποιο φορέα του ιού.

Η παραγγελία ήταν έτοιμη. Η υπάλληλος έβγαλε έξω το καροτσάκι για να τα αφήσει στο προκαθορισμένο σημείο. Η Κασσάνδρα (αφού έστειλε το απαραίτητο sms ) ήταν ήδη καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω και περίμενε με το ποδήλατό της. Η υπάλληλος της γνέφει να έρθει να τα πάρει, αλλά  η Κασσάνδρα δεν το κουνάει ρούπι. Απορημένη η υπάλληλος στέκει και την κοιτάζει, ενώ ακούει φωνές μέσα από το μαγαζί· ήταν η ταμίας που μιλούσε με την Κασσάνδρα στο τηλέφωνο.

Η ταμίας αφήνει τη τηλεφωνική συσκευή και βγαίνει και αυτή έξω για να παρακαλέσει τη συνάδελφο της:

«Έλα μέσα και η Κασσάνδρα ήταν στο τηλέφωνο, δεν ξεκινάει όσο σε βλέπει εδώ έξω, άσε τα πράγματα και έλα μέσα».

Μόλις το πεδίο καθάρισε, πέρασε δυο φορές η Κασσάνδρα, μια προς τα πάνω για να ρίξει το αντίτιμο για τα ψώνια μέσα στο μαγαζί, με τρόπο μάλιστα που παραλίγο να κτυπήσει την υπάλληλο στο κεφάλι, και τη δεύτερη φορά για να σταματήσει και σε κλάσματα δευτερολέπτων, να πάρει τις δυο σακούλες και να εξαφανιστεί με γρήγορες ορθοπεταλιές.

Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ αφού το φιλοθεάμων κοινό δίψα για τσόντα η αίμα.
Η ιστορία μας δεν  ικανοποίει το φιλοθεάμων κοινό  και δεν χειροκρότει τον λογοτέχνη.

Η ιστορία αγαπητέ μου αναγνώστη μπορεί να είναι και προφητική για το αίμα που έρχεται να μας πνίξει αν δεν κάτσουμε εσσο μας.

Μένουμε σπίτι  ασφαλής χωρίς υστερίες και συνομωσολογιες.

Τσικνοπέμπτη στο γήπεδο

Η προετοιμασία για τον αγώνα στόχο προϋποθέτει προσήλωση, υπομονή και επιμονή.
Μα για μια δρομέα υπεραποστάσεων που είναι συνηθισμένη να τρέχει σε βουνά σε μονοπάτια, σε πάρκα και δρόμους, το να «υποχρεώνεται» έστω μια-δυο φορές την εβδομάδα να τρέχει στο γήπεδο σε κυκλική μονότονη διαδρομή είναι, όπως και να το κάνουμε, καταπιεστικό, αλλά και τόσο αναγκαίο, γιατί το τρέξιμο στο γρασίδι χαλαρώνει και ξεκουράζει τα πόδια.
Vegan runner αυτή, θεωρία και φιλοσοφία που αγγίζει τα όρια της ιεροτελεστίας η  καθημερινότητά της γύρω από το τρέξιμο και τη διατροφή της.
Το πρωί έκανε γιόγκα για δρομείς, επαγγελματικές συναντήσεις  τις επόμενες ώρες.
Γεύμα και ξεκούραση, νωρίς το απόγευμα στο γήπεδο, συνάντηση με το έτερο δρομικό ήμισυ.

Κρεατοφάς αυτός, τα χόρτα μόνο στα χωράφια τα βλέπει όταν πηγαίνει κυνήγι. Στο πιάτο του ούτε να τα δει δεν θέλει. Αν δεν έχει κρέας στο πιάτο, δεν χορταίνει· όχι τίποτα σπουδαίο… τουλάχιστον ένα τέταρτο νεκρού ζώου στο πιάτο του!
Κάποτε, μόλις πρωτογνωρίστηκαν κόντεψαν να παρεξηγηθούν όταν της έστειλε (για να τη πειράξει) φωτογραφίες από τα κυνηγητικά κατορθώματα του. Οι φωτογραφίες  εικόνιζαν πέρδικες μπεκάτσες και λαγούς που ξεπερνούσαν το «κότα» στην πρώτη κυνηγετική εξόρμηση του λαγού.

Τσικνοπέμπτη στο γήπεδο και από τις πρώτες στροφές αναπόφευκτα η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από το έθιμο της ημέρας.

  • Τι έφαγες σήμερα κοπελλάτσα μου;
  • Αναποφλοίωτο ρύζι με ντομαντίνια, κρεμμυδάκια και «kale”.
  • Τι εν τούτο;
  • Eίδος λαχανίδας! Και από πάνω nutritional yeast που είναι μια διατροφική μαγιά,
    διευκρινίζω για να μη με ρωτήσεις
  • Μα είσαι πελλή Ρα .Ξέρεις ήντα μέρα ένει;
  • Πέμπτη;
  • ΟΧΙ… σήμερα δεν είναι Πέμπτη. Είναι Τσικνοπέμπτη! Εν είδες τους καπνούς από τες φουκουδες;
  • Α οκ, δεν πήρα είδηση. Να μην τολμήσω να ρωτήσω τι έφαγες εσύ, γιατί δεν θα διαφέρει από τις υπόλοιπες μέρες.
  • Να ρωτήσεις. γιατί διαφέρει… έφαγα…
  • Δεν θέλω να ακούσω.
  • Θα ακούσεις. Δαμε έχουμε δημοκρατία. Έφαγα λουκάνικα και ζαλατίνα για πρόγευμα, λουκάνικα, παστουρμά, τζιζη-μιζη στα κάρβουνα για μεσημέρι, τζιαι πόψε θα ανάψουμε φουκού στον κουμπάρο, κοπιασε!

Του έριξε ένα βλέμμα και δεν είπε τίποτα. Ούτε αυτός άνοιξε το στόμα του ξανά για τις επόμενες πέντε στροφές του γηπέδου.
Την ησυχία άρχισε να διαταράσσει το μικρό τρακτέρ που πηγαινοερχόταν και κούρευε το  γρασίδι. Η μυρωδιά του φρεσκοκουρεμένου γρασιδιού άρχισε να γίνετε όλο και πιο έντονη, οπόταν ξαφνικά αυτός  σπάει ξανά τη σιωπή του:

  • Κοπελλατσα μου…
  • Τι είναι πάλι αγαπημένε μου;
  • Πε μου θέλεις να πεις τώρα που μυρίζει έτσι έντονα το γρασίδι νιώθεις όπως νιώθω εγώ άμα ραίσσω έξω που σουβλιτζητηκο ένεν!!!

Κ. Π

 

Επετειακό

Ήθελε να γιορτάσει τα δυο χρόνια από τη μέρα που σταμάτησε να τρώει κρέας.
Δυο χρόνια vegetarian με μεγάλες πινελιές vegan (κάποτε  δεν έτρωγε για μεγάλα διαστήματα τίποτα που να προερχόταν από ζωντανό οργανισμό).
Σχόλασε αργά το απόγευμα και πήγε σπίτι. Δεκατρείς Φεβρουαρίου· πάνε κιόλας δυο χρόνια! Σημαδιακή ημέρα, σκέφτηκε, δυο χρόνια χωρίς κρέας! Σημαντική για ακόμα έναν λόγο που τον θυμάται με χαμόγελο, αφού ανάγεται στα πρώτα νεανικά της χρόνια· είναι η ημέρα πού χάρισε στον νεανικό έρωτά της την παρθενιά της. Δεν κρατιόταν  να περιμένει μέχρι τις δεκατέσσερις να το «κάνει» μέρα του αγίου Βαλεντίνου, και έχει να το λέει.
Πεινούσε σαν λύκος! Ήθελε να γιορτάσει τα δυο χρόνια από τη μέρα που σταμάτησε να τρώει κρέας, αλλά δεν πρόλαβε να κάνει άλλες σκέψεις.
Χτύπησε η εξώπορτα του διαμερίσματος· ήταν ο Γιάννης, ο γκόμενος on/off που όλο τον διώχνει και όλο τον έχει για τη δύσκολη στιγμή, ο οποίος έφτασε απρόσκλητος. Διένυε περίοδο έντονης μοναξιάς και «αγαμίας»… Ούτε που τον ρώτησε καλά-καλά τι γύρευε απρόσκλητος στο σπίτι της. Όρμησε πάνω του και εκτονώθηκε! Άλλο που δεν ήθελε ο Γιάννης, ο οποίος ποτέ δεν κατάφερε να της πει όχι. Διώχνοντας τον Γιάννη από το σπίτι ήταν κιόλας εννέα το βραδύ και η πείνα χτύπησε κόκκινο·ήθελε να γιορτάσει τα δυο χρόνια από τη μέρα που σταμάτησε να τρώει κρέας.
Βρήκε στον πάγκο της κουζίνας αφημένα διαφημίστηκα φυλλάδια. Το μάτι έπεσε σε ένα σουβλατζίδικο. Το πήρε στα χέρια της και το περιεργάστηκε λίγο, σχημάτισε τον αριθμό παραγγελιών για κατ’ οίκον παράδοση και παρήγγειλε μια ποικιλία με διάφορα σχάρας: σουβλάκια, σιεφταλιά, παϊδάκια, λουκάνικο, παστουρμά, ενώ στη θέση των μανιταριών ζήτησε αν γινόταν ένα έξτρα κομμάτι λουκάνικο! Μέχρι να έρθει το φαγητό άνοιξε και ένα μπουκάλι κόκκινο ξηρό κρασί και ήπιε δυο ποτηράκια.
Δεν μετάνιωσε καθόλου για τη παραγγελία που έκανε .Όταν ήρθε το φαγητό το έφαγε λαίμαργα και χωρίς τύψεις γιορτάζοντας έτσι τα δυο χρόνια από τη μέρα που σταμάτησε να τρώει κρέας.

Την επομένη το πρωί την πονούσε το στομάχι τις, την πονούσε και η ψυχή της.
Ήταν πλέον απόλυτα σίγουρη για την ορθότητα των αποφάσεών της για να μην φάει ποτέ ξανά κρέας και για να μην ξαναδεί τον Γιάννη.
Κιαν δεν ήταν πρωί και αν δεν την πονούσε το στομάχι, ευχαρίστως θα έπινε ακόμα ένα ποτηράκι κρασί στην υγεία εκείνου του πρώτου νεανικού έρωτα που του χάρισε τη παρθενιά της.

Μικροδιηγήματα (ΚΠ 2020)

Ιστορίες των χωραφιών (4η Το ραντάρ )

ρανταρ
Σκαλίζοντας τη μνήμη, βρίσκεις και ενώ νόμιζα ότι στέρεψαν η ιστορίες των χωραφιών…
θυμήθηκα άλλη μια με πρωταγωνιστή τον κ Γιωρκο.
Γυρίζουμε πίσω τουλάχιστο τριάντα πέντε χρόνια , ξημέρωνε η πρώτη μέρα του κυνηγίου και ο κ Γιωρκος ,φανατικός και πολύ κάλος κυνηγός λένε όσοι τον γνώρισαν στους καλούς καιρούς του – εγώ για να πω την αλήθεια μια φορά που τον άκουσα να παινεύετε μπροστά σε κόσμο ότι μαζί με τους δυο του γιους κτύπησαν δεκαπέντε περδίκια ρώτησα τον ένα του γιο και μου το επιβίβασε λέγοντας μου « ναι! δίκαιο έχει απλά παρέλειψε μια μικρή λεπτομέρεια, κτύπησα 11 εγώ 3 αδελφός μου και ένα ο Γιωρκος και οι τρις μαζί 15» – ξημέρωνε λοιπόν η πρώτη μέρα του κυνηγίου και ο κ Γιωρκος δεν κατάφερε να αλλάξει την βάρδια του στη δουλεία (νοσοκόμος στο ψυχιατρείο Αθαλασσας) του εκανε οστοσο το χατίρι ένας συνάδελφος του και ήρθε στη δουλεία μια ώρα νωρίτερα για να σχολάσει στις έξι το πρωί αντί στης επτά.
Όλα τα απαραίτητα πράγματα ήταν έτυμα στο αυτοκίνητο και λίγο πριν της έξι ξεκίνησε και τη μηχανή του αυτοκίνητου του μην χάσει δευτερόλεπτο.
Μόλις ήρθε ο συνάδελφος του μπέικε στο παλιό Peugeot 504 και ξεκίνησε με προορισμό τη περιοχή Κόρνου-Κοφίνου , βγηκε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού από τα κρεμαστά φώτα πάτησε το πετάλι τις βενζίνης και σύντομα ο μιλιοδεικτης (τότε ακόμη είχαμε το Αγγλικό σύστημα και μετρούσαμε με μίλια) ξεπέρασε κατά πολυ το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας που ήταν τα 60 μίλια (100 χιλιόμετρα ) ανά ώρα .
Το τιμόνι του Peugeot άρχισε να τρέμει καθώς ο δείκτης πλησίασε τα 80 μίλια αλλά ο κ Γιωρκος απτόητος μέχρι που λίγο μετά την Αλάμπρα πετάγετε μπροστά του και του κάνει νόημα να σταματήσει ένας αστυνομικός με το ραντάρ στο χερι .
Μετά της απαραίτητες διατυπώσεις (άδεια , ασφάλεια κλπ)..
– κ Γιωρκο θα καταγγελθείτε για υπερβολική ταχύτητα
– Γιε μου να χαρείς έχω πέντε κοπελουθκια μεν με καταγγείλεις, κοφκείς μου το φαει τον παιθκιων μου, εβιαζουμουν , εν θα το ξανακανω κλπ κλπ
Μάταια προσπαθούσε ο κ Γιωρκος να αποτρέψει τον αστυνομικό από το να τον καταγγείλει οπόταν αφού πλέων πείσθηκε ότι δεν γλιτώνει το λαπόρτο παίρνει μια βαθειά ανάσα και με αναστεναρηκη φωνή του λέει.
-Γράψε με αλλά λαλωσου το αν με χρειαστείς εσύ καμιάν φορά εν θα σε βοηθήσω
– Τζιαι ηντα δουλειά κάμνεις εσύ που θα σε χρειαστώ εγιω κ Γιωρκο
– Νοσοκόμος στο ψυχιατρείο, εγλεπε μεν ερτεις τζημεσα τζιαι ππέσεις στα σιερκα μου…
Σταματά το γράψιμο τότε ο αστυνομικός, του δίνει την άδεια του πίσω και του λέει
– Να πας στο καλό κ Γιωρκο τζιαι άλλη φορά μεν βουρας…

Ιστορίες των χωραφιών (Γ)

Ακόμη μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον κύριο Γιωρκο , αυτή τη φορά με συμπρωταγωνιστή τον γείτονα του τον  Τσιαουση ( παρωνύμιο λόγο του επαγγέλματος του που ήταν αστυνομικός) .
Πριν χρόνια κατακαλόκαιρα την «εποχή του τρυγονιού» οι δυο φίλοι και γείτονες ετοιμαστήκαν από το βραδύ για την πρώτη κυνηγητική εξόρμηση.
Προορισμός τα δυτικά παράλια της επαρχίας Λάρνακας κάπου ανάμεσα στο Κίτι και το Μαζωτο .
Έφτασαν πριν εξημέρωση, πάρκαραν το αυτοκίνητο και πριν ξεκινήσουν για να κατευθυνθούν πεζοί για το πόστο τους ανοίγοντας ο Τσιαούσης τη θήκη για να βγάλει το δόκανο του να το συναρμολόγηση διαπιστώνει πως ξέχασε να Βάλη στη θήκη της κάνες του όπλου του και πως μαζί του ειχε μόνο το πίσω μέρος του όπλου!!
«Εν πειράζει φίλε μου, θα μου κάμνεις τον βουρκατορα»  του λέει το κ Γιωρκος.
Το περιστατικό μαθεύτηκε και λεγόταν στη γειτονία (με διάθεση να πειράξουν τον Τσιαούση)  για πολύ καιρό η επαναλαμβανόμενη παράκληση του προς τον Κύριο Γιωρκο
«Ατε ρε Γιωρκο δος μου τον σιηπεττον να σύρω τζιαι γώ καμίαν χαρτουτζιαν»
Δεν ήταν όμως το μόνο περιστατικό της ημέρας…
Σε  ένα διάλειμμα από το κυνήγι, μπηκαν σε ένα περιβόλι, σκαρφάλωσαν στις συκιές και προγευμάτιζαν κρατώντας στο χέρι από μια φέτα ψωμί και χαλούμι.
Τους είδε ένας (προφανώς από την προφορά, έλληνας νησιώτης)
– Ρε σεις τη κάνετε κει πάνω, οι συκιές έχουν νοικοκυραίους
– Και εμείς νοικοκυραίοι είμαστε αδελφέ (του φώναξε ο κ Γιωρκος)*
προτρέποντας τον να κοιτά τη δουλειά του.
*Το απόγευμα τις ιδίας μέρας δέχτηκε τηλεφώνημα από τον αστυνομικό σταθμό της περιοχής του παρατηρώντας τον να μην μπει ξανά σε ξένα περιβόλια

Ιστορίες των χωραφιών (B) Αυθόρμητα και ανορθόγραφα

Ο κύριος Γιωρκος  αρέσκετε στο μάζεμα όλων όσων απλόχερα μας προσφέρει η φύση.
Είναι ο ίδιος ήρωας όπως και στην προηγούμενη ιστορία με τα Παπουτσοσυκα.

Το σπίτι του είναι μερικά χιλιόμετρα μακριά από το αεροδρόμιο Λευκωσίας το οποίο ως  γνωστόν είναι στην πράσινη γραμμή και το ελέγχουν τα ηνωμένα έθνη.

Πριν μερικά χρόνια φίλεψε με ένα υψηλόβαθμο τοπικό  στέλεχος των  ηνωμένων εθνών και αφού τον έμαθε να τρώει κάπαρη, κουτρουβη, αγρελια και αλλά καλούδια της φύσης εξασφάλισε και πάσο για  να μπαίνει ανενόχλητος και να μαζεύει του κόσμου τα καλά από το περιφραγμένο αεροδρόμιο. Ανάμεσα στις σχισμές που άφησε στον δίαυλο ο χρόνος πεταγόταν το ποιο ωραίο καππάρη , φρόντιζε μάλιστα να πηγαίνει να κλαδεύει της καππαρκες για να είναι το «πρώτο κόψιμο» χοντρό και τρυφερό. Το ίδιο περιποιόταν και της αγριελιές.

Έλα ώμος που οι καιροί αλλάζουν και ο νέος διοικητής   δεν του ανανέωσε το πάσο.
Ο κύριος Γιωρκος δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια ούτε άλλαξε τοποθεσία .
σκαρφάλωνε το φραχτεί και μαζί με τη γυναίκα του συνέχιζαν να μαζεύουν  πότε αγρελια πότε κάππαρη πότε κουτρουβη  μέχρι να τους δουν οι στρατιώτες των ηνωμένων εθνών και να τους βγάλουν έξω κάνοντας τους συστάσεις για να μην το ξανακάνουν.

Ο κύριος Γιώρκος μάλιστα τους κορόιδευε κανονικά αφού ενώ γνώριζε πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα έκανε πώς δεν καταλάμβανε και ζητούσε διερμηνέα , άλλες φορές τους   ζητούσε να τον βοηθήσουν να μαζέψει αυτά που ήθελε για να φυγή πιο γρήγορα ενώ σε μια περίπτωση που έπεσε πάνω σε επίμονο στρατιώτη ο οποίος ήθελε ντε  και καλά να βγει αμέσως έξω έκανε τον αρρωστώ, ξάπλωσε καταμεσής του δίαυλου   και ζητούσε να του φέρουν γιατρό και  ασθενοφόρο μιλώντας στα αγγλικά ενώ στα ελληνικά παρακινούσε τη γυναίκα του να μαζέψει   όσο παραπάνω κάππαρη  μπορούσε  μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο και ο γιατρός.

Χρόνια μετά στο σήμερα  ο κ Γιωρκος και η γυναίκα του εξακολουθούν να παίζουν το ίδιο παιχνίδι με τους στρατιώτες των ηνωμένων εθνών στο αεροδρόμιο Λευκωσίας

Ιστορίες των χωραφιών (α).

-Συμπέθερε να πας να μαζεψεις τα παπουτσοσυκα*  τζιαι που το δικό μου χωράφι είπα σου,
κανένας εν πηαιννει τζιαι εν κρίμα.
-Εξήγα μου  που ενει τζιαι εν να παω .
– Εν ευκολο , που τον κύριο δρόμο όπως πας για το σπίτι των Αντρέα στο Επισκοπιο  , πριν το Ψυμολοφου… , εκαταλαβες;
-εκατλαβα  Συμπέθερε  καλό, ουλλη μερα μες τα χωραφκια ξέρω τον τόπο παθκιαν – παθκιαν.

Δυο χρόνια μετά καθοδόν προς το σπίτι του Αντρέα στο Επισκοπιο.

Ρε γεναίκα να σταματήσουμε τζιαι που το χωράφι του Συμπέθερου,  αν εν καλά τα παπουτσοσυκα να κόψουμε λια.

Πάνω στη παπουτσοσιτζια ένας ηλικιωμένος κύριος κοφη τους καρπους της΄

-καλημέρα κουμπάρε
– καλημέρα σας
– εν καλά τα παπουτσοσυκα
-εν πολλά καλά, πρώτο πραμα
-α ετσι…, ξέρεις ποιου εν που ενει τζιαι κοφκεις τα
-οη ρε κουμπάρε, αλλά έχει χρόνια που ερκουμε τζιαι ποττε εν μου ειπεν κανένας τίποτε
– Εν δικαίς μου
– Συγγνώμη, ετο κοφκω λια για να φάει οι οικογένεια
-ε πρέπει να εσσιης μηαλην οικογένεια για να κόψεις τέσσερεις σικλες*!!!
-εντάξει ρε κουμπάρε τη θες να καμω, θες να σου τα πληρώσω
-οη εν θελω να μου τα πληρώσεις, θέλω να μου γεμοσεις τζιαι τες δίκες μου τες σικλες τζιαι να πάμε πάτσι*.

Και αφού του γέμισε τις δυο σικλες με τα πιο μεγάλα και καλά παπουτσοσικα έφυγαν όλοι ευχαριστημένοι .

Το απόγευμα  καθάρισαν τα παπουτσοσικα, και τα παγοσαν και το επόμενο πρωι…
-Ρε γεναικα ατε διάλεξε μου μιαν κουππα παπουτσοσυκα να πώρο στον συμπέθερο να τον ευχαριστήσω.
Λίγη ώρα μετά, χωρίς  καν να τηλεφωνήσει, κτυπά τη πόρτα του Συμπέθερου
– Συμπέθερε, έφερα σου Παπουτσοσυκα που τες παπουτοσυτζιες σου, εν πρώτο πραμα αδε
– Ευχαριστω αλλά ρε συμπέθερε, εσιη τζιαι έξι μήνες που τες ξερίζωσα τζιαι ίσσιωσα το χωράφι, ποθεν εν που πηες τζιαι έκοψες τα;

Σικλες = Κουβάδες
παπουτσοσυκα = φραγκόσυκα
να πάμε πάτσι =είμαστε ισόπαλοι

 

Γνωρίζοντας ένα καινούριο κόσμο

Λονδινο
Δεν είμαι από αυτούς που ταξιδεύουν τόσο  πολύ,  ούτε και έχω δουλέψει ή σπουδάσει στο εξωτερικό. Τα ταξίδια  μου, ολιγοήμερα και όχι πολύ μακρινά.

Τώρα στα σαράντα πέντε μου η συγκυρία το έφερε να ταξιδέψω μέχρι την Αγγλία. Δεν είχα σκοπό να γράψω κάτι για αυτό το ταξίδι .Ένα σημειωματάριο όμως στην oxford street  από αυτά που πωλάνε μαζί με στύλο σε τουριστικά μαγαζιά μου έκλεισε το μάτι. Έχοντας στο σκληρό εξώφυλλο του φωτογραφία  το γνωστό διώροφο κόκκινο λεωφορείο, τον κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο,  το ρολόι του Μπινγκ Μπεν και μια από της γέφυρες του Τάμεση με έκανε να το αγοράσω και να αρχίσω να γράφω τις σκέψεις μου από αυτό το ταξίδι.

Δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου τόσο πολύ κόσμο. Αμέτρητοι άνθρωποι  να μοιάζουν  με μυρμήγκια που κινούνται ασταμάτητα σε γραμμές που πάνε, έρχονται και τέμνονται. Καταρρακτώδης βροχή από κόσμο κάθε εθνικότητας, χρώματος,  γλώσσας  και οικονομικής επιφάνειας η αφάνειας.

Ξέρω δεν σας λέω τίποτα καινούριο ή σπουδαίο, ξέρω ότι λέω το αυτονόητο για έναν που επισκέφτηκε για λίγες μέρες το Λονδίνο. Τα λέω γιατί η έκπληξη μου ήταν τόσο πολύ μεγάλη που ξαφνικά αισθάνθηκα  μικρός και τιποτένιος. Έκανα μάλιστα  τη σκέψη «καημένε και αφελής Κύπριε συμπατριώτη που νομίζεις πως είμαστε το κέντρο της γης»! Παίρνω σημειώσεις  ωσάν να είμαι μαθητής δημοτικού και έχω να γράψω έκθεση για την εκδρομή που μας πήρε η δασκάλα μας.

Στη Leicester square και  Trafalgar square  οι Street performance και μουσικοί του δρόμου τράβηξαν την προσοχή μου. Αξίζουν την προσοχή και το φιλοδώρημα κάθε επισκέπτη .

Τεράστια μαγαζιά με τις πιο γνωστές μάρκες της αγοράς, από υψηλή ραπτική μέχρι φτηνά κινέζικα, καταστήματα γνωστών σοκολάτων  και ο κόσμος να τις αγοράζει με το κιλό (το βρήκα πολύ ηλίθιο αυτό το θέαμα).

Στο δρόμο μου έτυχε να δω αρκετά συνέργια που επιδιόρθωναν δρόμους η έκαναν άλλες εξωτερικές εργασίες και θαύμασα τον επαγγελματισμό και τη μεθοδολογία με την οποία δούλευαν. Προειδοποιητικές  πινακίδες φωσφριζέ γιλέκο και κράνος εργασίας, επιμελημένη περίφραξη του εργοταξίου, χειρουργικές κινήσεις και σκούπισμα του δρόμου. Εργοτάξιο πεντακάθαρο.

Δεν ξέρω αν υπάρχει αντικειμενική μέτρηση  της  ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Άποψη μου είναι, αν ένας άνθρωπος δεν έχει ελεύθερο χρόνο να διαθέσει για τον εαυτό του, για να διαβάσει, να κάνει ένα σπορ να βγει να περπατήσει σε ένα πάρκο τότε όσα λεφτά και αν έχει είναι πολύ φτωχός. Και στο Λονδίνο όλη αυτή η φρενίτιδα με βάζει σε υποψίες για την ποιότητα ζωής του μέσου Λονδρέζου η ξένου που εργάζεται στο Λονδίνο.

Βραδύ στο Λονδίνο… βόλτα στο tower of London, το επιβλητικό κάστρο του 11ου αιώνα  στις όχθες του ποταμού Τάμεση που έρχεται  σε αντίθεση με το κτήριο 95 ορόφων  στην απέναντι όχθη   του 21ου αιώνα  που φέρει το όνομα the shard (θραύσματα)  και μια γέφυρα να ενώνει τους αιώνες που στο πέρασμα τους όλα αλλάζουν και όλα το ίδιο μένουν.

Συνεχίζω να γραφώ αυτά που κάνουν τους εσώτερους αισθητήρες μου  να κουνηθούν και να με κάνουν να σκεφτώ ή αισθανθώ κάτι.

Έχω τη τάση (φυσιολογικά νομίζω)  να συγκρίνω αυτά που βλέπω με αυτά που έχω δει στην έως τώρα ζωή μου , συγκρίνω τη πόλη που ζω με την πόλη που επισκέπτομαι. Ενστικτωδώς σταματά το βλέμμα μου σε μελαγχολικά πρόσωπα ή μήπως όλο το Λονδίνο με προκαλεί να βλέπω τους ανθρώπους του και τα κτίρια του ως μελαγχολικά.  Σίγουρα η έλλειψη ηλιοφάνειας επιδεινώνει  αυτό το συναίσθημα όμως δεν μου φαίνεται να είναι αυτό το πρόβλημα. Είναι και αυτό το κόκκινο-καφέ  τουβλάκι με το όποιο είναι κτισμένα τα σπίτια που  καταντά  πολύ μονότονο και κουραστικό.
Επιβλητικά μεγάλα κτίρια στεγάζουν θεματικά μουσεία όλων των γούστων και τα πλείστα εξ αυτών  έχουν δωρεάν είσοδο.

Αν έχει κάτι για το οποίο ζήλεψα (και ζήλεψα πολύ) είναι τα τεράστια πάρκα του! Οντας δρομέας επιζητώ και αναζητώ σε κάθε ταξίδι μου χώρους για να τρέξω και στο Λονδίνο βρήκα τα καλύτερα μέρη στης ιδανικότερες θερμοκρασίες για αυτή μου τη δραστηριότητα. Μήνας Ιούλιος και ενώ στη Κύπρο το θερμόμετρο ξεπερνά τους 40 βαθμούς κελσίου εγώ τρέχω για 8 μέρες στους 18-20 βαθμούς σε ατελείωτο γρασίδι ή χώμα. Οκτώ μέρες έτρεξα τα πιο απολαυστικά καλοκαιρινά  χιλιόμετρα της ζωής μου στο Hyed park  στο regent’s park  στο Richmond park.

To περίφημο  underground του Λονδίνου δεν μου μίλησε, μπορεί να αποτελεί ένα εύκολο και γρήγορο μέσο διακίνησης αλλά για τα αυτιά και την αισθητική μου ήταν πολύ ενοχλητικό. Αντιθέτως τα ταξίδια με το τρένο απομακρυνόμενος από το κέντρο της πόλης προς Νιούκαστλ για 3 μέρες,  Μπράιτον και Νταραμ για μια μέρα χόρτασαν τα μάτια μου με πράσινο, νερά, λίμνες ποτάμια, δέντρα και λόφους.

Από νωρίς το βράδυ (ιδίως Παρασκευή κι Σάββατο) τι γυρεύει τόσος κόσμος με ένα ποτήρι ή μπουκάλα μπύρα στο χέρι έξω από τις μπυραρίες;
και μέχρι τα μεσάνυκτα σαν τις σταχτοπούτες άντρες και γυναίκες μεθυσμένοι ή σχεδόν μεθυσμένοι πριν κλείσει το μετρό να επιστρέφουν στα σπίτια τους.
Δεν είχα εμπειρία από τη νυκτερινή ζωή τον πλουσίων που τρώνε και πίνουν στα μπαράκια και εστιατόρια σε ψιλά κτήρια στις όχθες του πόταμου ατενίζοντας τον Τάμεση αλλά εικάζω ότι πάνω κάτω το ίδιο ξενέρωτη  όπως όλου του  πλούσιου κόσμου θα είναι η ζωή τους.

Σε ένα από τα τροχαδια που έκανα ξεκινώντας από το σπίτι όπου είχα ενοικίασει ( κοντά στο σταθμό comden town)  είχα νιώσει και λίγο το αίσθημα του φόβου. Σύμφωνα με το χάρτη που κρατούσα θα μπορούσα μέσω του μονοπατιού πλάι στο κανάλι “comdem canal” να φτάσω τρέχοντας στο πάρκο πίσω από τον ζωολογικό κήπο. Σε ένα τμήμα της διαδρομής λίγο απομονωμένο και ενώ ειχε σουρουπώσει για τα καλά συνάντησα πολλές μικρές παρέες να κάθονται στην όχθη, να καταναλώνουν μπύρες  και να καπνίζουν «χόρτο». Ήταν μάλιστα τόσο έντονη η οσμή που σίγουρα αν έκανα τεστ θα ανιχνευόταν η ουσία στον οργανισμό μου.

Αργά το βράδυ της Κυριακής ενώ είχα δει αρκετά από Λονδίνο μου  θύμισε μια φίλη  το «ταξιδεύοντας Αγγλία» του Νικου Καζαντζάκη. Σταματώ να γράφω  και βλέπω στο διαδίκτυο ένα δεκαπεντάλεπτο βίντεο σε κείμενο της Ειρήνης Μαραγκόζη που αναφέρεται στο βιβλίο. Σκεφτομαι ότι αν ζούσε σήμερα ο Καζαντζάκης 78 χρόνια μετά από τη πρώτη του επίσκεψη του ( το 1939)  δεν θα  έγραφε τα ιδία πράγματα ή αν θα πρόσθετε πολλά αλλά κεφάλαια όπως έκανε μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου η όποια τελείωνε με λόγια θαυμασμού για την Αγγλία αλλά μετά τα Δεκεμβριανά  και λίγα χρόνια αργότερα όταν οι Άγγλοι απάντησαν με βία στο αίτημα της Κύπρου για αυτοδιάθεση ο Καζαντζάκης θεώρησε πως έπρεπε να προσθέσει ένα ακόμα κεφάλαιο ανασκευάζοντας τα λόγια θαυμασμού γράφοντας «το βιβλίο τούτο γράφτηκε πριν από τα Δεκεμβριανά και πριν από την Κύπρο. Δεν ξέραμε τότε, τώρα ξέρουμε. Το γαλάζιο πουλί της ελευθερίας δεν κυκλοφορεί εξω από τα σύνορα της Αγγλίας. Έξω από τα σύνορα της Αγγλίας κυκλοφορεί ένα άλλο εγγλέζικο πουλί μαύρο με κόκκινο ράμφος και κόκκινα νύχια ματωμένα».

Όσο περνούσαν οι ημέρες  αυτό το γαλάζιο πούλι της ελευθερίας και το νέο πρότυπο ανθρώπου που ο Καζαντζάκης  θεώρησε ότι το βρήκε στο πρόσωπο  του άγγλου τζέντλεμαν ένιωθα ότι  με ακλουθούσαν σε κάθε βήμα μου χωρίς ωστόσο να μου αποκαλυφθουν. Ίσως γιατί πια δεν είναι το ίδιο πούλι. Ίσως
Αν ζούσε σήμερα ο Καζαντζάκη  να μιλούσε για ένα πουλί εσωστρεφές, για ένα πουλί πληγωμένο και προβληματισμένο από τις τρομοκρατικές επιθέσεις που αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα αλλά και την απόφαση του βρετανικού λαού μετά  από δημοψήφισμα να αποχωρήσει από την ευρωπαϊκή ένωση.

Από το Λονδίνο με το τρένο στο Μπράιτον , χόρτασε το μάτι πράσινο όσο ανυπομονούσα να φτάσω. Ένας γλάρος στο σταθμό του τρένου με υποδέχτηκε αγγίζοντας το πρόσωπο μου με τα φτερά του στην προσπάθεια του αν αποφύγει ένα ενοχλητικό παιδάκι που το κυνηγούσε. Οι φωνές τον γλάρων που έμοιαζαν με κλάμα μου έκαναν εντύπωση , είναι σαν να θέλουν να πουν κάτι είναι σαν κραυγές αγωνίας. Μια ευθεία δρόμος και φτάνω στη θάλασσα του Μπράιτον. Μια αλλοιώτικη θάλασσα από αυτές που είχα δει μέχρι σήμερα, η θάλασσα της Μάγχης, κομμάτι του ατλαντικού ωκεανού.  Αγριεμένη θάλασσα, δυνατός αγέρας , τα βότσαλα στην όχθη το πέταγμα και το κλάμα των γλάρων όλα συνέθεταν ένα παράξενα όμορφο σκηνικό.

Πίσω στο Λονδίνο για να καταγράψω άλλη μια σκηνή που μου έκανε εντύπωση. Ότι ώρα και να είναι άνθρωποι  να κρατούν στα χέρια τους χάρτινα κουτιά με φαγητό και με πλάστικα πιρούνια  να τρώνε σαν περπατάνε ή να ακουμπάνε  με τη πλάτη σε ένα τοίχο και να κάθονται στα πόδια τους για μερικά λεπτά μέχρι να τελειώσουν το φαγητό και να χαθούν ξανά  μέσα στο πλήθος. Μια ακόμα σκηνή με φαγητό. Ένα απόγευμα σε καφέ συνάντησα ένα κουστουμαρισμένο ευτραφή  ξανθό βρετανό με φακίδες και γαλάζια μάτια και περιμένοντας να πάρω ένα καφέ τον παρατηρούσα να καταβροχθίζει μέσα σε πέντε λεπτά μια κοτόπιτα, ένα τσιπς με ξίδι, να πίνει ένα σμουθι και ένα κέικ φράουλας  και μετά σηκώθηκε πήρε στο αριστερό χέρι τον χαρτοφύλακα του και έφυγε.

Οι ημέρες πέρασαν γρήγορα. Το Λονδίνο μέσα από το αεροπλάνο μοιάζει μια πολύ όπως όλες τις άλλες μια τιποτένια πόλη. Μόνο ο ουρανός και το νερό κρατούν την αρχοντιά τους από ψηλά.

Κλείνω τα μάτια και τα ανοίγω ξανά λίγο πριν προσγειωθούμε στο αεροδρόμιο Λάρνακας.
Είναι ωραίο να έχεις κάπου να επιστρέψεις αλλά είναι και πολύ ωραίο να ταξιδεύεις.
Λονδίνο θα τα πούμε ξανά.

 

Tο ελιξίριο της νεότητας

ελιξιριοΌταν τον πρωτογνώρισα ήταν πενηνταπεντάρης, βετεράνος αθλητής στίβου (με υψηλές επιδόσεις όπως μου τόνισε) στο αγώνισμα τον τετρακοσίων μέτρων με εμπόδια. Έκανε τζόκινγκ στο γρασίδι του γηπέδου η ώρα 5:30 το πρωί· δυο πλάσματα όλα κιόλα μέσα σε ολόκληρο γήπεδο.  Τόσο νωρίς πριν καλά καλά ανατείλει ο ήλιος εύκολο να ανταλλάξουμε καλημέρα και να αρχίσουμε την κουβέντα κάνοντας προθέρμανση.
Από τις πρώτες κουβέντες μας κατάλαβα πως ήταν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος.
Εστίασε την συζήτηση στην πεποίθησή του ότι θα καταφέρει να ζήσει αιωνία μέσο ενός φαρμάκου που χαρίζει την αθανασία. «Φροντίζω το σώμα και το πνεύμα μου μέχρι να βρεθεί το φάρμακο της αθανασίας, να ξέρεις ότι είναι κοντά»! Tο ελιξίριο της νεότητας, όπως μου εξήγησε με πολλή πειστικότητα και σοβαρότητα, βρίσκεται σε βότανα τα οποία έχουν τη δυνατότητα να επιβραδύνουν και να αναστρέψουν τη διαδικασίας γήρανσης. Τα επιχειρήματα είχαν και συνέχεια, αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ρώσοι ερευνητές βρήκαν μια ενδιάμεση λύση παρασκευάζοντας ένα χάπι, το οποίο χρησιμοποίησαν μυστικά για τον εαυτό τους,  και που παρατείνει τη ζωή ως και στα 130 χρόνια ούτως ώστε να προλάβουν να ολοκληρώσουν τις έρευνές τους για το χάπι τις αθανασίας. Τον είδα ελάχιστες φορές από τότε, πάντα εντός γηπέδου να κάνει τη γυμναστική του, αλλά δεν έτυχε να μιλήσουμε εκτενώς πλην του να ανταλλάξουμε ένα «γεια», «τι κάνεις» κλπ.

Σήμερα θα είναι πάνω από εβδομήντα χρονών και εξακολουθεί να γυμνάζεται. Μάλιστα αν δεν εστιάσεις το βλέμμα σου στο πρόσωπο του και τον δεις εν ώρα γυμναστικής με το κοντό παντελονάκι και ημίγυμνο (όπως συνηθίζει να τρέχει της ζεστές καλοκαιρινές μέρες)  θα έβαζες στοίχημα πως δεν είναι πάνω από σαρανταπεντε.

 

Τις προάλλες  τον «έκοψα» μόνο πάλι στο γήπεδο να κάνει τη γυμναστική του. Είχα όρεξη για συζήτηση! Θυμήθηκα και τα όσα μου είχε πει στο παρελθόν οπόταν είχα περιέργεια να δω πως σκέπτεται σήμερα. Προς μεγάλη μου έκπληξη μου αποκάλυψε ότι συμμετέχει εθελοντικά σε ένα πείραμα όπου μετά τις δοκιμαστικές εργαστηριακές μελέτες εδώ και δέκα χρόνια το «χάπι της αθανασίας» δίνεται σε ανθρώπους.  «Και αυτό το χάπι σε κάνει να φαίνεσαι ή και να νιώθεις νέος;», ρωτάω απορημένος.  «Είσαι σε όλα νέος! Μέχρι και οι γενικές αναλύσεις αίματος είναι σαν εφήβου». Πήγα για μαλλί και θα βγω κουρεμένος ,λέω απο μέσα μου, ή με δουλεύει κανονικά ή δεν τα έχει τετρακόσια, σκέφτηκα αλλά είπα να «χοντρύνω» λίγο το παιχνίδι.
«Και δεν μου λες σεξουαλικά πως τα πας, έχεις στύση στα εβδομήντα πέντε σου;» του λέω. «Σαν έφηβος σου λέω, έκοψα και το βιαγκρα!!! Παίρνω γκομενες μέχρι τριάντα χρόνων, αλλά πούστηδες δεν πηδάω… αι σιχτίρ» μου είπε και έφυγε προς το πάρκινγκ.

 

« Older entries

Αρέσει σε %d bloggers: