Γνωρίζοντας ένα καινούριο κόσμο

Λονδινο
Δεν είμαι από αυτούς που ταξιδεύουν τόσο  πολύ,  ούτε και έχω δουλέψει ή σπουδάσει στο εξωτερικό. Τα ταξίδια  μου, ολιγοήμερα και όχι πολύ μακρινά.

Τώρα στα σαράντα πέντε μου η συγκυρία το έφερε να ταξιδέψω μέχρι την Αγγλία. Δεν είχα σκοπό να γράψω κάτι για αυτό το ταξίδι .Ένα σημειωματάριο όμως στην oxford street  από αυτά που πωλάνε μαζί με στύλο σε τουριστικά μαγαζιά μου έκλεισε το μάτι. Έχοντας στο σκληρό εξώφυλλο του φωτογραφία  το γνωστό διώροφο κόκκινο λεωφορείο, τον κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο,  το ρολόι του Μπινγκ Μπεν και μια από της γέφυρες του Τάμεση με έκανε να το αγοράσω και να αρχίσω να γράφω τις σκέψεις μου από αυτό το ταξίδι.

Δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου τόσο πολύ κόσμο. Αμέτρητοι άνθρωποι  να μοιάζουν  με μυρμήγκια που κινούνται ασταμάτητα σε γραμμές που πάνε, έρχονται και τέμνονται. Καταρρακτώδης βροχή από κόσμο κάθε εθνικότητας, χρώματος,  γλώσσας  και οικονομικής επιφάνειας η αφάνειας.

Ξέρω δεν σας λέω τίποτα καινούριο ή σπουδαίο, ξέρω ότι λέω το αυτονόητο για έναν που επισκέφτηκε για λίγες μέρες το Λονδίνο. Τα λέω γιατί η έκπληξη μου ήταν τόσο πολύ μεγάλη που ξαφνικά αισθάνθηκα  μικρός και τιποτένιος. Έκανα μάλιστα  τη σκέψη «καημένε και αφελής Κύπριε συμπατριώτη που νομίζεις πως είμαστε το κέντρο της γης»! Παίρνω σημειώσεις  ωσάν να είμαι μαθητής δημοτικού και έχω να γράψω έκθεση για την εκδρομή που μας πήρε η δασκάλα μας.

Στη Leicester square και  Trafalgar square  οι Street performance και μουσικοί του δρόμου τράβηξαν την προσοχή μου. Αξίζουν την προσοχή και το φιλοδώρημα κάθε επισκέπτη .

Τεράστια μαγαζιά με τις πιο γνωστές μάρκες της αγοράς, από υψηλή ραπτική μέχρι φτηνά κινέζικα, καταστήματα γνωστών σοκολάτων  και ο κόσμος να τις αγοράζει με το κιλό (το βρήκα πολύ ηλίθιο αυτό το θέαμα).

Στο δρόμο μου έτυχε να δω αρκετά συνέργια που επιδιόρθωναν δρόμους η έκαναν άλλες εξωτερικές εργασίες και θαύμασα τον επαγγελματισμό και τη μεθοδολογία με την οποία δούλευαν. Προειδοποιητικές  πινακίδες φωσφριζέ γιλέκο και κράνος εργασίας, επιμελημένη περίφραξη του εργοταξίου, χειρουργικές κινήσεις και σκούπισμα του δρόμου. Εργοτάξιο πεντακάθαρο.

Δεν ξέρω αν υπάρχει αντικειμενική μέτρηση  της  ποιότητα ζωής των ανθρώπων. Άποψη μου είναι, αν ένας άνθρωπος δεν έχει ελεύθερο χρόνο να διαθέσει για τον εαυτό του, για να διαβάσει, να κάνει ένα σπορ να βγει να περπατήσει σε ένα πάρκο τότε όσα λεφτά και αν έχει είναι πολύ φτωχός. Και στο Λονδίνο όλη αυτή η φρενίτιδα με βάζει σε υποψίες για την ποιότητα ζωής του μέσου Λονδρέζου η ξένου που εργάζεται στο Λονδίνο.

Βραδύ στο Λονδίνο… βόλτα στο tower of London, το επιβλητικό κάστρο του 11ου αιώνα  στις όχθες του ποταμού Τάμεση που έρχεται  σε αντίθεση με το κτήριο 95 ορόφων  στην απέναντι όχθη   του 21ου αιώνα  που φέρει το όνομα the shard (θραύσματα)  και μια γέφυρα να ενώνει τους αιώνες που στο πέρασμα τους όλα αλλάζουν και όλα το ίδιο μένουν.

Συνεχίζω να γραφώ αυτά που κάνουν τους εσώτερους αισθητήρες μου  να κουνηθούν και να με κάνουν να σκεφτώ ή αισθανθώ κάτι.

Έχω τη τάση (φυσιολογικά νομίζω)  να συγκρίνω αυτά που βλέπω με αυτά που έχω δει στην έως τώρα ζωή μου , συγκρίνω τη πόλη που ζω με την πόλη που επισκέπτομαι. Ενστικτωδώς σταματά το βλέμμα μου σε μελαγχολικά πρόσωπα ή μήπως όλο το Λονδίνο με προκαλεί να βλέπω τους ανθρώπους του και τα κτίρια του ως μελαγχολικά.  Σίγουρα η έλλειψη ηλιοφάνειας επιδεινώνει  αυτό το συναίσθημα όμως δεν μου φαίνεται να είναι αυτό το πρόβλημα. Είναι και αυτό το κόκκινο-καφέ  τουβλάκι με το όποιο είναι κτισμένα τα σπίτια που  καταντά  πολύ μονότονο και κουραστικό.
Επιβλητικά μεγάλα κτίρια στεγάζουν θεματικά μουσεία όλων των γούστων και τα πλείστα εξ αυτών  έχουν δωρεάν είσοδο.

Αν έχει κάτι για το οποίο ζήλεψα (και ζήλεψα πολύ) είναι τα τεράστια πάρκα του! Οντας δρομέας επιζητώ και αναζητώ σε κάθε ταξίδι μου χώρους για να τρέξω και στο Λονδίνο βρήκα τα καλύτερα μέρη στης ιδανικότερες θερμοκρασίες για αυτή μου τη δραστηριότητα. Μήνας Ιούλιος και ενώ στη Κύπρο το θερμόμετρο ξεπερνά τους 40 βαθμούς κελσίου εγώ τρέχω για 8 μέρες στους 18-20 βαθμούς σε ατελείωτο γρασίδι ή χώμα. Οκτώ μέρες έτρεξα τα πιο απολαυστικά καλοκαιρινά  χιλιόμετρα της ζωής μου στο Hyed park  στο regent’s park  στο Richmond park.

To περίφημο  underground του Λονδίνου δεν μου μίλησε, μπορεί να αποτελεί ένα εύκολο και γρήγορο μέσο διακίνησης αλλά για τα αυτιά και την αισθητική μου ήταν πολύ ενοχλητικό. Αντιθέτως τα ταξίδια με το τρένο απομακρυνόμενος από το κέντρο της πόλης προς Νιούκαστλ για 3 μέρες,  Μπράιτον και Νταραμ για μια μέρα χόρτασαν τα μάτια μου με πράσινο, νερά, λίμνες ποτάμια, δέντρα και λόφους.

Από νωρίς το βράδυ (ιδίως Παρασκευή κι Σάββατο) τι γυρεύει τόσος κόσμος με ένα ποτήρι ή μπουκάλα μπύρα στο χέρι έξω από τις μπυραρίες;
και μέχρι τα μεσάνυκτα σαν τις σταχτοπούτες άντρες και γυναίκες μεθυσμένοι ή σχεδόν μεθυσμένοι πριν κλείσει το μετρό να επιστρέφουν στα σπίτια τους.
Δεν είχα εμπειρία από τη νυκτερινή ζωή τον πλουσίων που τρώνε και πίνουν στα μπαράκια και εστιατόρια σε ψιλά κτήρια στις όχθες του πόταμου ατενίζοντας τον Τάμεση αλλά εικάζω ότι πάνω κάτω το ίδιο ξενέρωτη  όπως όλου του  πλούσιου κόσμου θα είναι η ζωή τους.

Σε ένα από τα τροχαδια που έκανα ξεκινώντας από το σπίτι όπου είχα ενοικίασει ( κοντά στο σταθμό comden town)  είχα νιώσει και λίγο το αίσθημα του φόβου. Σύμφωνα με το χάρτη που κρατούσα θα μπορούσα μέσω του μονοπατιού πλάι στο κανάλι “comdem canal” να φτάσω τρέχοντας στο πάρκο πίσω από τον ζωολογικό κήπο. Σε ένα τμήμα της διαδρομής λίγο απομονωμένο και ενώ ειχε σουρουπώσει για τα καλά συνάντησα πολλές μικρές παρέες να κάθονται στην όχθη, να καταναλώνουν μπύρες  και να καπνίζουν «χόρτο». Ήταν μάλιστα τόσο έντονη η οσμή που σίγουρα αν έκανα τεστ θα ανιχνευόταν η ουσία στον οργανισμό μου.

Αργά το βράδυ της Κυριακής ενώ είχα δει αρκετά από Λονδίνο μου  θύμισε μια φίλη  το «ταξιδεύοντας Αγγλία» του Νικου Καζαντζάκη. Σταματώ να γράφω  και βλέπω στο διαδίκτυο ένα δεκαπεντάλεπτο βίντεο σε κείμενο της Ειρήνης Μαραγκόζη που αναφέρεται στο βιβλίο. Σκεφτομαι ότι αν ζούσε σήμερα ο Καζαντζάκης 78 χρόνια μετά από τη πρώτη του επίσκεψη του ( το 1939)  δεν θα  έγραφε τα ιδία πράγματα ή αν θα πρόσθετε πολλά αλλά κεφάλαια όπως έκανε μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου η όποια τελείωνε με λόγια θαυμασμού για την Αγγλία αλλά μετά τα Δεκεμβριανά  και λίγα χρόνια αργότερα όταν οι Άγγλοι απάντησαν με βία στο αίτημα της Κύπρου για αυτοδιάθεση ο Καζαντζάκης θεώρησε πως έπρεπε να προσθέσει ένα ακόμα κεφάλαιο ανασκευάζοντας τα λόγια θαυμασμού γράφοντας «το βιβλίο τούτο γράφτηκε πριν από τα Δεκεμβριανά και πριν από την Κύπρο. Δεν ξέραμε τότε, τώρα ξέρουμε. Το γαλάζιο πουλί της ελευθερίας δεν κυκλοφορεί εξω από τα σύνορα της Αγγλίας. Έξω από τα σύνορα της Αγγλίας κυκλοφορεί ένα άλλο εγγλέζικο πουλί μαύρο με κόκκινο ράμφος και κόκκινα νύχια ματωμένα».

Όσο περνούσαν οι ημέρες  αυτό το γαλάζιο πούλι της ελευθερίας και το νέο πρότυπο ανθρώπου που ο Καζαντζάκης  θεώρησε ότι το βρήκε στο πρόσωπο  του άγγλου τζέντλεμαν ένιωθα ότι  με ακλουθούσαν σε κάθε βήμα μου χωρίς ωστόσο να μου αποκαλυφθουν. Ίσως γιατί πια δεν είναι το ίδιο πούλι. Ίσως
Αν ζούσε σήμερα ο Καζαντζάκη  να μιλούσε για ένα πουλί εσωστρεφές, για ένα πουλί πληγωμένο και προβληματισμένο από τις τρομοκρατικές επιθέσεις που αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα αλλά και την απόφαση του βρετανικού λαού μετά  από δημοψήφισμα να αποχωρήσει από την ευρωπαϊκή ένωση.

Από το Λονδίνο με το τρένο στο Μπράιτον , χόρτασε το μάτι πράσινο όσο ανυπομονούσα να φτάσω. Ένας γλάρος στο σταθμό του τρένου με υποδέχτηκε αγγίζοντας το πρόσωπο μου με τα φτερά του στην προσπάθεια του αν αποφύγει ένα ενοχλητικό παιδάκι που το κυνηγούσε. Οι φωνές τον γλάρων που έμοιαζαν με κλάμα μου έκαναν εντύπωση , είναι σαν να θέλουν να πουν κάτι είναι σαν κραυγές αγωνίας. Μια ευθεία δρόμος και φτάνω στη θάλασσα του Μπράιτον. Μια αλλοιώτικη θάλασσα από αυτές που είχα δει μέχρι σήμερα, η θάλασσα της Μάγχης, κομμάτι του ατλαντικού ωκεανού.  Αγριεμένη θάλασσα, δυνατός αγέρας , τα βότσαλα στην όχθη το πέταγμα και το κλάμα των γλάρων όλα συνέθεταν ένα παράξενα όμορφο σκηνικό.

Πίσω στο Λονδίνο για να καταγράψω άλλη μια σκηνή που μου έκανε εντύπωση. Ότι ώρα και να είναι άνθρωποι  να κρατούν στα χέρια τους χάρτινα κουτιά με φαγητό και με πλάστικα πιρούνια  να τρώνε σαν περπατάνε ή να ακουμπάνε  με τη πλάτη σε ένα τοίχο και να κάθονται στα πόδια τους για μερικά λεπτά μέχρι να τελειώσουν το φαγητό και να χαθούν ξανά  μέσα στο πλήθος. Μια ακόμα σκηνή με φαγητό. Ένα απόγευμα σε καφέ συνάντησα ένα κουστουμαρισμένο ευτραφή  ξανθό βρετανό με φακίδες και γαλάζια μάτια και περιμένοντας να πάρω ένα καφέ τον παρατηρούσα να καταβροχθίζει μέσα σε πέντε λεπτά μια κοτόπιτα, ένα τσιπς με ξίδι, να πίνει ένα σμουθι και ένα κέικ φράουλας  και μετά σηκώθηκε πήρε στο αριστερό χέρι τον χαρτοφύλακα του και έφυγε.

Οι ημέρες πέρασαν γρήγορα. Το Λονδίνο μέσα από το αεροπλάνο μοιάζει μια πολύ όπως όλες τις άλλες μια τιποτένια πόλη. Μόνο ο ουρανός και το νερό κρατούν την αρχοντιά τους από ψηλά.

Κλείνω τα μάτια και τα ανοίγω ξανά λίγο πριν προσγειωθούμε στο αεροδρόμιο Λάρνακας.
Είναι ωραίο να έχεις κάπου να επιστρέψεις αλλά είναι και πολύ ωραίο να ταξιδεύεις.
Λονδίνο θα τα πούμε ξανά.

 

ΑΠΕΡΓΙΑ ΟΜΙΛΙΑΣ

σκασμος

Την προηγούμενη μέρα είχα μιλήσει, ή καλύτερα φλυαρήσει,  τόσο πολύ που πέρασε από το μυαλό μου τουλάχιστον εκατό φορές ότι πρέπει να βγάλω το σκασμό. «Απεργία λόγου» για ένα εικοσιτετράωρο.

Ξύπνησα το πρωί με την εικόνα του ονείρου που επαναλήφθηκε πανομοιότυπα τέσσερις με πέντε φορές κατά τη διάρκεια του εξάωρου ύπνου μου και ήταν σαν να έβλεπα όνειρο μέσα στο όνειρο… κάτι σαν τις κούκλες μπάμπουσκες που ανοίγεις τη μεγάλη βρίσκεις την πιο μικρή και ούτω καθεξής μέχρι να φτάσεις στη μινιατούρα.
Έβλεπα να κοιμάμαι και να βλέπω όνειρο ότι για μια μέρα είχα βγάλει το σκασμό και δεν μιλούσα για τίποτα και σε κανέναν και ότι και ο ήρωας του ονείρου μου (δηλαδή πάλι εγώ) είδε το ίδιο όνειρο και που και αυτού ο ήρωας του ονείρου του  (δηλαδή πάλι εγώ) είχε δει το ίδιο όνειρο ότι για ένα εικοσιτετράωρο σταμάτησε να μιλά. Όσο το όνειρο μέσα στο όνειρο προχωρούσε τόσο πιο μικρός γινόμουν και απομακρυνόμουν από τον εαυτό μου, ώσπου λίγο πριν ξυπνήσω το ένα όνειρο μπήκε μέσα στο άλλο, πήρα τις φυσιολογικές ανθρώπινες μου διαστάσεις και ξύπνησα.

Ξύπνησα ιδρωμένος, πετάχτηκα πάνω. Πέντε και δεκαπέντε, ώρα για την πρωινή γυμναστική! Φόρεσα τις φόρμες γυμναστικής μου και πριν βάλω τα αθλητικά παπούτσια για το καθιερωμένο τζόκινγκ στο απέναντι πάρκο πήρα στυλό και χαρτί, άφησα ένα σημείωμα στο τραπέζι της κουζίνας: «”απεργία ομιλίας” μην με πιέσετε να μιλήσω θέλω να μείνω σιωπηλός για ένα εικοσιτετράωρο». Σε λίγο ενώ εγώ θα ήμουν έξω η γυναίκα μου θα σηκωνόταν για να ετοιμάσει πρόγευμα και θα το έβλεπε.

Βγήκα έξω κατευθύνθηκα προς το πάρκο. Χαμογελούσα και χαιρετούσα με ένα νεύμα όλους όσους συναντούσα αλλά δεν έβγαλα λέξη από το στόμα μου. Προσπάθησα να μην μιλάω ούτε από μέσα μου. «Πρέπει να βγάλει το σκασμό για μια μέρα και η σκέψη μου» σκέφτηκα. Αυτό θα είναι και το πιο δύσκολο. Η γλώσσα μπορεί να φυλακιστεί ανάμεσα στα δόντια, η σκέψη όμως πως φυλακίζετε;

Επέστρεψα σπίτι κι η γυναίκα μου γέλασε κρατώντας στα χέρια της και  ανεμίζοντας το χαρτί που βρήκε πάνω στο τραπέζι. «Παράτα τις πελλάρες και πήγαινε πάνω να ξυπνήσεις τα μωρά». Υπάκουσα στο δεύτερο σκέλος της προσταγής της και ανέβηκα στα δωμάτια των παιδιών, τα ξύπνησα με ένα ελαφρύ σκούντημα, ένα χάδι και από ένα φιλί στο μέτωπο καταφέρνοντας να μην μιλήσω. Τα παιδιά δεν είναι και πολύ ομιλητικά το πρωί. Έχουν λιγότερο από μισή ώρα να σηκωθούν, να ετοιμαστούν και να πάνε στο σχολείο. Τους έδειξα το σημείωμα μόλις κατέβηκαν κάτω στην κουζίνα. Η μικρή μου κόρη χαμογέλασε λέγοντας μου: «παπά μα χάνεις;», ενώ το γυμνασιόπαιδο μου είπε με ευχαρίστηση: «γλιτώσαμε την πρωινή μουρμουρά»! Έτσι δεν δυσκολεύτηκα και πολύ να κρατήσω το στόμα μου κλειστό.

Μέχρι να επιστρέψω από τα σχολεία των παιδιών η γυναίκα μου ήταν έτοιμη να ξεκινήσει για τη δουλεία της. Την πρόλαβα στην πόρτα: «σου άφησα λίστα για τον μπακάλη, φτιάξε κάτι για να έχουμε να φάμε το μεσημέρι και αν προλάβεις σκούπισε και την αυλή, έχει γεμίσει φύλλα». Χαμογέλασα και έγνεψα οκ με το χέρι μου. Μπήκε στο αυτοκίνητο λέγοντας μου: «ο Θεός να σε βοηθήσει».

Οι επόμενες ώρες μέχρι να πάω στη δουλεία (απογευματινή βάρδια) μου ήταν απόλαυση. Έβγαλα βόλτα τον σκύλο, κάθισα στη βεράντα μαζί του και ήπια τον καφέ μου, τον χάιδεψα, τον πήρα αγκαλιά, μου έγλειψε τα χέρια και το πρόσωπο δείχνοντας μου την αγάπη του μετά έκανα ένα σκούπισμα της αυλής, πήγα σε μια μεγάλη απρόσωπη υπεραγορά όπου κατάφερα να περάσω αλώβητος από την ταμία αφού ήταν τόσο μούργα που δεν κινδύνεψα καθόλου να μιλήσω, ούτε για ένα καλημέρα. Επέστρεψα στο σπίτι και ετοίμασα χάμπουργκερ με πατάτες στον φούρνο, αγνόησα το τηλέφωνο μου που χτύπησε, έκανα ένα ντους και ξεκίνησα για τη δουλειά μου. Στο δρόμο σκεφτόμουν ότι σε λίγο αρχίζουν τα δύσκολα, αλλά την «απεργία ομιλίας» δεν θα την σπάσω με τίποτα!

Φτάνω στη δουλειά… κατεβάζω από το αυτοκίνητο ένα χαρτόνι στο οποίο αναγράφεται η φράση «απεργία ομιλίας», μπαίνω στο γραφείο και το επιδεικνύω· συνάδελφοι και προϊσταμένη χαμογελάνε… δεν με παίρνουν στα σοβαρά.
Κάθομαι μπροστά στο γραφείο και αρχίζω να διεκπαιρεώνω τις εργασίες μου. Νιώθω πολύ περήφανος για τον εαυτό μου που η ώρα είναι περασμένες δυο μετά το μεσημέρι και δεν έβγαλα λέξη από το στόμα μου. Μια «απεργία ομιλίας » που δεν είχε κανένα πολιτικό υπόβαθρο, κανένα μήνυμα δεν είχε να δώσει σε κανέναν… ήταν άπλα ένα στοίχημα με τον εαυτό μου .

Κι ενώ όλα φαίνονταν να κυλάνε ομαλά, ξαφνικά μια εισβολή στο γραφείο μου από όλους τους συναδέλφους χάλασε το κλίμα. Άρχισαν να με πειράζουν, σχεδόν να με κοροϊδεύουν, να με γαργαλάνε για να με κάνουν να μιλήσω… μα δεν μίλησα! Η προϊσταμένη τηλεφώνησε στη γυναίκα μου για να τη ρωτήσει αν είμαι καλά. Άρχισε να με εκνευρίζει αυτή η συμπεριφορά τους, θέλησα να βγω έξω να πάρω λίγο αέρα αλλά δεν με άφηναν… με πήραν στα χέρια τους δυο συνάδελφοι λέγοντας «αν δεν μιλήσεις δεν θα σε αφήσουμε». Άρχισα να βγάζω κραυγές, έκανα τη μαϊμού, την γάτα, τον σκύλο αλλά δεν μίλησα! Δάγκωσα τον έναν και ξέφυγα, χτυπούσα με τις γροθιές μου στο στήθος μου κάνοντας τον γορίλα, έτρεξα και σκαρφάλωσα στην οροφή του μεγάλου μεταλλικού ρονεο μα δεν μίλησα! Έμεινα καθήμενος εκεί ψηλά και όποιος με προσέγγιζε τον γρατζουνούσα ή έκανα ότι θα τον δαγκώσω.
Η προϊσταμένη μου έδωσε τελεσίγραφο: «θα κατέβεις ή θα καλέσω αστυνομία;». Εγώ γελούσα και συνέχιζα να κάνω τον γορίλα, τη γάτα  και τον σκύλο. Κάποιος πήγε να με σπρώξει για να κατέβω και τον κλότσησα στο κεφάλι. Βγήκαν όλοι έξω με το πρόσταγμα της προϊσταμένης, αλλά εγώ δεν ήθελα να κατέβω… μου άρεσε να κάθομαι εκεί ψηλά. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρό παιδί πριν καμιά σαρανταριά χρόνια ότι μου άρεσε να σκαρφαλώνω πάνω στα ντουλάπια του δωματίου και να κάθομαι να βλέπω από ψηλά τα αδέλφια μου που έπαιζαν.

Σε λίγο κατέφθασε αστυνομία. Τι γυρεύουν αυτοί εδώ τώρα, γιατί ήρθαν; Με ρώτησαν το όνομα μου αλλά δεν απάντησα… νιαούρισα, γάβγισα αλλά δεν μίλησα! «Ο άνθρωπος θέλει ψυχίατρο», είπε ο ένας αστυνομικός. «Ψυχίατρο;», σκέφτηκα.«Μα γιατί, αν έλεγαν κτηνίατρο να το καταλάβω αλλά ψυχίατρο γιατί;».
Περνούσαν οι ώρες και ένιωθα περήφανος που κρατούσα την «απεργία ομιλίας», ώσπου οι αστυνομικοί ήρθαν ξανά με αγριότερες διαθέσεις και με κατέβασαν σχεδόν με την βία. Είχαν εξασφαλίσει υποχρεωτικό διάταγμα λέει εξέτασής μου από ψυχίατρο, με έβαλαν στο περιπολικό και με πήραν στον εφημερεύων ψυχίατρο λίγο πριν νυχτώσει. Εκεί ένιωσα τα περιθώρια να στενεύουν αλλά δεν ήθελα να μιλήσω… υποχρεώθηκα όμως, υποχρεώθηκα και λυπάμαι πολύ που έσπασα την«απεργία ομιλίας» προτού περάσει το εικοσιτετράωρο. Την έσπασα για να διαβεβαιώσω τον γιατρό:
«Είμαι καλά γιατρέ, ένα αστείο ήταν, ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, μια  απεργία ομιλίας. Είμαι καλά γιατρέ, είμαι καλά, είμαι καλά… ή μήπως δεν είμαι;».

Κωστας Πατινιος 16/3/17

 

Συνεστίαση

images«Μήπως φοίτησες στο Λύκειο Κύκκου Β;», έλεγε το μήνυμα στο facebook και μετά τις απαραίτητες διευκρινίσεις και συστάσεις, το πρώτο ξεσκόνισμα της μνήμης, πίσω τριάντα χρόνια στην πρώτη τάξη του λυκείου.
-Μας θυμάσαι καθόλου; Μάλλον θα κανονίσουμε συνεστίαση σύντομα. Δεν ξέρω αν σε ενδιαφέρει.
-Γιατί όχι!!! Θα χαρώ και ελπίζω να αναγνωρίσω τους παλιούς συμμαθητές.
-Ευχαριστώ. Χάρηκα πάρα πολύ. Και κανόνισε να φρεσκάρεις αναμνήσεις.
Το επόμενο πρωί άλλα δυο-τρία μηνύματα:
-Καλημέρα. Με ταξίδεψες πολλά χρόνια πίσω… Είδα στο facebook σου μια φωτογραφία με σχεδόν όλους τους συμμαθητές.
-Ναι ήταν από την προηγούμενη συνεστίαση πριν δυο χρόνια.
-Συγκινήθηκα βλέποντας πρόσωπα που ήταν στα βάθη της μνήμης μου και που έχω να τα δω πάνω από εικοσιπέντε χρόνια. Είδα τον Γιώργο, τον Νίκο, τον Αντρέα. είδα τη Μόνικα, την Μαρία, την Ειρήνη, την Καίτη… Είδα πρόσωπα που δεν κατάφερα να τα αναγνωρίσω, είδα και χάρηκα την καθηγήτριά μας των Νέων Ελληνικών που εκτιμούσα πάρα πολύ και ρωτούσα γι’ αυτήν αλλά δεν έτυχε να μάθω νέα της. Έστειλα και μερικά αιτήματα φίλιας στο facebook σε όσους είδα ότι έχουν λογαριασμό και θα επιδιώξω να επικοινωνήσω μαζί τους.
-Όχι μην κάνεις καμία κίνηση, υπομονή μέχρι την άλλη εβδομάδα που θα είναι η συνεστίαση γιατί θα είσαι η έκπληξη της βραδιάς!
-Οκ. Καλή σου μέρα και σε ευχαριστώ πολύ για αυτό το ταξίδι στον χρόνο.
Περίεργα συναισθήματα… Ο Γιάννης τελείωσε το λύκειο με το ζόρι επαναλαμβάνοντας δυο φορές την πρώτη τάξη. Την δεύτερη χρονιά μάλιστα του έλαχε να είναι στο τμήμα της αδελφής του, που ήταν ένα χρόνο μικρότερη και πολλοί νέοι μαθητές και καθηγητές νόμιζαν πως είναι δίδυμοι. Στη δευτέρα λυκείου ο διευθυντής αποφάσισε να χωρίσει τα τμήματα ξανά γιατί υπήρχαν πολλοί «ταραξίες» ανάμεσα στα τρία τμήματα της δεύτερης τάξης του σχολείου. Το ίδιο ακριβώς επανέλαβε και την επομένη χρονιά όταν οι μαθητές ήταν τελειόφοιτοι. Τέσσερα χρόνια φοίτησε ο Γιάννης στο Λύκειο, κάθε χρόνο και με νέους συμμαθητές. Αποφοίτησε μπερδεμένος μη έχοντας γερές φιλικές βάσεις με κανένα συμμαθητή  από τα τμήματα που φοίτησε. Ίσως αυτή η πρώτη τάξη, η πρώτη χρονιά, να του άφησε κάτι· και είναι με αυτούς τους συμμαθητές που θα βρισκόταν σε λίγες μέρες.
Είναι σχεδόν δύο η ώρα τα ξημερώματα. Ο Γιάννης επιστρέφει στο σπίτι με το κεφάλι του να είναι τουλάχιστον δύο κιλά πιο βαρετό απ’ ότι συνήθως και με μια γλυκιά ζαλάδα για συντροφιά. Κρατά στα χέρια το κινητό τηλέφωνο και βλέπει τις φωτογραφίες από τη συνεστίαση. Βλέπει ταυτόχρονα και φωτογραφικά στιγμιότυπα από την τάξη πριν τριάντα χρόνια (του τις είχε δώσει σε ηλεκτρονική μορφή νωρίτερα μια συμμαθήτρια). Μπρος πίσω το μυαλό, προς πίσω στις εικόνες του χθες και του σήμερα και στις κουβέντες που ακούστηκαν στην συνεστίαση…
-Δυο χρόνια από τη περασμένη συνεστίαση, ποια τα νέα σας;
-Μην ρωτάς για νέα δεν θέλω να μιλήσω για τα νέα. Και αρχίζει να μιλάει:
Έχασα την μητέρα μου, χώρισα, τα παιδιά μου σπουδάζουν στο εξωτερικό, η φασαρία διαδέχτηκε τη νεκρική σιωπή, ζω σε ένα μεγάλο σπίτι μονάχη με δυο γάτους… δεν το αντέχω…
Από το σήμερα στο χθες:
-Θυμάστε που το σκάσαμε από το σχολείο μια μέρα που είχαμε δυο συνεχόμενες ώρες κενή και πήγαμε στο σπίτι του Μάκη δίπλα από το σχολείο για να δούμε ερωτική ταινία στο βίντεο;
-Τσόντα εννοείς!
Γέλια! Δυνατά μαθητικά γέλια  από σαρανταπεντάρηδες!
– Το μεσημέρι η μάνα μου βρήκε εικοσιτέσσερα άδεια ποτήρια για πλύσιμο στον νεροχύτη.
– Άμα μόνο αυτό βρήκε πάλι καλά, και ξανά όμορφα δυνατά γέλια.
– Εσύ Γιάννη έχεις κανονική οικογένεια;
Παύση μερικών δευτερολέπτων…
– Τι εννοείς «κανονική»;
– Δεν είσαι χωρισμένος ;
– Ναι με αυτή την έννοια έχω κανονική οικογένεια, είπε ο Γιάννης αφήνοντας να νοηθεί ότι η λέξη «κανονική» επιδέχεται  πολλές ερμηνείες.
Είχαν πάει σε ένα νυκτερινό κέντρο με ζωντανή μουσική. Όταν άρχισε ο χορός και το τραγούδι, ο Γιάννης κάθισε και παρατηρούσε. Είδε όλη την καταπίεση στα πρόσωπα, τις κινήσεις και στις φωνές όλων όσων ήταν μέσα στην πίστα· και δεν ήταν απλή εκτόνωση αυτό που έβλεπε, δεν ήταν ψυχαγωγία… ήταν ένα κλάμα του σώματος παρακινούμενο από ψυχές που αφέθηκαν να μαραζώσουν.
Παραγγελιά το τραγούδι «ο πενηντάρης» και όλοι οι συμμαθητές στην πίστα:
«ο πενηντάρης, ο πενηντάρης είναι ο νέος της εποχής…». Ο Γιάννης σκύβει στο αυτί του πρώην διπλανού του και του λέει «λίγο πολύ απ’ ότι βλέπω αφήσαμε όλοι τα νεανικά μας χρόνια ανεκμετάλλευτα και τώρα τρεφόμαστε με ψευδαισθήσεις…».
Επόμενο τραγούδι παραγγελία από συμμαθήτρια παρακαλώ: «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί και όχι κορόιδο στο κλουβί…»!  Η ανατροπή των όσων λέχθηκαν από συμμαθήτριες νωρίτερα σε όλο της το μεγαλείο λικνιζόμενη στην πίστα.
Ο Γιάννης συνεχίζει να παρατηρεί. Η ματιά του συνάντησε αυτήν της Ελένης.
Άλλαξε η εμφάνιση της, μεγάλωσε και αυτή, ωρίμασε και ομόρφυνε.
Το μόνο που δεν άλλαξε πάνω της ήταν τα δυο πελώρια μαύρα μάτια της· τα εκφραστικά της μάτια που έμοιαζαν σαν δυο λίμνες με θολό γλυκό νερό. Το χαμόγελο του Αντρέα πρόδιδε την σοφία του, λιγομίλητος παρατηρητής. άκουγε παρά μιλούσε και όπως του επιβεβαίωσε αργότερα όταν βρεθήκανε να κάθονται  δίπλα δίπλα «μιλάω όταν νιώσω ότι ο συνομιλητής μου θέλει να με ακούσει». Δεν του αρκούσε το «γειά σου», το «τι κάνεις;»· ήθελε μεγάλους διάλογους, ουσιαστική αμφίδρομη επικοινωνία με πάθος και σε βάθος. «Θέλω φίλους, θέλω να έχω πολλούς φίλους, θέλω να σας έχω όλους στο facebook» έπιασε το αυτί του να λέει ο Αντώνης στον Στέλιο. Μόλις το άκουσε ο Γιάννης  σκέφτηκε τον άλλο συμμαθητή που έτυχε να τον δει πριν τρία χρόνια και τώρα τον ξαναέβλεπε. Είχαν βρεθεί σε μια εκδήλωση και το βράδυ κιόλας του έστειλε αίτημα φιλίας μαζί με ένα μήνυμα ότι τώρα θα τα λένε από το facebook. Μια εβδομάδα αργότερα πρόσεξε ότι τον είχε διαγράψει από φίλο και τον «έτρωγε» η περιέργεια να μάθει το γιατί. Του έστειλε μήνυμα και πήρε την πιο απρόσμενη απάντηση: «Σε διέγραψα γιατί δεν μου έκανες like, ενώ εγώ σου έκανα τέσσερα σε μια εβδομάδα»!
Ήθελε πολύ να δει τη καθηγήτρια του των Νέων Ελληνικών που δεν είχε έρθει. Ήθελε να της θυμίσει αυτό που για χρόνια είχε στο μυαλό του  και που η ίδια κάποτε του έγραψε κάτω από μια έκθεση που του διόρθωσε: «9/20. Δεν μπορώ λόγω της ορθογραφίας σου να σε βαθμολογήσω πέραν του 9 παρόλο που ανέπτυξες πολύ καλά το θέμα». Ανέφερε το περιστατικό και γέλασαν. Η Μόνικα υποσχέθηκε να κανονίσει μια απογευματινή συνάντηση για καφέ και να καλέσει και την φιλόλογο.
-Θυμάμαι πόσο ανορθόγραφος ήσουν, μου είχες γράψει ένα ανορθόγραφο ερωτικό ραβασάκι, είπε η Καίτη και ο Γιάννης έφερε τα χέρια του μπροστά στο πρόσωπο του και το κάλυψε.
-Ωχ δεν έπρεπε να το πω.
-Όχι εντάξει, κανένα πρόβλημα, είπε ο Γιάννης, ο οποίος η αλήθεια είναι πως μια μικρή ταραχή την ένιωσε για αυτό το ξεχασμένο χτυποκάρδι.
Η συνεστίαση είχε και απουσίες. Οι παρουσίες πάρθηκαν παρατηρώντας μια παλιά φωτογραφία. Δυο-τρεις  συμμαθητές απουσίαζαν λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Και η Άλικη; Αλήθεια τι απέγινε η Αλίκη; Η Νατάσα που είχε την ευθύνη της διοργάνωσης έστειλε σε όλους πρόσκληση αλλά η Αλίκη δεν ανταποκρίθηκε.
-Ξέρουμε όμως τι απέγινε από τότε; Έχει κανείς νέα της, έκανε οικογένεια, έχει παιδιά, είναι καλά;
-Ανταλλάσουμε μηνύματα κατά καιρούς σε γιορτές και γενέθλια· τυπικά πράγματα. Ξέρω ότι έχει οικογένεια και δυο παιδιά. Δεν απαντά ποτέ στα μηνύματα και στις προσκλήσεις για τις συναντήσεις μας. Δεν ήθελα να την πιέσω και δεν της τηλεφώνησα… Κάθε ένας έχει τα προβλήματα του.
Τρεις συμμαθητές στην άλλη άκρη του τραπεζιού, σε αντίθεση με την Αλίκη, ήταν παρόντες. Ήταν όμως; Έπιναν ζιβανία και φαίνονταν σαν να κάθονταν  σε ξεχωριστό τραπέζι… σαν να βρέθηκαν τυχαία στον ίδιο χώρο.
Ο Γιάννης σηκώθηκε, χαιρέτισε έναν έναν τους συμμαθητές, ευχαρίστησε την Νατάσα για την πρόσκληση και καληνύχτισε. Έφυγε  από τους πρώτους, μη ξέροντας αν ήθελε να τους ξαναδεί σύντομα, ένιωσε όμως ότι τους αγαπά όλους το ίδιο, ένιωσε ότι ο κάθε ένας τους είναι κομμάτι της παιδικής του αθωότητας που χάθηκε στα χρόνια.

Κ.Π

Εφηβικές καταστάσεις

%ce%bc%cf%80%ce%bb%ce%b1-%ce%bc%cf%80%ce%bb%ce%b1Αφήνει τον γιο του στο μάθημα… έχει πενήντα λεπτά καθαρά στην διάθεση του μέχρι να ξαναεπιστρέψει να τον πάρει. Λίγο πιο πέρα καμιά εκατοστή μέτρα έχει ένα καφέ.  Κατεβαίνει, παραγγέλλει ένα caramellatte και μέχρι να ετοιμαστεί επιλέγει ένα τραπέζι στη γωνία για να είναι με την πλάτη στον τοίχο και  ανοίγει τον φορητό υπολογιστή.

Παρατηρεί τους πελάτες και προσπαθεί να κλέψει κάτι από τον καθένα. Οι περισσότεροι θαμώνες είναι νεαροί,μάλλον φοιτητές (δεν είναι μακριά το πανεπιστήμιο από εκεί ).
Η μουσική είναι λίγο δυνατή και δεν μπορεί να ακούσει  τις συνομιλίες από κανένα τραπέζι. Δεν τον βοηθά και η ακοή του αφού από το αριστερό αυτί δεν ακούει σχεδόν καθόλου συνέπεια ενός φαινομενικά αθώου κρυολογήματος που τελικά έφερε νέκρωση του ακουστικού νεύρου.
Η μυρωδιά του καφέ του γαργάλησε ευχάριστα την μύτη καθώς παίρνει βαθιές ανάσες για να την νιώσει πιο έντονα.  Δυο μουσάτοι νεαροί απέναντί του  ξεκίνησαν μια παρτίδα τάβλι, οι τέσσερις κοπελίτσες στο δεξιά τραπέζι παίζουν ένα παιχνίδι με τα τραπουλόχαρτα ενώ η πέμπτη της παρέας διαβάζει ένα βιβλίο και κρατά σε ένα τετράδιο σημειώσεις. Λοξός αριστερά  του τρεις άλλες νεαρές μιλούν , χαμογελούν  και έχουν ύφος που προδίδει ότι το θέμα της συζήτησης είναι κάποιο/κάποια αγόρια.

Η δόνηση του τηλεφώνου δηλώνει εισερχομένη κλήση. Ήταν ο Αλέκος. Πρώτη φορά τον καλούσε στο τηλέφωνο… είναι πατέρας συμμαθητή του γιου του.  Ευτυχώς όχι για κατι δυσάρεστο. Οι γονείς οφείλουν να είναι σε συνεννόηση και να αλληλοενημερώνονται αν πέφτει κάτι στην αντίληψή τους για τις συμπεριφορές των παιδιών τους.
Δύσκολο πράγμα η εφηβεία. Πολύ δύσκολο να μεγαλώνεις παιδιά τα οποία βρίσκονται σε ηλικία δεκαπέντε με δεκαεπτά χρόνων. Να προσπαθείς να θέτεις όρια και όλο να σου τεντώνουν το σχοινί και μόλις το χαλαρώνεις λίγο γιατί δεν αντέχεις όλη αυτή την ένταση να το τεντώνουν πάλι για να κερδίσουν και το τελευταίο εκατοστό από το τεντωμένο σχοινί.
Τα παιδιά την σήμερον  ημέρα έχουν τόση μεγάλη πρόσβαση στης πληροφορίες, αλλά από την άλλη είναι πιο ευάλωτα  και ανίσχυρα  από ποτέ γιατί δεν προλαμβαίνουν να αναπτύξουν άμυνες απέναντι σε όλα αυτά που έχον να αντιμετωπίσουν.
Ο κ Αλέκος καθησύχασε τον συνομιλητή του: «εσύ να έχεις περισσότερη αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη για τον γιο σου, έκανες καλή δουλειά  όλα αυτό τα χρόνια, θυμάμαι που σας παρακολουθούσα σε γεννέθλια φίλων των παιδιών μας πόσο κοντά ήσουν  και τι φιλική σχέση είχες με τον γιο σου».Αυτή η διαπίστωση  ακουγόταν όμορφα, αλλά ίσως αυτό να ήταν και το λάθος του γιατί τα παιδιά έχουν φίλους και δεν χρειάζονται ακόμα έναν… ο ρόλος του γονιού είναι άλλος. Ολοκλήρωσαν την τηλεφωνική συνομιλία τους με ακόμη μια διαπίστωση  μεταξύ σοβαρού και αστείου: «το να μεγαλώνεις παιδιά είναι το ότι πιο μαζοχιστικό υπάρχει σε αυτό τον κόσμο».

Έκλεισαν το τηλέφωνο και σήκωσε τα μάτια να κάνει έναν ακόμη γύρο στους θαμώνες του μαγαζιού και κατάλαβε πως είχε γίνει ο ίδιος «στόχος» γιατί μάλλον μιλούσε δυνατά στο τηλέφωνο και ακουγόταν στα διπλανά τραπέζια. Η ώρα ήταν επτά παρά δέκα. Έβγαλε τα κλειδιά από την τσέπη σηκώθηκε και έφυγε.

Στο αυτοκίνητο από το ινστιτούτο μέχρι το σπίτι απόσταση δέκα λεπτών. Καταιγισμός διεκδικήσεων και τέντωμα του σχοινιού:
-ούφου βαριέμαι τα ιδιαίτερα, δεν θέλω να ξαναέρθω… να μου αλλάξει την ώρα, να μου το κάνει νωρίτερα.
ο πατέρας δεν προλαμβαίνει να απαντήσει, ο γιός συνεχίζει το «πρέσινγκ»:
-θέλω να μου αγοράσετε μοτόρα.
– Είσαι ανήλικος είναι επικίνδυνο , δεν θέλω να είμαι η αφορμή να πάθεις κανένα κακό.
– Να σταματήσουμε στο γήπεδο του σχολείου να μου δώσεις το αυτοκίνητο λίγο.
-Θα γίνει και αυτό, κάνε ακόμα λίγο υπομονή.
-Όλοι οι φίλοι μου ξέρουν αυτοκίνητο και εγώ ακόμα, είσαι ο μόνος γονιός που δεν με έμαθες. Αύριο θα βγω έξω και μην μου πεις πάλι να έρθω η ώρα δώδεκα, μεγάλωσα θέλω παράταση στην επιστροφή.
-Σταμάτα να με βομβαρδίζεις, είναι πολύ κουραστικό.
-Ποτέ δεν με καταλαμβαίνεις, είσαι ο χειρότερος παπάς μην μου ξαναμιλήσεις…
Ο πατέρας δεν απαντά, κάνει ακόμα λίγο υπομονή καθώς φτάνουν σπίτι σε δευτερόλεπτα… θυμάται την ατάκα που άκουσε από τον γιο του λίγες μέρες νωρίτερα όταν οι απαιτήσεις του είχαν να κάνουν με την αγορά ψαροτούφεκου και κυνηγετικού όπλου:
«Τι να σε κάνω για παπά αφού δεν είσαι κυνηγός μήτε ψαράς»!

Μπαίνουν στο σπίτι και για τις επόμενες δύο ώρες δεν μιλάνε. Δέκα το βράδυ, ώρα για ύπνο, κλείνουν τα φώτα, ο καθένας στα δωμάτια του. Μια ξερή μονοκόμματη καληνύχτα ακούστηκε από το δωμάτιο του πατέρα.
Απόλυτη σιωπή….
Η ησυχία σπάει σε δυο λεπτά από την παραπονιάρικη φωνή του γιου:
«Ρε παπά, μας έκοψες και τις βραδινές αγκαλιές τώρα!!!!»

Ο ήρωας της σιωπής

Oι λέξειςΘα μπορούσαν αυτές οι τέσσερις λέξεις να είναι ένα μικρό ποίημα.
Ναι, ένα πολύ μικρό ουσιαστικό και περιεκτικό ποίημα που να συμπυκνώνει μια ολόκληρη ιστορία. «Ο ήρωας της σιωπής»… Όχι δεν θέλω να γίνει ποίημα. Θέλω ν’ απλώσουν, να ξεδιπλώσουν το κουβάρι τους αυτές οι τέσσερεις λέξεις για να δω αναλυτικά τι έχουν στο «μυαλό» τους.
Το να γράφεις είναι μισή μοναξιά. Την άλλη μισή την κατέχει αυτός που διαβάζει. Γραφώ και διαβάζω…
Μεταπηδώ από τη μισή μοναξιά στην άλλη μισή και δεν νιώθω μοναξιά.
Tι να συμβαίνει άραγε;
Μου έρχεται στο μυαλό μια ιστορία και την «ρίχνω» στην εξίσωση…
Ένα μικρό σχολειό εύπορου προαστίου της πρωτεύουσας διευθύνεται από έναν μεσήλικα γκριζομάλλη κύριο. Στο σχολειό υπάρχουν πολλές δασκάλες αλλά κανένας άλλος δάσκαλος, μόνο ο διευθυντής. Λες να είναι αυτή η αιτία που ο κύριος διευθυντής είναι άχρωμος, αμίλητος και αγέλαστος τις περισσότερες ώρες ή τον απασχολεί κάτι άλλο; Στο σχολειό εκτός από τις δασκάλες που μπορείς να τις δεις όλες σαν ένα ενιαίο σύνολο, υπάρχει μια δασκάλα που δεν είναι σαν τις άλλες. Αυτή είναι ηρωίδα της φασαρίας αφού έχει ένα δυνατό χαμόγελο και όρεξη για κουβέντα στη διαπασών. Συνωμοτούν μάλιστα με τα παιδιά της τάξης της για να κάνουν τον διευθυντή να χαμογελάσει λίγο. Τα παιδιά τον καλούν στο παιχνίδι τους αλλά αυτός πάντα αρνείται. Του κλοτσάνε την μπάλα ποδοσφαίρου επίτηδες στα πόδια και αυτός σκύβει, την παίρνει με τα χέρια και την επιστρέφει. Του ρίχνουν την μπάλα καλαθόσφαιρας και αυτός την αφήνει να πέσει και την κλωτσά πίσω. Αν κάποιες φορές καταφέρουν να του αποσπάσουν λίγα χαμόγελα τότε έχουν επιβράβευση από τη δασκάλα τους.

Ένα πρωί, πολύ πριν χτυπήσει το κουδούνι στάθηκα σε μια γωνιά και τον παρατηρούσα. Φαινόταν δυστυχισμένος. Στεκόταν κάτω απ’ τα δέντρα και κρατούσε το ποτηράκι του καφέ κι έπινε. Όταν γύρισε να πάει προς τα σκαλιά μου έκανε εντύπωση το παντελόνι του που αντί για ζώνη είχε λάστιχο και σχοινί. Πρόσεξα επίσης πως μπροστά ήταν δεμένο σαν θηλιά. Έκανα το συνειρμό: «Κουβαλά τη θηλιά μαζί του να την έχει έτοιμη, ίσως να ψάχνει και δέντρο να κρεμαστεί».
Σιγά σιγά όλο το σχολειό ,μαθητές, δασκάλες, καθαρίστριες, μέλη της σχολικής εφορίας και γραμματεία με την παρότρυνση της «ηρωίδας της φασαρίας» συνωμοτούσαν καθημερινά για να βάλουν χρώμα στην γκρίζα ψυχή του κ. διευθυντή. Περνούσαν οι μέρες, οι εβδομάδες και οι μήνες, τα παιδιά παρέμειναν παιδιά και μάλιστα φαίνονταν χαρούμενα παιδιά αλλά ταυτόχρονα έδειχναν μια ζηλευτή ωριμότητα. Έννοιες όπως κατανόηση, αλληλεγγύη και ανεκτικότητα τους ήταν απολύτως κατανοητές και μέρος της καθημερινότητάς τους. Ο διευθυντής δεν θα έλεγα ότι έγινε «έγχρωμος» αλλά το γκρίζο στον καμβά του προσώπου του ήταν πολύ λιγότερο μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς. Μπορεί να μην αντιμετώπιζε κάποιο σοβαρό πρόβλημα και μπορεί όλη αυτή η όμορφη συνωμοσία να είχε την υπερβολή της. Σημασία όμως έχει ότι όλοι μαζί έδρασαν προληπτικά και κύλησε ομαλά και παραγωγικά η σχολική χρόνια.
Ποιος ξέρει, πιθανόν να το είχε πάρει χαμπάρι και ο διευθυντής αλλά έπαιζε και αυτός το ρόλο του κρατώντας το στόμα του κλειστό.

Το να γράφεις είναι μισή μοναξιά. Την άλλη μισή την κατέχει αυτός που διαβάζει. Το να γράφεις και να διαβάζεις δεν είναι μοναξιά. Δεν ξέρω τι είναι αλλά σίγουρα είναι κάτι άλλο εκτός από μοναξιά…
Είναι αυτή η σιωπή στις δυο όχθες και στη μέση το κείμενο που ρέει σαν ποτάμι. Ποιος να είναι άραγε ο ήρωας της σιωπής; Όπως στην πιο πάνω ιστορία θα μπορούσε να ήταν ο διευθυντής ή η δασκάλα ή τα παιδιά ή… Ίσως ο ήρωας της σιωπής να είναι ο αφανής ήρωας που ενώνει αυτόν που γράφει και αυτόν που διαβάζει… Να είναι αυτός που συντροφεύει αυτόν που γράφει και διαβάζει και ενώνει τις δυο όχθες της μοναξιάς για να τις κάνει αυτό το κάτι άλλο.

K.Π

 

 

Θέα από μπαλκόνι

Αναπνέω την σιωπή τουςΉθελε να έχει για κρατούμενο ένα τέλος κι από εκεί να αρχίσει να κτίζει, να δημιουργεί, να προσπαθήσει -ίσως- ν’ ανατρέψει το προδιαγραφόμενο τέλος, να παιδευτεί, να ονειρευτεί, να πειραματιστεί και να καταλήξει.
Αν σας ακούγετε ανάποδο και παράδοξο αυτό, τι να σας κάνω, δεν σκεφτονται δα όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο!
Kαλά- καλά δεν είχε ξημερώσει και το ραδιόφωνο παίζει Σεζάρια Εβόρα το τραγούδι Sodade. Πρώτος καφές πρώτο τσιγάρο… Από το μπαλκόνι η θέα τις Κυριακές είναι η ίδια μα και διαφορετική. Πρώτη και σημαντική η ταχύτητα των πραγμάτων που ακούει και βλέπει. Τις Κυριακές στο μπαλκόνι ο αέρας φέρνει και ευχάριστες μυρωδιές δέντρων, θάμνων, φαγητών από τις γειτονικές κουζίνες και τα ψηλά φουγάρα των μαγειρείων της λεωφόρου κάτω από την πολυκατοικία. Το φθινοπωρινό αεράκι διαπεραστικό… σκύβει και κοιτάζει το κενό. Την χώριζαν από το έδαφος έξι ορόφοι. «Καμιά εικοσάρια μέτρα», σκέφτηκε. Να μια καλή ιδέα για αυτό που έψαχνε , μια βουτιά στο κενό και τέλος. Μετά όμως από πού να αρχίσει; Και πάλι, δεν της εγγυάται κανείς ότι θα ζήσει. Έκανε μια έκφραση που έμοιαζε με μειδίαμα και αμέσως το διόρθωσε με χαμόγελο. Παιχνίδι με το μυαλό της, με τον ίδιο τον εαυτό της. Η ζωή δεν περνά, οι άνθρωποι την προσπερνούν βιαστικά και όταν φτάσει το τέλος την αναζητούν, κοιτάζουν πίσω αλλά πάει…αυτή χάθηκε.
Στέκεται στο μπαλκόνι , κάτω στα πόδια της η πόλη που μεγάλωσε και αγαπά, ακριβώς μπροστά από τη τάφρο και τα ενετικά τείχη, δεξιά της το μεγάλο εργοτάξιο με την ανακατασκευή που κρατά χρόνια της πλατείας Ελευθερίας. Απέναντι η παλιά πόλη, τα εντός των τειχών καμπαναριά και μιναρέδες, σημαίες, λάβαρα, μάρμαρο, γυαλί, πουρόπετρα, μπετό, κεραμίδια και τελευταίως φωτοβολταϊκα πλαίσια αυτόπτες μάρτυρες της πολύχρονης ιστορίας της.
Δεύτερο τσιγάρο πριν τελειώσει ακόμη ο πρώτος καφές… Από τα ηχεία του ραδιοφώνου χαμηλόφωνα ακούει Buena Vista Social. Χτυπά το τηλέφωνο, ήταν η κολλητή της:
– Να σου πω πάει ο Μάριος τέλος, τρία χρόνια με κοροϊδεύει και αφού δεν μπορούσα να τον έχω ολοκληρωτικά δικό μου δεν θα τον έχει ούτε η γυναίκα του.
– Τι μαλακία έκανες πάλι;
-Το βράδυ δούλευε η γυναίκα του και πέρασα από το σπίτι του, μαλώσαμε αλλά καταλήξαμε να κάνουμε ερώτα για πρώτη φορά στο σπίτι του, στο σαλόνι και να μας κοιτάζει μέσα από την φωτογραφία του γάμου τους που ήταν στον τοίχο η γυναίκα του. Και πριν φύγω σκέφτηκα και έκανα μια τρέλα, μπήκα στο μπάνιο τους τάχα για να φρεσκαριστώ λίγο και άφησα το εσώρουχό μου στο ντουλάπι με τα άπλυτα ρούχα τους.
– Όχι…
Το τηλεφώνημα της φίλης της ανέτρεψε την ηρεμία της. Διαφωνούσε με την πράξη της φίλης της, αλλά ναι ήταν και αυτό ένα τέλος και μάλιστα οριστικό. Τώρα η φίλη της θα μπορούσε μέσα από τη σεισμική δόνηση που προκάλεσε στη ζωή της και του έως χθες εραστή της να ξεκινήσει από την αρχή. Όσο για την ίδια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το τέλος που αναζητούσε ήταν η ίδια η ζωή που την προσπερνούσε. Έσβησε το τσιγάρο, πήρε τα κλειδιά της και κατέβηκε κάτω από τη πολυκατοικία, γύρισε το κεφάλι ψηλά, χαμογέλασε στο άδειο μπαλκόνι και χάθηκε μέσα στον κόσμο. Από εκείνη την μέρα τη ζωή δεν τη χάζεψε ποτέ ξανά από το μπαλκόνι.
K.Π

Φθορά

limni

Αισθανόταν την κάθε μέρα που περνά να προκαλεί στο πνεύμα και στο σώμα του φθορά, να διαβρώνει το «έδαφός» του, το είναι του και να δημιουργούνται επικίνδυνες κατολισθήσεις. Κι αν τη φθορά του σώματός του την επεξεργαζόταν και μπορούσε να την κατανοήσει ως ένα υποφερτό βαθμό, δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο με το πνεύμα του. Στόχος του ανθρώπου συμφώνα με τη Χριστιανική διδασκαλία είναι να φτάσει στην τελειότητα, στη θεότητα, να προσεγγίσει με την πάροδο των χρόνων όσο το δυνατόν περισσότερο τον δημιουργό Θεό.

Τον ήρωά μας, δεν μπαίνω καν στον κόπο να τον βαφτίσω δίνοντας του ένα όνομα γιατί δεν έχει καμία σημασία, αφού όπως ο ίδιος έλεγε «το όνομα είναι ένα ανεπιτυχές στοιχείο ταυτοποίησης ενός απειροελάχιστου κλάσματος της αιωνιότητας». Κάποιοι με την στάση και το έργο τους καταφέρνουν να δώσουν μια υπεραξία σε αυτό το στοιχειό, αλλά και αυτό μάταιο είναι αφού δεν κρατά πολύ μέσα στο αχανές τοπίο της ανεπιτυχούς θεϊκής δημιουργίας. Ο ήρωας μας ένιωθε να τον κοροϊδεύει ο Θεός• «πώς να σε φτάσω, πώς να σου μοιάσω» του έλεγε με διάθεση ανταπόδοσης της κοροϊδίας , αφού για να γινόταν αυτό θα έπρεπε να γεννιόμαστε γέροι και να παθαίνουμε βρέφη. Έτσι όπως μας έφτιαξε ο Θεός το μόνο που μπορούσε ο ήρωας μας να κάνει ήταν να προσπαθεί να διατηρήσει το σώμα του σε μια καλή κατάσταση. Να τρέφεται υγιεινά και να γυμνάζεται ούτως ώστε όταν έρθει η ώρα να παραδώσει το σώμα του για ενταφιασμό να κάνουν ένα καλό πάρτι τα σκουλήκια και να πιουν ένα ποτηράκι στην μνήμη του για το βιολογικό και εύγευστο φαγητό που τους προσέφερε.
Η συνεχής φθορά του πνεύματος τον είχε φέρει κάποτε και σε ένα διάλογο με την αυτοχειρία . Είχε διαβάσει σημειώματα ανθρώπων που επέλεγαν την αυτούσια έξοδο από αυτό τον μάταιο κόσμο ως απάντηση σε φιλοσοφικά ερωτήματα που απασχολούσαν και τον ίδιο, αλλά αυτός ο τρόπος αντιμετώπισής τους δεν τον έβρισκε σύμφωνο. Δεν τον θεωρούσε επίδειξη δύναμης όπως κάποιοι διατείνονταν αλλά ως αρρωστημένη αδυναμία. Δικαίωμα στην επιλογή του θανάτου έδινε μόνο σε όσους έπασχαν απο ανίατες ασθένειες και βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο, όπου ναι, η ευθανασία για αυτούς θα αποτελούσε λύτρωση .
Κάθε μέρα κάθε ώρα σε κάθε κουβέντα (ακόμα και στις πιο απλές, ακόμα και σε μια καλημέρα) η φθορά ήταν εκεί και παραμόνευε. Η λύση που βρήκε ήταν η απομόνωση. Όχι δεν έζησε ασκητική ζωή. Μη έχοντας οικογένεια ήταν εύκολη η απόφαση του. Παραιτήθηκε από τη δουλεία παίρνοντας πρόωρη μικρή μεν, αλλά αρκετή για αυτόν σύνταξη. Αποτραβήχτηκε σε ένα μικρό ορεινό χωριουδάκι και έζησε μόνος του παρέα με γάτους, σκύλο, τον λαχανόκηπό του, δυο κατσίκες και μερικές κότες. Πολύωρες βόλτες στα βουνά της περιοχής, έκανε διάλειμμα από το περπάτημα αγναντεύοντας και παρατηρώντας τη φύση και άλλες φορές καθόταν σε μια πέτρα κάτω από ένα δέντρο για να ακουμπά την πλάτη του στον κορμό του και διάβαζε κάποιο από τα βιβλία της πλούσιας βιβλιοθήκης του.
Δεν είχε πολλά πάρε δώσε με τους γείτονες. Είχε αραιά επισκέψεις από λίγους φίλους για κανένα ποτό και λίγη κουβέντα . Στα πρώτα χρόνια δεχόταν μια δυο φορές τον μήνα και την ερωτική συντροφιά μιας φίλης αλλά σταδιακά με την πάροδο του χρόνου αυτό σταμάτησε για αγνώστους λόγους. Ίσως η φθορά να έφτασε και ανάμεσα στα σκέλια του και να μην μπορούσε πια να ανταπεξέλθει.
Αυτοσυντήρούνταν έως την τελευταία μέρα της ζωής του σε ηλικία ογδόντα ενεά χρονών. Το βράδυ πριν ξαπλώσει να κοιμηθεί και να μην ξυπνήσει ποτέ, διαισθανόμενος το επερχόμενο τέλος, άφησε ένα σημείωμα στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι:
« Θεός είμαι εγώ, Θεός αν το θελήσεις είσαι εσύ και εσύ και ο κάθε ένας μας. Ο ένας, ο μοναδικός Θεός για τον κάθε ένα μας είναι μέσα του αρκεί να καταφέρουμε να τον ενεργοποιήσουμε, να τον ξυπνήσουμε. Έζησα καλά, έζησα καλύτερα από το καλά για περίπου τριάντα χρόνια εδώ στο χωριό. Έξω στην αποθήκη υπάρχει ένα λιτό φέρετρο που το έφτιαξα μόνος μου ενώ μέσα στο μπαούλο πλάι στο τζάκι έχω φυλαγμένα δυο καθαρά λευκά σεντόνια για να με τυλίξετε. Έξω στην αυλή έσκαψα δυο μέτρα γη για να με θάψετε. Δεν θέλω παπάδες και κηδεία• λίγο χώμα μόνο πάνω από το πτώμα μου.»
Κ.Π

Διήγημα (δεν σκέφτηκα τίτλο ακόμα)

images

Κάθισε στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο και άνοιξε τον υπολογιστή. Έκανε κλικ στο εικονίδιο word και απλώθηκε  μπροστά του ένα άσπρο σεντόνι. Έχει να διεκπεραιώσει λίγη γραφειακή δουλειά και να ολοκληρώσει μια επιστολή προ το τμήμα εξαγωγών εργοστασίου της Κίνας από το οποίο έκανε εισαγωγές.

Τίποτα όμως δεν ξεκινά, κάθεται και βλέπει το «άσπρο σεντόνι».
Μικρέμπορος στο επάγγελμα, έχει μια αποθήκη την οποία γεμίζει με διάφορα πλαστικά έπιπλα (καρέκλες, τραπέζια), φτηνά παιδικά παιχνίδια, κάλαθους αχρήστων, πλαστικά μαχαιροπίρουνα, ποτήρια, κούπες και πολλά άλλα εμπορεύματα, τα οποία πουλούσε σε συνοικιακά μπακάλικα και μικρά μαγαζιά της επαρχίας. Τρεις οικογένειες ζούσαν από αυτή τη δουλειά, η οικογένεια του αποθηκάριου, του ιδιοκτήτη που έκανε παράλληλα και τον διανομέα για να βλέπει και τους πελάτες και του δεύτερου διανομέα που πήγαινε στην επαρχία.

Μιχάλης Αλεξανδράκης, τηλέφωνο τάδε, «αναλαμβάνονται όλων των ειδών πάρτι». Τα πιο πάνω αναγράφονται σε μια επαγγελματική κάρτα που είναι στα δεξιά του αφημένη στο γραφείο. Δεν θυμόνταν ποιος του την είχε δώσει… «Αναλαμβάνονται όλων των ειδών πάρτι»… όλων των ειδών τα πάρτι, σκέφτηκε! Θα τον πάρω τηλέφωνο και θα του πω να μου οργανώσει ένα, ένα πάρτι με δέκα καλεσμένους. Ο πιο μικρός καλεσμένος θα είναι βρέφος (ημερών) και ο μεγαλύτερος θα είναι σαράντα πέντε χρόνων και ενδιάμεσα ένας καλεσμένος ανά πενταετία. Ανά πενταετία, κάθε τόσο περίπου γίνεται και κάτι σημαντικό ή που εμείς θεωρούμε σημαντικό και μας καθορίζει, και μας κάνει να το θυμόμαστε για πάντα. Βρέφος, δεν το θυμόμαστε μα είναι μαζί με τον θάνατο τα πιο σημαντικά γεγονότα της ζωής μας. Πεντάχρονος, λίγο πριν την πρώτη δημοτικού, φοβισμένος για τη νέα αρχή και το άγνωστο. Δεκάχρονος, ακατάσχετο παιχνίδι και το πρώτο σπάσιμο του χεριού και η άρνηση να πάω στο γιατρό γιατί μου είπε ένα μεγαλύτερο παιδί ότι θα του κόψουν το χέρι. Δεκαπέντε, πρώτη εφηβικοί έρωτες και το πρώτο φιλί στο στόμα στην αυλή του σχολείου. Είκοσι, αποστρατευμένος στην μάχη για το πρώτο μεροκάματο. Είκοσι πέντε, εκεί που νομίζεις ότι πατάς γερά στη γη βρίσκεσαι να αιθεροβατείς και να δίνεις αμοιβαία υπόσχεση γάμου. Τριάντα, όλα αλλάζουνε πραγματικά και την αλλαγή την φέρνει ένας πελαργός. Τριάντα πέντε, κάπου μεταξύ πίεσης των δόσεων για το δάνειο του σπιτιού και στο « θέλουμε να ζήσουμε και λίγο τώρα που μεγάλωσε το πρώτο παιδί», τον κερδίζει η σκέψη: «την μαλακία να παντρευτούμε την κάναμε δυο μωρά επιβάλλονται». Σαράντα, μέχρι να μπει η ζωή μας σε μια τάξη διαπιστώνει τις πρώτες άσπρες τρίχες στα γένια του! Σαράντα πέντε, η αντρική κλιμακτήριος, το ανικανοποίητο, πάντα κάτι θα λείπει και ας φαινομενικά τα έχουμε όλα. Ένα πάρτι με τις έως τώρα «πενταετίες» της ζωής του λοιπόν. Δέκα μικρά παιδιά που συγκροτούν ένα μεγάλο άνθρωπο, ενδιαφέρον θα είχε να μπορούσε να γίνει αυτό. Θα ήθελα πολύ να δω την εξέλιξη ενός τέτοιου πάρτι, να δω ποιο παιδί θα ήταν φίλος με ποιο και ποια παιδιά θα τσακωθούν μεταξύ τους.

Αριστερά στο γραφείο οι εγκλωβισμένες σε μια ασημένια κορνίζα δυο του κόρες. Εστιάζει το βλέμμα του στην μικρή και χαμογέλα! Είναι το «βάσανό του», η ζαβολιάρα του. Λίγο πιο ανώριμη από την ηλικία της, επανέλαβε δυο φορές την πρώτη τάξη του δημοτικού για να μπορέσει να συνεχίσει το σχολείο. Μάλιστα την χρονιά που έμεινε στην ίδια τάξη όταν τη ρωτούσαν τυχαία πόσο χρονών είναι, τους απαντούσε: «θα ήμουν επτά αλλά επειδή εμένα στάσιμη είμαι έξι». Λίγες μέρες πριν τον έκανε «ρεζίλι» μπροστά τον ξένο που είχε καλεσμένο για φαγητό στο σπίτι. Ενώ όλα κυλούσαν ομαλά με κρασί, φαγητό και συζήτηση για τη δουλειά και όχι μόνο, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος κάτω από το τραπέζι: πρρρρ!! Το έντερο της Μαριγούλας μίλησε και μάλιστα έκανε αισθητή την παρουσία του τόσο δια του κρότου όσο και δια της μυρωδιάς.
-Μαριγούλα τι είναι αυτό που έκανες μπροστά σε ξένο άνθρωπο;
– Μα δεν ξέρει ελληνικά παπά
-Ο πόρδος είναι διεθνής «γλώσσα» Μαριγούλα, έξαλλου τον μυρίσαμε και με το παράπονο. Απολογήθηκε ο πατέρας, ο ξένος χαμογέλασε κοιτάζοντας προς τη Μαριγούλα και το δείπνο συνεχίστηκε χωρίς άλλες εκπλήξεις.

Δεν έχω όρεξη για δουλεία απόψε σκέφτηκε και έκλεισε τον υπολογιστή. Πέρασε από τα δωμάτια των παιδιών που κοιμόντουσαν, τις φίλησε και βγήκε από τα δωμάτια τους κλαδώνοντας της πόρτες τους.
Ρίχνοντας μια ματιά στην μεγάλη κρεβατοκάμαρα είδε την γυναίκα του να ξαπλώνει και να παρακολουθεί τηλεόραση.
-Πάω να βάλω λίγο κρασί θες ένα ποτήρι;
-Όχι
-Να βάλω και να έρθω να σου κάνω λίγο μασάς;
-Όχι είπα, κοιμάμαι.
Η ώρα ήταν έντεκα και μισή, κάθισε στον καναπέ του σαλονιού με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, έβαλε στο dvd να παίζει αθόρυβα μια τσόντα και άρχισε να χαϊδεύει τα γεννητικά του όργανα.

 

 

Μυστικά γυναικών (Διήγημα)

grouptherapy

Η ψυχοθεραπεύτρια είχε «οδηγήσει» την ομάδα σε οριακό σημείο. Ο θυμός, η κατάθλιψη, οι κρίσεις πανικού, η μοναχικότητα, ο φόβος, τα βαθιά τραύματα και τα ενταφιασμένα μυστικά κόχλαζαν σαν λάβα ηφαιστείου έτοιμα να εκραγούν, για να οδηγήσουν τις τέσσερις γυναίκες που αποτελούσαν το γκρουπ στον πυρήνα της ψυχής τους και από εκεί να φτάσουν στην επιδιωκόμενη αυτογνωσία.

 

Πρώτη μίλησε η Δανάη: «Ένας μικρός θάνατος διαδέχεται τον άλλο. Πολλοί μικροί θάνατοι δεν κάνουν αναγκαστικά ένα μεγάλο θάνατο… πολλοί μικροί θάνατοι μπορεί να φέρουν και ανάσταση. Αυτήν την ανάσταση αναζητώ χρόνια τώρα», είπε κι άρχισαν τα δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλα. Η Δανάη είναι νυμφευμένη με δυο παιδιά, προπονήτρια κολύμβησης, ενώ είχε κάνει και αξιοσημείωτη καριέρα ως αθλήτρια κολύμβησης. «Έκανα κάτι για το οποίο δεν μίλησα ποτέ και σε κανένα…». Παύση για μερικά δευτερόλεπτα· σκουπίζει με το χαρτομάντιλο τα δάκρυά της και συνεχίζει:

«Όταν ήμουν φοιτήτρια στο Λονδίνο γνώρισα ένα μουσικό του δρόμου, τον Γουίλι. Ήταν ένας Αφροαμερικανός απόγονος σκλάβων από την Αφρική, όπως έλεγε ο ίδιος. Έπαιζε τζαζ και μπλουζ μουσική με το σαξόφωνό του και με μάγευε! Τον ερωτεύτηκα, τον αγάπησα και μέναμε μαζί στο φοιτητικό μου διαμέρισμα. Όντας απόγονος των σκλάβων, ήθελε να γίνει σκλάβος μου έλεγε χαριτολογώντας! Θυμάμαι όταν θα ερχόταν να με επισκεφτεί η μητέρα μου κάναμε ολόκληρη μετακόμιση για να μην καταλάβει κάτι. Πού να δεχτεί ότι η κόρη της είχε δεσμό με έναν αλλοδαπό και μάλιστα μαύρο! Ήμουν πολύ ερωτευμένη μαζί του… Είχε μια φιλοσοφία ζωής τόσο διαφορετική με αυτή που ζούσα μα και τόσο οικεία. Κάναμε ατέλειωτες συζητήσεις βολτάροντας στο Λονδίνο και τα βράδια μαγειρεύαμε, τρώγαμε και ακούγαμε μουσική καθισμένοι αγκαλιά στον καναπέ.

Εγώ που τσιγάρο δεν κάπνισα ποτέ έφτασα στο σημείο να καπνίζω σχεδόν καθημερινά “χόρτο”. Η αθλητική μου ζωή άρχισε να μπάζει νερά· μια μέρα ενώ κολυμπούσα στην κλειστή θερμαινόμενη πισίνα του πανεπιστημίου, ένιωσα να με καίει ο λαιμός μου… Ένιωσα μια κάψα και δεν μπορούσα να αναπνεύσω… Φοβήθηκα… Φοβήθηκα πολύ! Αν με ανακάλυπταν πως είχα κάνει χρήση απαγορευμένων ουσιών θα με τιμωρούσε η ομοσπονδία κολύμβησης και το κυριότερο θα είχα σοβαρό πρόβλημα με τους γονείς μου. Αποφάσισα να χωρίσω τον Γουίλι, του το εξήγησα και το σεβάστηκε. Μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε από το σπίτι.

Χρειάστηκε να κάνω μερικές εβδομάδες υπομονή για να ξεχάσω -όσο γινόταν- τον Γουίλι και να καθαρίσει ο οργανισμός μου από τα ίχνη των απαγορευμένων ουσιών. Ο Γουίλι, δυο εβδομάδες αργότερα, με ένα μήνυμά του, μου ανακοίνωσε πως βρισκόταν με άλλους μουσικούς του δρόμου στη Γερμάνια, όπου είχαν δεχθεί μια πρόταση να φτιάξουν ένα συγκρότημα. Από τότε δεν άκουσα νέα του. Μέρες μετά που έφυγε για τη Γερμάνια και ενώ τα πράγματα πήγαιναν να ομαλοποιηθούν στη ζωή μου, ανακαλύπτω ότι ήμουν έγκυος στο παιδί του… Δεν το σκότωσα· ευτυχώς ήταν τέλος της πανεπιστημιακής χρονιάς, επέστρεψα για καλοκαιρινές διακοπές στην Κύπρο, συνέχισα προπονήσεις μέχρι δεκαπέντε εβδομάδων, έλαβα μέρος ακόμη και σε αγώνες και δεν έγινε αντιληπτή η εγκυμοσύνη μου.

Ήμουν τεσσάρων μηνών όταν επέστρεψα στο Λονδίνο, ένα μήνα πριν ανοίξουν τα πανεπιστήμια, λέγοντας ότι ήθελα να διαβάσω με την ησυχία μου για να παραδώσω μια εργασία. Ο Γυναικολόγος μου πρότεινε, αφού δεν ήθελα να αποβάλω το έμβρυο να το γεννήσω και να το δώσω για υιοθεσία. Θα τα κανόνιζε όλα εκείνος κι έτσι δέχτηκα. Η μόνη που γνώριζε το μυστικό μου ήταν μια φίλη Αγγλίδα – συμφοιτήτρια. Τους τελευταίους τρεις μήνες έβγαινα ελάχιστα από το σπίτι· ούτε πανεπιστήμιο πήγαινα ούτε προπονήσεις, αφού προφασίστηκα σοβαρό τραυματισμό στην ωμοπλάτη με γραπτή γνωμάτευση που μου είχε εξασφαλίσει ο Γυναικολόγος από συνάδελφο του Ορθοπεδικό. Οι διακοπές των Χριστουγέννων που μεσολαβήσαν ήταν η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής μου… Έπεισα τους γονείς μου ότι θα πηγαίναμε με φίλους διακοπές στη Γαλλία, ενώ τις πέρασα κλεισμένη στο σπίτι.

Τριάντα μια Ιανουαρίου γέννησα στην κλινική με έξοδα που κάλυψαν οι γονείς που θα έπαιρναν το παιδί μου. Δεν ξέρω αν ήταν αγόρι ή κορίτσι, καθώς μου είπαν ότι θα ήταν καλύτερα να μη μάθαινα. Συνέχισα τις σπουδές μου και την κολύμβηση. Έκλαιγα στα κρυφά ενώ κολυμπούσα και κανείς δεν το καταλάβαινε· νόμιζα πως η πισίνα ξεχείλιζε από το κλάμα μου… Επέστρεψα στην πατρίδα και τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Μόνο που πριν μερικές εβδομάδες αναστατώθηκα πάλι όταν είδα στο facebook μια ανακοίνωση ενός Βρετανού υπηκόου που αναζητά τους βιολογικούς του γονείς· με ψάχνει ο γιος μου…»

 

Η Μαρία, σαράντα δυο χρονών, καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης, με σύζυγο, τρία παιδιά κι ένα ατσαλάκωτο κοινωνικό στάτους, μετά από μια μεγάλη παύση πήρε το λόγο: «Εγώ ό,τι και να πω, μετά απ’ όλα όσα ακούσαμε από τη Δανάη, θα ακουστούν αστεία. Ωστόσο θέλω να μοιραστώ μαζί σας κάτι που ξεκίνησε πριν πέντε χρόνια, όταν η κολλητή μου, μου ζήτησε να ταξιδέψω μαζί της στη Βιέννη για “κάλυψη”, μια και θα συναντιόταν με τον πλούσιο επώνυμο επιχειρηματία φίλο της. Επρόκειτο για μια σχέση περίεργη… Η φίλη μου ήταν υπάλληλός του, αλλά όταν έγιναν εραστές την απέλυσε και της βρήκε δουλειά σε άλλη εταιρεία. Η γυναίκα του είναι πολύ ζηλιάρα, κτητική και ελέγχει τα πάντα κι αυτός την φοβάται πολύ. Η φίλη μου, πολύ όμορφη γυναίκα, παντρεμένη με δυο παιδιά, καταπιεσμένη συναισθηματικά, κολακευμένη στην ιδέα ότι μπορούσε να έχει εραστή έναν επώνυμο επιχειρηματία, τα έφτιαξε μαζί του. Οι συναντήσεις τους στην Κύπρο ελάχιστες έως ανύπαρκτες. Βρίσκονταν μαζί δυο τριήμερα το χρόνο, στο περιθώριο επαγγελματικών ταξιδιών που έκανε ο φίλος της. Μας πλήρωνε τα αεροπορικά εισιτήρια και δωμάτια σε πολυτελή ξενοδοχεία, ένα δίκλινο για εμάς και ένα μονόκλινο για εκείνον και όταν φτάναμε στο ξενοδοχείο έμενα εγώ στο μονόκλινο και αυτοί στο δίκλινο. Δεν με ενοχλούσαν, δεν τους ενοχλούσα και μόνο στο πρόγευμα τους συναντούσα. Τους έβλεπα και τους χαιρόμουν, καθώς έδειχνε να την νοιάζεται και να την αγαπά πραγματικά. Πέντε χρόνια ταξίδεψα τουλάχιστον δέκα φόρες σε πόλεις της Ευρώπης, επισκέφτηκα μουσεία, πήγα σε θέατρα, περπάτησα σε όμορφες πόλεις και έμαθα πολλά πράγματα. Μου αρέσει να ταξιδεύω κι έτσι δεν ένιωθα ότι κάνω κάτι παράνομο, ενώ ταυτόχρονα “γευόμουν” κι εγώ κάτι απ’ τον παράνομο έρωτά τους.

Στο ταξίδι που κάναμε πέρσι στο Παρίσι η συμπεριφορά της φίλης μου δεν μου άρεσε. Πριν επιβιβαστούμε στο αεροπλάνο μου είχε πει κάτι μισόλογα ότι τον βαρέθηκε αλλά τα ταξίδια δεν ήθελε να τα χάσει. Στο Παρίσι τον έβλεπα και τον λυπόμουν δίπλα της. Στο τελευταίο ταξίδι με προορισμό τη Ρώμη, θα αναχωρούσαμε Παρασκευή μεσημέρι και ο φίλος της θα ταξίδευε με την πρωινή πτήση (ποτέ δεν ταξιδεύαμε με το ίδιο αεροπλάνο). Την Πέμπτη το πρωί μου ανακοινώνει τηλεφωνικώς ότι ήταν πολύ άρρωστη με πυρετό και ότι δεν θα ερχόταν. Της είπα να το ακυρώσω, αλλά ήταν ανένδοτη: “Είναι κρίμα, τη Ρώμη δεν την επισκέφτηκες. Να πας και να ξεναγήσεις και τον Μιχάλη. Δεν του είπα ακόμη ότι είμαι άρρωστη, αλλά ούτως ή άλλως αυτός θα πάει και για δουλειές…”.

Στη Ρώμη τον βρήκα να μας περιμένει μ’ ένα ταξί έξω από το αεροδρόμιο. Ξαφνιάστηκε όταν με είδε μόνη μια και η φίλη μου δεν του είπε τίποτα. Έκανε να τη δικαιολογήσει: “Δεν θα ήρθε το sms που μου έστειλε…”. Το απόγευμα το πέρασα στο ξενοδοχείο, αφού ο Μιχάλης είχε επαγγελματικές εκκρεμότητες, αλλά το βράδυ ήρθε και πήγαμε μαζί για γεύμα. “Μου την έστησε η φίλη σου, αλλά δεν πειράζει”, είπε. Φάγαμε -τι άλλο- μακαρονάδα και ήπιαμε κόκκινο κρασί σ’ ένα εστιατόριο κοντά στο ξενοδοχείο. Επιστρέψαμε με τα πόδια και δώσαμε ραντεβού για πρόγευμα στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, ενώ μετά θα με ξεναγούσε στη Ρώμη. Το βράδυ, καθώς ξάπλωνα, ένιωσα για πρώτη φορά να με ελκύει γλυκά ο Μιχάλης και δεν ένιωθα ούτε ενοχές ούτε τίποτα. “Παιχνίδια του μυαλού” σκέφτηκα και κοιμήθηκα προφανώς με το χαμόγελο στα χείλη.

Το πρωί με περίμενε στο εστιατόριο όπως είχαμε συμφωνήσει. Ήπιαμε καφέ, φάγαμε πρόγευμα και ξεκινήσαμε. Έξω μας περίμενε το ταξί που είχε νοικιάσει. Με το ταξί κάναμε μια γρήγορη βόλτα στην πόλη για να προλάβουμε να δούμε όσο το δυνατόν περισσότερα μνημεία, γιατί ήθελα να έχω χρόνο να επισκεφτώ την πινακοθήκη “Μποργκέζε”· ήθελα να δω από κοντά την “αρπάγη της Περσεφόνης” του Μπερνίνι και τα αλλά μαρμάρινα αγάλματά του που εκθέτονται στην εν λόγω πινακοθήκη. Ο Μιχάλης μαζί μου, δίπλα μου συνεχώς να συμμετέχει σε όλα και με μεγάλη μου έκπληξη να έχει ιστορικές και καλλιτεχνικές γνώσεις! Το απόγευμα με πήρε και περπατήσαμε κατά μήκος του ιστορικού ποταμού Τίβερη και το βράδυ για φαγητό στη παλιά πόλη. Μέχρι το βράδυ τον είχα ερωτευτεί και ας μην μου είχε δώσει δικαιώματα κι ας ήταν διακριτικός. Ίσως να φοβόταν τι θα έλεγα της φίλης μου, αλλά εγώ αν είχα κάτι να της πω θα ήταν: “ευτυχώς που αρρώστησες και δεν ήρθες!”. Αργά το βράδυ στο ξενοδοχείο με συνόδευσε μέχρι την πόρτα του δωματίου. Παρακαλούσα από μέσα μου, να μου πει να περάσει μέσα, αλλά δεν μου το είπε ούτε του το πρότεινα. Επέστρεψα στην Κύπρο· η φίλη μου δεν με έψαξε ούτε εγώ εκείνη. Με τον Μιχάλη απέκτησα μέσω sms και “κλεφτών” τηλεφωνικών συνομιλιών μια πολύ τρυφερή σχέση, ενώ ξέρω πως με τη φίλη μου δεν έχουν επικοινωνία. Τον άλλο μήνα προγραμματίζει επαγγελματικό ταξίδι στη Βαρκελώνη και εγώ γυρεύω μια έμπιστη φίλη για να ταξιδέψει μαζί μου…»

 

Η τρίτη γυναίκα στο γκρουπ της ψυχοθεραπείας ήταν η Στέλλα, η πιο νεαρή της ομάδας. Νοσοκόμα στο επάγγελμα, ανύπαντρη λίγο πριν τα σαράντα της, πάντα μετρημένη στις κουβέντες της προτιμούσε να ακούει παρά να μιλά, αλλά εδώ που βρισκόταν ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα ερχόταν η ώρα να λυθεί η γλώσσα της και να αρχίσει να βγάζει από μέσα της όλα όσα την απασχολούσαν.

«Έχω ένα παιδικό πιστό φίλο, μια αδελφή ψυχή, είναι ίσως ο μόνος άνθρωπος που με ξέρει καλύτερα και από την ίδια τη μάνα που με γέννησε. Για να σας προλάβω πριν προτρέξει η φαντασία σας δεν είχα ποτέ σχέση μαζί του ούτε όταν ήμασταν μικροί, αλλά ούτε τον είχα γκόμενο αργότερα που μεγαλώσαμε και αυτός έκανε οικογένεια.Ο Χάρης έχει γυναίκα κι ένα παιδί, έχει καλό χαρακτήρα και όλα τα προσόντα που θα ήθελε μια γυναίκα για να τον κάνει πατέρα των παιδιών της. Βλέποντας την αφοσίωσή του στο μεγάλωμα της κόρης του θυμάμαι παραμονές που θα έκλεινα τα τριάντα τρία μου χρόνια, με ρώτησε τι δώρο θέλω κι εγώ απάντησα αυθόρμητα: “Θέλω να μου κάνεις ένα παιδί, όχι τώρα αλλά αν δεν καταφέρω να παντρευτώ και να κάνω ένα παιδί έως τα τριάντα οκτώ μου, ναι θέλω να μου κάνεις ένα! Δεν θα έχω καμια απαίτηση να το αναγνωρίσεις κι ούτε θα σε εκθέσω”. Χαμογέλασε και δεν απάντησε ευθέως. Μου είπε πως θα ήταν πολύ δύσκολο να μεγαλώσω ένα παιδί μόνη μου και πως δεν ξέρει πως θα αισθανόταν και ο ίδιος αν το έκανε.

Τα χρόνια κυλούσαν και η φιλία μας παρέμενε σταθερή αξία σε αντίθεση με τα αισθηματικά και ερωτικά μου. Ούτε γάμος ούτε παιδί… Πριν δυο χρόνια κατάλαβε ότι δεν αστειευόμουν. Ποτέ δεν θα αστειευόμουν για ένα τέτοιο ζήτημα, ήθελα ένα παιδί· δεν θέλω να μεγαλώσω, να γεράσω και να είμαι άτεκνη… Μου ζήτησε να το σκεφτεί λέγοντας μου πως “ξέρεις πως σε αγαπώ και σου έχω εμπιστοσύνη”. Τελικά δέχτηκε και είχαμε σεξουαλική επαφή για πρώτη φορά λίγες εβδομάδες μετά που έκλεισα τα τριάντα οκτώ μου, όταν ήταν οι γόνιμες μου μέρες. Ένιωθα πολύ αμήχανα, ο Χάρης το ίδιο (καλά καλά δεν του σηκώθηκε), ήταν σαν να έκαναν σεξ δυο αδέλφια. Τους επόμενους μήνες χαλαρώσαμε και μπορώ να πω πως το απολαμβάναμε και οι δυο. Είχαμε σεξουαλική επαφή δυο φορές το μήνα κατά τις γόνιμες μέρες του κύκλου μου.

Όταν πέρασαν γύρω στους επτά μήνες και δεν έμενα έγκυος άρχισαν να περνούν διάφορα από το μυαλό μου. Μήπως έχω πρόβλημα, φταίει το άγχος ή μήπως ο Χάρης έκανε κάποιο “τέχνασμα” για να το διασκεδάζει χωρίς να με αφήσει έγκυο; Προχώρησα σε Ιατρικές εξετάσεις που ήταν φυσιολογικές, το είπα στο Χάρη και τον ρώτησα αν ήθελε να κάνει εξέταση σπέρματος. Η κόρη του είναι δώδεκα χρονών και ο Χάρης σαράντα δυο. Μπορεί να αδυνάτισε το σπέρμα του… “Συμβαίνουν αυτά και αντιμετωπίζονται εύκολα”, του είπα. Ήταν διστακτικός, φοβόταν μην τον μπλέξω σε μπελάδες. Παρακάλεσα μια φίλη χημικό του νοσοκομείου που δουλεύω χωρίς να της πω ποιου είναι το σπέρμα να μας κάνει την ανάλυση. Στο μεταξύ σταματήσαμε τη σεξουαλική επαφή. Το αποτέλεσμα της ανάλυσης με σόκαρε. Ο Χάρης έχει Αζωοσπερμια, κάτι που σημαίνει πως δεν υπάρχουν ζωντανά σπερματοζωάρια στο σπερματικό υγρό, άρα είναι στείρος… Κι η κόρη του; Ποιος είναι ο πατέρας της; Δεν ξέρω τι να κάνω… Του είπα πως δεν μπόρεσε τελικά η φίλη χημικός να βοηθήσει στην ανάλυση κι έτσι το όλο θέμα έμεινε κάπως μετέωρο. Αλήθεια δεν ξέρω τι να κάνω…»

 

Τελευταία καθήμενη στην κυκλική διάταξη των καρεκλών από δεξιά προς αριστερά βρισκόταν η Ελένη, η οποία θα μπορούσε κάτω από άλλες συνθήκες να καθόταν στην καρέκλα της ψυχοθεραπεύτριας. Πριν πολλά χρόνια σπούδασε ψυχολόγος, ένα επάγγελμα το οποίο εξάσκησε ελάχιστα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άφησε τον αέρα να βγει από τα στήθια της με θόρυβο προτού αρχίσει να μιλά:

«Σπούδασα στην Αθήνα ψυχολογία, όχι γιατί το ήθελα, αλλά γιατί ήταν ένας τρόπος να δραπετεύσω από την κλειστή κοινωνία της δεκαετίας του ογδόντα όταν και τέλειωσα το λύκειο. Από μικρή μου άρεσε να κάθομαι και ν’ ακούω τα προβλήματα των άλλων, οπόταν νόμιζα ότι αυτό μου ταίριαζε. Στην Αθήνα ανακάλυψα ότι μου ταίριαζε περισσότερο να δουλεύω σε καφετέριες, αρχικά σερβιτόρα και μετά με τράβηξε η μυρωδιά και η γεύση του καφέ. Έτσι παράλληλα με τις σπουδές μου δούλευα ως Baristas και προσπαθούσα να μάθω τα πάντα για τον καφέ. Δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν παρακολουθούσα τις παρουσιάσεις των μαθημάτων στο πανεπιστήμιο γιατί είχα να πάω σε σεμινάρια με θέμα τον καφέ. Πιο πολύ με ενδιέφεραν οι ποικιλίες του καφέ και τα χαρμάνια παρά ο Φρόυντ!

Επέστρεψα πίσω με το πτυχίο στον κλάδο της Κοινωνικής Ψυχολογίας. Εκείνη την εποχή ήταν πολύ εύκολο αν είχες “μπάρμπα στην Κορώνη” να βρεις εύκολα δουλειά και ο πατέρας μου, που ήταν κομματικό στέλεχος, μου την είχε έτοιμη, καθώς μόλις είχαν προκηρυχθεί οι πρώτες θέσεις ψυχολόγου στο σωφρονιστικό ίδρυμα και η μια θέση ήταν κρατημένη για μένα. Όταν απουσίαζα για σπουδές είχε γίνει ένα άγριο φονικό με θύματα δυο νεαρούς στρατιώτες και θύτη έναν εικοσάχρονο. Είχαν τσακωθεί για τα μάτια μιας νεαρής μέσα σε δισκοθήκη, τους πέταξαν έξω οι “φουσκωτοί” και ενώ τα πνεύματα φάνηκε ότι ηρέμησαν, ο θύτης πήγε στο αυτοκίνητο του πήρε ένα μαχαίρι, τους κυνήγησε και τους σκότωσε.

Ο “Λεπίδας”, όπως τον φώναζαν (γιατί κρατούσε αυτό το κοφτερό μαχαίρι που ήταν σαν λεπίδα), καταδικάστηκε σε δια βίου φυλάκιση και όταν δούλεψα στις φυλακές ήταν από τους πρώτους μου πελάτες. Ο Μάριος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, έδειχνε μετανιωμένος και πρόθυμος να γίνει όσο το δυνατόν πιο συνεργάσιμος για να μπορέσει, με βάση τους τότε ισχύοντες κανόνες, μετά από καμιά τριανταριά χρόνια να αιτηθεί από μια ειδική επιτροπή αποφυλάκιση και να έχει μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Μόλις τον είδα μου θύμισε τον πατέρα μου σε μια φωτογραφία που είχε η μάνα μου στο σαλόνι. Γαλαζοπράσινα μάτια σαν το νερό κάτω από τους βράχους της θάλασσας, ψηλός, γεροδεμένος. Τον ερωτεύτηκα! Δεν ξέρω τι αισθήματα του προκαλούσα ή αν ήθελε μόνο να “πηδήξει”. Οι σαρανταπεντάλεπτες συνεντεύξεις μας (με τον συνοδό δεσμοφύλακα να στέκεται φρουρός έξω από το γραφείο) κατέληξαν να είναι ερωτικού περιεχομένου. Ενώ περίμενα να με κατακλύσει ο φόβος από την αρχή, δεν τον ένιωσα παρά μόνο όταν άρχισα να συνειδητοποιώ τις επιπτώσεις από τη διαρροή ενός τέτοιου μυστικού. Έδωσα παραίτηση παρά της αντιρρήσεις του πατέρα μου και έφυγα για την Αθήνα όπου είχα ανοιχτή πρόσκληση από έναν πρώην γκόμενο και συμφοιτητή που δοκίμαζε την επιχειρηματικότητα του ανοίγοντας μια καφετέρια. Baristas… η δουλειά που συνδύαζε τις δυο όψεις της ζωής μου: και να κάνω τη ψυχολόγο στους πελάτες και να ασχολούμαι με τον καφέ.

Ένα μήνα αργότερα ήρθε η μεγάλη ανατροπή· ήμουν έγκυος στο παιδί του “Λεπίδα”! Με στήριξε πολύ ο φίλος μου στην Ελλάδα, αλλά δεν δέχτηκα να του φορτώσω το παιδί, που αποφάσισα τελικά να το κρατήσω. Παρά τις αρχικές δυσκολίες πέρασα καλά και δεν έχω κανένα παράπονο, μεγάλωσα ένα παιδί που για την κοινωνία ήταν “αγνώστου πατρός”. Αγάπησα και αγαπήθηκα από άντρες μακριά από τη ρουτίνα και τα κατεστημένα της κοινωνίας. Στο παιδί μου δεν έλειψε τίποτα. Η εντύπωση που είχε για τον βιολογικό του πατέρα ήταν ότι με άφησε έγκυο χωρίς να το γνωρίζει μετά από ένα πάρτυ που είχαμε μεθύσει και πέθανε πριν γεννήσω σε δυστύχημα με τη μοτοσυκλέτα.

Πριν μερικά χρόνια, όταν χτύπησε η οικονομική κρίση την Ελλάδα και το παιδί θα ολοκλήρωνε το σχολείο, επιστρέψαμε στην Κύπρο για να έχει μια καλύτερη προοπτική. Οι γονείς μου έχει χρόνια που με αποδέχτηκαν και έχουμε αρμονική σχέση. Το παιδί ερχόταν συχνά για διακοπές κοντά τους οπόταν είχαμε μια καλή βάση για να συνεχίσουμε. Ο παππούς του έκανε δώρο τα έξοδα σπουδών και έτσι τελείωσε Διοίκηση Επιχειρήσεων. Δεν ξέρω πως κατάφεραν και συνωμότησαν παππούς και εγγονός και δεν κατάλαβα τίποτα, αλλά έγινα έξαλλη όταν μου ανακοίνωσαν ότι πέρασε τις εξετάσεις και προσλήφθηκε ως δεσμοφύλακας στις φυλακές. “Είναι παλιοδουλειά. Σπούδασες διοίκηση επιχειρήσεων για να προσέχεις φυλακισμένους; Μπορεί να μπλέξεις. Είναι δουλειά με βάρδιες και δεν θα έχεις ένα Σαββατοκύριακο να ξεκουραστείς…”. Τίποτα… μου έμειναν μόνο τα νεύρα και οι φωνές. Ο γιος μου είναι δεσμοφύλακας εδώ και δυο μήνες. Τις προάλλες, τον άκουσα να μιλά στο τηλέφωνο μ’ ένα συνάδελφό του για τον “Λεπίδα”· κάτι έλεγαν, γελούσαν και τον κορόιδευαν…

Η Μαργαρίτα απ’ το απέναντι βιβλίο

καθωσπρεπισμόςΤην Μαργαρίτα την γνωρίζετε; Όχι βέβαια. Άλλωστε από πού να την γνωρίζετε αφού δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Η Μαργαρίτα είναι η ηρωίδα ενός υπό εκκόλαψη μυθιστορήματος που κινείται παράλληλα με τη δική μου τη ζωή και η γνωριμία μου μαζί της με έχει αναστατώσει. Μια νεαρή όμορφη γυναίκα που εύκολα μπορεί να κάνει κάθε άντρα να την ερωτευτεί. Μια βαθιά πληγωμένη γυναίκα από έναν άντρα· τόσο βαθιά πληγωμένη που νομίζει πως ο πόνος της απαλύνεται μόνο με εκδίκηση προς το αντρικό φύλο. Μια γυναίκα που δεν αντέχει την αγκαλιά, το χάδι, το φιλί στο στόμα. Δεν κάνει έρωτα, σε κερδίζει, κάνει σεξ και σε πετά στον κάλαθο τον αχρήστων. «Οι άντρες είναι αναλώσιμα μιας χρήσης» λέει. Αν το θύμα είναι και παντρεμένο τότε η εκδίκηση της γίνεται ακόμα πιο απολαυστική αφού φροντίζει να τον «καρφώσει» στη γυναίκα του.

Μια γυναίκα δήμιος που με κάνει να αναρωτιέμαι: Να ερωτεύεσαι τον δήμιό σου είναι σωστό; Σωστό ή λάθος θα γίνει, γιατί σε αυτή τη ζωή έτσι επιτάσσει το τελετουργικό. Εσύ προχώρα προς τον δήμιό σου με ψηλά το κεφάλι, μύρισε το λουλούδι που κρατάς και πρόσφερέ του το. Σκύψε να τον βοηθήσεις να περάσει τη θηλιά από το λαιμό σου και κλείσε τα μάτια. Όλα έγιναν σωστά, όλα πήγαν καλά…

Την φοβάμαι αλλά μου αρέσει! Θέλω να φτιάξω έναν ηρώα με μοναδικό στόχο να την προσεγγίσει και να με βοηθήσει στο να αποδομήσω τον κακό εαυτό της και να κρατήσω μόνο τα καλά της στοιχεία. Μου κλείνει πονηρά το μάτι μέσα από τις λέξεις σαν την διαβάζω, της χαμογελώ και της το ανταποδίδω σαν άλλο ένα υποψήφιο θύμα της. Θέλω εγώ, ο συγγραφέας, να γίνω ένα με τον αφηγητή και τον ηρωά μου και να ορμήσω μέσα στις λέξεις, να την πάρω μια τρυφερή αγκαλιά, να της χαϊδέψω τα μαλλιά και το πρόσωπο, να της πω να σταματήσει να ξοδεύετε.

Ήταν άνοιξη… Η Μαργαρίτα είχε στο βάζω μαργαρίτες, έκοψε μια και άρχισε να τη μαδά μπροστά μου. Τα πέταλα έκλαιγαν καθώς ξεκολλούσαν και έπεφταν στο έδαφος. Η Μαργαρίτα συνέχισε ανέκφραστη να μαδά τη μαργαρίτα μέχρι το τελευταίο πέταλο και τότε μου χαμογέλασε πονηρά. Πέρασε τη θηλιά στο λαιμό μου, με φίλησε στο μάγουλο και με έσπρωξε στο ικρίωμα.

K.Π

« Older entries

Αρέσει σε %d bloggers: