Xιλιόμετρα

Ημεροδρόμε
θέλω να σε φτάσω
την πειθαρχεία σου ζηλεύω

Μαραθωνοδρόμε
μην σταματήσεις ποτέ
κάνε τον τερματισμό αφετηρία
και τρέχα

Ποιητές οι υπεραποστάσεις
είναι ποιήματα που σας ξέφυγαν
χιλιόμετρα

Κουράζομαι όταν δεν τρέχω
δεν έχω λογική
δεν έχω υπομονή
δεν έχω ζωή

Κ.Π

Advertisements

Τίποτα πάρα κάτι

Τι έχω να πω
όλα λόγια ειπωμένα
σβήνω
σιωπώ
απομακρύνομαι
ξεχνώ
ας ξεχαστώ
μα αν από λάθος θυμηθώ
θέλω ένα κομμάτι από έρωτα
μα αν από τύχη  με θυμηθείς
θέλω να είναι κομμάτι από το χαμόγελο που άντεξε
την ώρα της μεγαλύτερης ματαίωσης

3/19 Κ.Π

Εν πτήση

Oι φίλοι μου

Εμένα οι φίλοι μου είναι δρομείς
είναι πουλιά που τρέχουν
είναι ελάφια με φτερά
είναι αγάπη και χαρά
είναι παιδιά
που ξέχασαν να μεγαλώσουν
Εμένα οι φίλοι μου είναι ποιητές
γράφουν δεν γράφουν
τρέχουν δεν τρέχουν

K.Π

Minimal

Αφαίρεσα πρώτα το όνομα και
το φύλο σου
μετά  τη διεύθυνση, τον αριθμό
και τον ταχυδρομικό κώδικα
έπειτα τη γλώσσα
προχώρησα αφαιρώντας τον Χριστό
τον Μωάμεθ τον Βούδα
και βρήκα τον Άνθρωπο
και βρήκα τον Θεό

 

Κωστας Πατινιος

Άμα βρέχει

Άμα βρέχει θέλω να γράφω ποιήματα
και ας μην τα καταφέρνω
έτσι για να συμπαραστέκομαι στον ουρανό
έτσι για να αντιστέκομαι στον κακό μου εαυτό
να άγγιζα με μαγικό ραβδί
να γίνει η βροχή μια προσευχή
ύμνος υπέρ τ΄ αγνώστου
να έπλαθα και ένα θεό
χωρίς μεσάζοντες θνητούς
να τον εξευτελίζουν
ακούς βροχή μου, σου μιλώ
πάρε και με μαζί σου
χόρεψε με να βραχώ
να λυτρωθώ

K.Π 19/12/18

Είπα να μεν καρισιευτώ

 

Γυρευκω λέξεις βαρετές
να χτίσω καμιάν δόμη
αντρόσην της κακοχρονιάς
λέξεις να «μπουν» της παγωνιάς
για να μ’ αλλάξουν γνώμη

Στήνω τ΄ αφτί μου πας τη γη
ν’ ακούσω τι θα πούσιν
ήρωες θύματα σωρό
τραβούν του Ζάλογγου χορό
ξανά να σκοτωθούσιν

Είπα να μεν καρισιευτώ
να βρίξω μεν μιλήσω
με τούτον το γκιλινζιρκόν
εγιώνη εν κάμνω χωρκόν
γιαλού θα ξεκινήσω

Να πάω πάνω στα βουνά
να φκάλω άρκαν παουρκάν
τες πέτρες να τσακίσω
τη λύπη να τζιμίσω
γιατ’ εν να με ξιλώσετε
την αθρωπιάν θα λιώσετε
στου φούρνου σας το μίσος

Κώστας Πατίνιος

Ποκλονισμένος

Ποκλονισμένος , σύξυλος
με αννοιχτό το στόμα
αχ ‘εμεινα να σε θωρώ
γιατ’ερεξες τζιαι καρτερώ
μιαν αμμαθκιά σου κόμα.

Πίννω κρασί ζαλίζουμε
θωρώ σε ομπροστά μου
πίννω ζίβαναν έρκεσαι
καρτζιί μου ταχα κάθεσε
τζιαι  πίννεις τα μιτά μου.

Τζι’ όταν η νύχτα ποσπαστεί
τζι ο νους με τα δικά του
της μέρας πρέπει να κρωστώ
να δώκω  ό,τι της χρωστώ
λούνουμαι του κλαμάτου

Πκιάννω μολύβι τζιαι χαρτί
τζιαι ποτυλίω νήμα
πλέκω τες λέξεις γατρικό
τζιαι το δικό μου ριζικό
γράφω το σ’ένα ποίμα.

Ποκλονισμένος =  αποσβολωμένος, εξαντλημένος

Σύξυλος = ακίνητος (σαν το ξύλο)

 

Η Ανεράδα του Γιακουμή (ο κριματισμενος)

Η  Κυπριακή γλώσσα έχει ένα ρυθμό, μια μουσικότητα που μου αρέσει πάρα πολλά

Η Ανεράδα του Γιακουμή

Ερεσσα τζι εκοράτζιισα πόξω που την αυλή της
πα΄σε αγκάθκια καππαρκάς κρέμμετουν το φιλί της.

Εξύπνησα ολόσουππος λουμένος μες το δρώμα
αλόπώς  ήτουν όρομαν,  γιαι΄ημουν  μες το στρώμα

Ίντα να πει το όρομαν, τι εσιει να μου δώσει
εφκαλα την όξυπνος  ώσπου να ξήμερώσει.

Σηκώστηκα τζιαί τράβησα  να πάω να ποτίσω
ήβρα τον πάτερ μανιχόν τζι είπα να τον ρωτήσω

Είπα του ίνταν’ πο’παθα, λαλεί μου είσαι γάρος!
εχτές την εχαρτώσαμεν, τζιαρφός σου ο κουμπάρος

για τζιείνον είδες τα φιλιά  στης καππάρκας τ’ αγκάθκια
Να την ξηάσεις Γιακουμή για βκάλλω σου τ’ αμάθκια

Έφυα αμμά ηβρα την  πόξω που το περβολί
να κλώθεται σαν το θερκόν, επκιαν με οι θκιαόλοι.

Κοντεύκω παω δίπλα της, να δω ίντα γυρεύκη
λουβά τζιαι σκόνη γίνετε αερικό τζιαι φεύκει

Βουρώ, πάω ξοπίσω της, περίτου νευριάζει
μια καταιγίδα γίνεται τζιαι ρίφκει μου χαλάζι.

Τωρά εγιώ’μαι όξυπνος , η κάμμοντα λοούμε
ετζίμπησά με για να δω, αν ζιω ή αν τζιμούμαι.

Έφύα τζι εν επότισα,  έσσω ξαναγιρίζω
μες το κρεββάτιν έδωκα , αρρώστησα νομίζω.

Τρεις μέρες εν’που έκρουζα στου πυρετού τη βράση
εφέραν μου τζιαι τον γιατρό για να με εξετάσει.

Μα εν μου ήβρεν τίποτε,  εν εσιει ετσ’αρρώσκια
γραμμένην στα δευτέρκα του μήτε στα γιατροσόφκια.

Άμαν ο μήνας εκλεισεν, εμιαζα πεθαμμένος
όπως το σκιάχτρον, σκελετός σαν κόκκαλο γλυμμένος.

Ωσπ’ολησεν τη σιοπήν η Μαρικού του ράφτη
που ήξερεν το μυστικόν τζι  εμήνησέν της νάρτει.

Ξέρω εγιώ το γιατρικό τα μάγια να ποζέξεις
θα σε γιατρέψω, αμμα ξερε,  μεν με ξαναγυρέψεις.

Μ’ένα φιλί της άρκεψε, το φως του να το βρίσκει
στα θκυο, στα τρία φάνηκεν χαρκούμαι να γιανίσκει

Φεύκω τζιαι βάλλω σου ευτζιή /κατάρα, να φοάσαι
ξαν’ αν γελάσεις πας τη γην εστω τζιαι κατταν θυλητζιην
κούκκοφος πάντα να’σαι

Κώστας Πατίνιος

Τουρίστας στη χώρα των ποιητών

Τουρίστας στη χώρα των ποιητών
με ένα σακίδιο γεμάτο  κόλλες,  μολύβια ,αθλητικά παπούτσια
και παραλογές απαιτήσεις.
Έπιασα κουβέντα με ένα ποιητή εγνωσμένης αξίας
που στεκόταν δίπλα από την προτομή του.
Πέρασε η ώρα και προτρέποντας τον να βάλει μια τελεία γιατί θα πήγαινα για τρέξιμο μου λέει
«Ξέρεις μπορεί να είναι και πελλαρες  η ποίηση ,ίσως τελικά  το τρέξιμο να είναι καλύτερο»
«τότε δεν είναι   πελλαρες » του απήντησα προσθέτοντας ότι το τρέξιμο   είναι  ποίημα που γράφετε με τα πόδια.

K.Π

« Older entries

Αρέσει σε %d bloggers: