Έννα φύω α, έννα φύω

Απογευματάκι,  λίγο πριν τη δύση του ηλίου, ημέρα Παρασκευή.
Το διαμέρισμα του Νίκου σε ύψωμα, στον δεύτερο όροφο μικρής πολυκατοικίας, και το μπαλκόνι του προσανατολισμένο να βλέπει νοτιοδυτικά.
Το μπαλκόνι έχει καθαρό οπτικό πεδίο σε ένα από τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα της πρωτεύουσας και αυτό το εκμεταλλευόταν δεόντως ο σπιτονοικοκύρης και οι εκάστοτε καλεσμένοι του.
Μια ποικιλία από κρύους μεζέδες και δυο ουζάκια ετοιμάστηκαν στα γρήγορα από τον Νίκο  όσο περίμενε τον καλό του φίλο για να τα πούνε λίγο.

Ήρθε ο φίλος και βγήκαν αμέσως στο μπαλκόνι.
Δεν πρόλαβαν να καθίσουν καλά-καλά και η κα Μάρω, η ευτραφής κυρία του επάνω ορόφου βγήκε και τίναξε μια φλοκάτη χωρίς να κοιτάξει κάτω.

«Ε, κα Μαρω» θα μας λερώσεις το φαγητό»,  της φώναξε ο Νίκος.
«Καθαρή είναι, κ. Νίκο μου, έκανα χούβερ το πρωί, τα νύχια μου έκοψα τώρα και τινάζω το χαλί».
«Τα νύχια, κα Μάρω, και μου λες ότι είναι καθαρά»
«Τι υπονοείς, κ Νίκο, ότι δεν είμαι εγώ καθαρή;»  είπε η κα Μάρω και αφού δεν πήρε απάντηση μπήκε στο σπίτι της.
Οι δυο φίλοι ξεκίνησαν να πιούνε το ουζάκι τους χωρίς το μεζέ.
Στο απέναντι άδειο οικόπεδο πάρκαρε ένα μακρύ μαύρο ταξί , ο ηλικιωμένος οδηγός που κατέβηκε με  δυσκολία κουβαλούσε το σώμα του. «Ο σύζυγος της κας Μάρως», είπε ο Νίκος.
Από τον πάνω όροφο ακουγόταν η τηλεόραση, σε λίγο ο ήχος μπερδεύτηκε με ομιλίες και μουσική,
«Η κα Μάρω τηλεόραση και ο σύζυγος ραδιόφωνο;» ρώτησε ο φίλος του Νίκου.
«Όχι, και οι δυο τηλεόραση, έχουν στο σαλόνι δυο, απέναντι από τον καναπέ, κάθονται δίπλα – δίπλα και βλέπουν ταυτόχρονα ο κάθε ένας τα έργα του».

«Χαμήλωσε την τηλεόρασή σου», ακούστηκε να λέει η κα Μάρω.
«Έννα φύω α, έννα φύω» ακουγόταν κάθε λίγο ο σύζυγος.
«Έννα φύω α, έννα φύω» και ξαφνικά να σταματά  ο ήχος από τη μια τηλεόραση και μπαμ!
Η τηλεόραση χίλια δυο κομμάτια χάμω στο απέναντι άδειο οικόπεδο δίπλα στο παρκαρισμένο ταξί.
Τίποτε άλλο δεν ακούστηκε εκείνο το απόγευμα.
Η φράση «Έννα φύω α, έννα φύω» ξανακούστηκε μέρες μετά όταν πήραν ξανά δεύτερη τηλεόραση.
Δεν έφυγε όμως, τουλάχιστο όχι με αυτό το τρόπο.
Ένα πρωί νωρίς κατά τις πέντε, ξύπνησε η κα Μάρω από ένα θόρυβο σαν ροχαλητό.
Σκούντηξε το σύζυγο της  αλλά δεν σταμάτησε. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα, έφτιαξε καφέ, άναψε την τηλεόραση της, μετά πάλι  σηκώθηκε, σκούπισε και σφουγγάρισε την κουζίνα και ξανά στην τηλεόραση μέχρι λίγο πριν το μεσημέρι που θυμήθηκε το «έννα φύω α, έννα φύω» και πήγε στο υπνοδωμάτιο για να βρει το σύζυγό της νεκρό.

K.Π (27/6/2020)

Σσσσ

Σσσσ

Tη σιωπή θέλω να εκφράζει
το τελευταίο ποίημά μου
νάναι μια σιωπή βαθιά
τόσο βαθιά
που να ακούς το βουητό της
τίποτα
δεν κατάφερε να αλλάξει η ποίηση μου
τίποτα έκτος
του να με κρατήσει όρθιο
εμπρός τις ριπές του πολυβόλου
μιας ζωής
μιας ζωής που πυροβολεί τους ζωντανούς
Tη σιωπή θέλω να εκφράζει
το τελευταίο ποίημά μου
ως απόηχο της συνειδητοποίησης μα
και της άρνησης να πεθάνω μαλάκας

 

Κώστας Πατίνιος

Απαγωγή

Ξεκίνησε να γραφει και χαθηκε
Μονοπατια δυσβατα
μαγευτικα
αληθινα
Η ελευθερια περναει απο τις συμπληγάδες λεξεις
την ωρα που γραφεται ενα ποιημα
Οχι ακουραστα
Το ποιημα ζητα λύτρα
Αν η ψυχη σου εχει λεξεις να του δωσει
θα σε ελευθερωσει
Μα ειναι απο αυτες τις σχεσεις που θυμα και θυτης
προλαβαινουν να αναπτυξουν μια ιδιαίτερη σχεση
που κανεις δεν χορταίνει
Ουτε ο ποιητης ουτε το ποιημα
Ο ποιητης παντα θα επιστρεφει
Το ποιημα παντα θα απαιτεί λύτρα.
Ο αναγνώστης θα αμφιταλαντεύεται .

Κ.Π (24/5/20)

Μνήμη

Αθόρυβα σου μιλώ απόψε
με τη σκέψη καρφωμένη σε σένα
και έχει ένα αίσθημα χαράς η σκέψη μου
τόση χαρά που δεν ξέρω πως βρέθηκε εδώ
δεν σου μιλώ, δεν θέλω να χαλάσω το σκηνικό
Ποτέ δεν πίστεψα σε θεούς και θαύματα
πίστεψα με παθός στην αγάπη
και στους αληθινούς ανθρώπους
και η αγάπη κάνει θαύματα
πλάθει μικρούς θεούς
μην με πεις αιρετικό
πες με πιστό ενός άλλου θεού
πες με τρελό
πες με ερωτευμένο
το ίδιο κάνει
αθόρυβα μπες στο χορό του έρωτα
πέρασαν χρόνια και ακόμα με πιάνει ταχυπαλμία
κάθε φορά που είσαι στην αγκαλιά μου
Αύριο θα βγω έξω να σου μαζέψω αγριολούλουδα
θα σου γράψω μερικούς στίχους
θα μαγειρέψω
θα βάλω κρασί να πιούμε
θα ρθεις ε
μου το υπόσχεσαι ;

K.Π

Βραδινή βόλτα

Ενώ τακτοποιώ παλαιές έντυπες σκέψεις

η υγρή μουσούδα του σκύλου,  μου σπρώχνει το πόδι

Ξέχασα τη βραδινή βόλτα

Ξημερώνει σε τέσσερις ώρες

Ο σκύλος ξέρει τι κάνει

εγώ πάλι όχι

βόλτα με το σκύλο και τις σκέψεις

φυσαει  αέρας δυνατός και αρπάζει τις σκέψεις

Ο σκύλος ξέρει καλά  τι κάνει

κάθε βράδυ σταματά στα ίδια σημεία

τα μαρκάρει  με το κάτουρό του

Ο σκύλος ξέρει καλά  τι κάνει

εγώ πάλι όχι

Ο αέρας ανακάτεψε την αλφαβήτα και οι λέξεις μου χαμογελούν

ακούω  παιδικά  χαμογέλα και βλέπω  λέξεις να παίζουν κρυφτο και κυνηγητό

ο σκύλος σταματά και κατουρά πάντα στο κάγκελο του γείτονα που δεν χωνεύει του σκύλους

Ενας  λεξ-αετός πετάει στον ουρανό και τον κρατάει από το σχοινί ένα αγόρι

ο σκύλος με οδήγα στο σπίτι

γέμισε ο ουρανός πολύχρωμα γράμματα

οι σκέψεις πρέπει να βγαίνουν βόλτα στον αέρα

 

Κ.Π (25/4/20 01:45)

Μέρες κορονοϊόυ (ακόμα μπορώ να σκεφτομαι 00:20)

Άνοιξα τον υπολογιστή, σηκώθηκα, έκανα ένα καφέ και κάθισα ξανά.
Έχω σπίτι με αυλή, έχω σκύλο, είμαι από τους τυχερούς που πηγαίνω δουλεία ( μάλιστα η μετάβαση γίνετε με τα πόδια, τρέχοντας ) έχω και ένα sms διαθέσιμο, τη άλλο να θέλω από τη ζωή αυτή την εποχή. Είμαι από τους ποιο πλούσιους ανθρώπους με όλα όσα έχω υπό της συνθήκες που ζούμε.

Πιστεύω ότι έχω ακόμα κάτι, πιστεύω ότι μπορώ να σκεφτομαι ορθολογιστικά χωρίς φανατισμό ,με γνώμονα την αγάπη και την συνείδηση μου. Μπορεί και να κάνω λάθος αλλά μέχρι να διαπιστώσω έτσι θα ενεργώ (και είμαι ανοικτός σε αυτή την ερεύνα)

Ο καινούργιος τρόπος ζωής που μας επέβαλε η πανδημία του Covid 19 μας φέρνει αντιμέτωπους όσο ποτέ άλλοτε με τους ίδιους τους εαυτούς μας , με τους δαίμονες μας . Μας φέρνει αντιμέτωπους με την κοινωνία που κτίσαμε τόσα χρόνια. Τετραμελείς, πενταμελείς η ακόμη και εξαμελής οικογένειες  μέσα σε 60-70 τετραγωνικά.
Τα καφενεία όλα κλειστά, τα γραφεία στοιχημάτων επίσης , οι χώροι εκτόνωσης των μαζών όλοι  κλιστεί, το ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο κατρακυλά και οι μόνη παρηγοριά του κοσμάκη το στοίχημα, η πρόβλεψη που ανακοινώνετε ζωντανά κάθε μέρα η ώρα έξι το απόγευμα από την επιστημονική ομάδα του υπουργείου υγείας για τα νέα κρούσματα κορονοϊόυ στην Κύπρο και στον κόσμο.  Όσοι πρόβλεψαν σωστά κερδίζουν μια βαθιά ανάσα ικανοποίησης και ένα ραντεβού με τον τζόγο όταν ανοίξουν τα γραφεία στοιχημάτων.

Μου στέλνει ένας φίλος ανώνυμο  δημοσίευμα σε μέσο κοινωνικής  δικτυώσεις.
Ίσως λέει να  είναι το τελευταίο Πάσχα που κάνoυμε ως ελεύθεροι άνθρωποι, σε λίγους μήνες θα γίνεται υποχρεωτικός σε όλους ο εμβολιασμός για το   Covid 19  και διάμεσου  του εμβολίου θα μας περάσουν στον οργανισμό μας μικροτσίπ υγρής μορφής και με αυτό θα ελέγχουν τη σκέψεις ακόμη και της αναμνήσεις και θα μας δίνουν εντολές. Στόχος της νέας τάξης πραγμάτων να καταστρέψει  το  έξτρα γονίδιο του ΕΛΛΗΝΑ!!! ΟΧ έχει έξτρα γονίδιο ο έλληνας και αυτό είναι που καθορίζει την ελληνικότητα του;
Αχ και πουσε να προλάμβαναν να έρχονταν οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας 5G στην Κύπρο να δούμε τη θα ακούγαμε. Τη; ήρθαν και εγκαταστάθηκαν κρυφά ; όχι κάλε μου άνθρωπε, δεν ηρθαν και δεν θα έρθουν σίγουρα στους επόμενους μήνες αφού τεχνολογικά είμαστε πίσω κατά ένα με δυο χρονιά.

Με κούρασαν οι συνομωσίολογιες και οι θεωρίες πέμπτης γενιάς (5G)ε γύρισεν ο νους μου αξινοστραφα  εκαμεν πισηνη τζιαι πηεν τζιαι ηβρεν τον Παύλο Λιασίδης  (1901-1985)
θυμήθηκα το ποίημα του οι αστροναύτες όχι γιατι έχει κάποια σχέση με τα οσα συμβαίνουν σήμερα αλλά γιατί αν ζούσε θα με ενδιαφερε να άκουα την άποψη του  αφού όπως έλεγε σε ένα δίστιχο του

«Έχω κορμίν πολλά παλιόν, μα νουν του νέου κόσμου,
στες τρεις σιηλιάες τζι αν πλαστείς, είσαι σανότζιαιρός μου!»

Και το ποίημα

ΟΙ ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΕΣ

Οι Αστροναύτες πκιον τους λας έν’ το συνάφερμαν!
Εγίνην μες στην σκέψην τους λιμάνιν.
Τζαι τούτον έν’ μοναδικόν μπροστά στα μέλλοντα.
Πολλά σπουδαίον πράμαν σας εφάνην;
Έντζε ’ν’ ανάγκη να βουννούσιν πάνω πύραυλον
ώς έξι μήνες για να φτάσει πά’ στον Άρην.
Εννά ’ρτει ώρα που ο νους έννα πετάσσεται
γοιον την στραπήν να φέρνει το χαπάριν.
Ήντα χαπάρκα να τσαττίσει να βρουν πλάσματα
τσει πάνω πόννα φκουν, πον πεθανίσκουν,
τσ’ έρτουν στην γην το μυστικόν τους τζαι μπουκκώσουν μας,
τσ’ αθάνατοι πιον μάθουν και μεινίσκουν!…
Ίλλε προπάντων κάτι γέροι ογδοντάρηες,
που σπάσασιν τα γρόνια τα νευρά τους,
να παχουλλέψουν… να στηθούν σαν τα προπάλλουκα…
έννα ’ν’ διπλή παρά τους παίθκιους η χαρά τους…
– Ούφφου… να μεν άκουα τούτες τες πελλάρες σου,
γιατί έννα ξεράσω, ρε Γιακείμη…
– Να μεν είσ’ έτσι άπιστος Θωμάς, θκειε Κούσουλε!
τζι ούλα μπορεί να τά ’βρ’ η επιστήμη.
Πε μου! Σαράντα γρόνους πριν αν σου λαλούσασιν
πως εννά φκουν πά’ στο φεγγάριν
ή πως έν’ γη τέλεια ξερή, καθόλου επίστευκες;
Τωρά αν πάσιν τζι εύρουν πλάσματα εις τον Άρην,
τζαι φέρουν δείγμαν εις την γην τζαι πά’ τζαι δούμεν τους;
– Πάλ’ εν πιστεύκω. – Έσεις δίτζιον!… Ήρτες πρώμα!…
τότες ν’ αλλάξουμεν κουβένταν θκειε, παραίτα με…
Αρτξέψαν σύρμαν οι κουέλλες, οξά… ’κόμα!…

Καλην ανάσταση στα μυαλά μας

 

Γενέθλια (μέρες κορονοϊού)

#30days polas
Τέσσερα μηδενικά στη γραμμή
ο χρόνος σταματά ίσα για να στοιχηθούν
ο χορός ξεκινά
περιστρεφόμενοι δερβίσηδες
δευτερόλεπτα
λεπτά
ημέρα
η γενέθλιος ημέρα!
Τι ειρωνεία να έχεις γενέθλια
τέτοια μέρα.
Σε ποιο νεφέλωμα κρύφτηκαν
τα χρόνια και τα ανασκάβω
με την πένα μου;
Άχρηστα όλα τα ποιήματά μου
μπροστά στο γυμνό κορμί σου
όσων χρονών και να γίνεται
όσο μακριά και να είναι
ακούω που φωνάζει
σκίσ’ τα κι έλα να με πάρεις αγκαλιά!

Κ.Π

[Πόλα Χατζήπαπα, «Connection 2020» (Μεικτή τεχνική)]

Το εικαστικό ειναι της Πόλα Χατζήπαπας  και το σκεπτικο της στη δημιουργία μιας σειράς απο πίνακες που δημιουργεί αυτή τη περίοδο
» Έτσι και μπήκαμε καλά στην καραντίνα, ξεκίνησα να κάνω ένα εργάκι την μέρα, με μόνο περιορισμό το μέγεθος (είναι όλα σε κανβά μέγεθος περίπου 25χ30εκ)΄Κάτι σαν ημερολόγιο, κάτι σαν εξερεύνηση χωρίς όμως πολλές σκέψεις ή συγκεκριμένη ιδέα… Σκοπός να πάει για 30 μέρες. Τα ποστάρω κάθε μέρα στο Ινσταγραμ με το #30days

Καραντίνας το ανάγνωσμα

Την Κασσάνδρα τη γνωρίζετε; Όταν κάνω την περιγραφή είμαι σίγουρος θα την αναγνωρίσετε αν ζείτε στο προάστιο όπου ζει και κινείται. Αν πάλι όχι, αξίζει να σας τη γνωρίσω.
Το χρώμα του δέρματός της θυμίζει γυναίκα από την Ινδία, το ίδιο και το ντύσιμό της.  Στις εξόδους της φορούσε ένα παραδοσιακό σαρί, πότε σε κόκκινη απόχρωση, πότε σε γαλάζια ή κίτρινη. Το βαθύ μαύρο σαν κάρβουνο χρώμα των μακριών μαλλιών της έκανε το κραγιόν στα χείλια της να φαίνεται ό,τι πιο έντονο κόκκινο υπάρχει.
Καβαλά στο ποδήλατό της μια τέτοια φυσιογνωμία δεν περνά με τίποτα απαρατήρητη.
Τις μέρες της καραντίνας, λόγω κορονοϊού, χάθηκε από προσώπου γης. Ούτε για ψώνια πρώτης ανάγκης δεν έβγαινε· έμενε μόνη άλλωστε, και λιτή καθώς ήταν άντεξε έγκλειστη αρκετές μέρες μέχρι να εξαντλήσει τα αποθέματα που είχε στο σπίτι.

Οι μέρες περνούσαν και η καραντίνα δεν άρθηκε. Τις ατέλειωτες μέρες του εγκλεισμού τις αξιοποίησε διαβάζοντας. Τη μέρα που αποφάσισε την έξοδο, κατά το μεσημέρι, σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του καταστήματος βιολογικών προϊόντων.
«Να παραγγείλω μερικά πράγματα και να περάσω να τα πάρω;»

«Μπορούμε να σ’τα φέρουμε εμείς, ξεκινήσαμε υπηρεσία κατ’ οίκον παραδόσεων, χωρίς έξτρα χρέωση».

«Όχι, όχι», είπε σχεδόν ενοχλημένη. «Θα περάσω εγώ να τα πάρω με το ποδήλατο, μόνο που δεν θέλω να έχει κανένα άλλο στο μαγαζί την ώρα που θα περάσω, ή αν έχει να μου τα αφήσετε έξω από το μαγαζί στο καρότσι και θα σας πετάξω τα χρήματα μέσα σε ένα χάρτινο σακουλάκι».

Παρήγγειλε φρούτα με την παράκληση να αποστειρωθούν  πριν τις τα τοποθετήσει η υπάλληλος  στη χαρτοσακούλα. Παρήγγειλε βρόμη, τζινζερόσκονη, σκόρδο, δυο κιλά αλεύρι Ζέας, λιναρόσπορο, σπιρουλίνα σε σκόνη και ένα σωρό αλλά προϊόντα που, εκτός από της καθημερινές ανάγκες για σίτηση, θα την εξυπηρετούσαν να φτιάξει ένα δυνατό αντιικο σκεύασμα που, αν δεν σκότωνε τον κορονοϊό, σίγουρα θα δυνάμωνε το ανοσοποιητικό της και δε θα κολλούσε με τίποτα αν ερχόταν σε επαφή με κάποιο φορέα του ιού.

Η παραγγελία ήταν έτοιμη. Η υπάλληλος έβγαλε έξω το καροτσάκι για να τα αφήσει στο προκαθορισμένο σημείο. Η Κασσάνδρα (αφού έστειλε το απαραίτητο sms ) ήταν ήδη καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω και περίμενε με το ποδήλατό της. Η υπάλληλος της γνέφει να έρθει να τα πάρει, αλλά  η Κασσάνδρα δεν το κουνάει ρούπι. Απορημένη η υπάλληλος στέκει και την κοιτάζει, ενώ ακούει φωνές μέσα από το μαγαζί· ήταν η ταμίας που μιλούσε με την Κασσάνδρα στο τηλέφωνο.

Η ταμίας αφήνει τη τηλεφωνική συσκευή και βγαίνει και αυτή έξω για να παρακαλέσει τη συνάδελφο της:

«Έλα μέσα και η Κασσάνδρα ήταν στο τηλέφωνο, δεν ξεκινάει όσο σε βλέπει εδώ έξω, άσε τα πράγματα και έλα μέσα».

Μόλις το πεδίο καθάρισε, πέρασε δυο φορές η Κασσάνδρα, μια προς τα πάνω για να ρίξει το αντίτιμο για τα ψώνια μέσα στο μαγαζί, με τρόπο μάλιστα που παραλίγο να κτυπήσει την υπάλληλο στο κεφάλι, και τη δεύτερη φορά για να σταματήσει και σε κλάσματα δευτερολέπτων, να πάρει τις δυο σακούλες και να εξαφανιστεί με γρήγορες ορθοπεταλιές.

Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ αφού το φιλοθεάμων κοινό δίψα για τσόντα η αίμα.
Η ιστορία μας δεν  ικανοποίει το φιλοθεάμων κοινό  και δεν χειροκρότει τον λογοτέχνη.

Η ιστορία αγαπητέ μου αναγνώστη μπορεί να είναι και προφητική για το αίμα που έρχεται να μας πνίξει αν δεν κάτσουμε εσσο μας.

Μένουμε σπίτι  ασφαλής χωρίς υστερίες και συνομωσολογιες.

Δυο (ερωτικά) ποιήματα

Στις μέρες του υποχρεωτικού εγκλεισμού λόγο κορονοϊού η αίσθηση του χρόνου αλλάζει
Ξαφνικά έχουμε χρόνο, οι ώρες κυλούν  ποιο αργά δίνοντας μας τη δυνατότητα να σκεφτούμε, να αναθεωρήσουμε, να επανατοποθετηθούμε να ανακαλύψουμε και να ανακαλυφθούμε.
Η σωματική άσκηση (το τρέξιμο για έμενα) έστω και με αυτές τις συνθήκες είναι πιο αναγκαία από ποτέ.
Διαβάζουμε και κάνα λογοτεχνικό  για να αποδράσουμε σε άλλους κόσμους.
Τέλος ανακαλύπτουμε και ποιήματα, δυο ερωτικά ποιήματα.
Το πρώτο απαγγέλλει ο ποιητής Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου  με τίτλο «το ποίημα του τρελού»
Το δεύτερο έχει  τίτλο «Προσευχή Αγάπης»

 

Προσευχή αγάπης

Δεν σου μιλάω, σ’ αγαπάω
δεν σε κοιτάζω, σ’ αγαπάω
δεν σε χαϊδεύω, σ’ αγαπάω
δεν σου κάνω έρωτα
προσευχή αγάπης σού ψέλνω
και σου φυτεύω βαθιά στον κόλπο
σπόρο αμάραντο ευωδιαστών λουλουδιών
να ‘χεις να μυρίζεις αγάπη
να ‘χεις να μοιράζεις ζωή
Δεν σου μιλάω…
Άκου τώρα το ποίημα που έγραψα μόνο για σένα

 

Κώστας  Πατίνιος

 

Τσικνοπέμπτη στο γήπεδο

Η προετοιμασία για τον αγώνα στόχο προϋποθέτει προσήλωση, υπομονή και επιμονή.
Μα για μια δρομέα υπεραποστάσεων που είναι συνηθισμένη να τρέχει σε βουνά σε μονοπάτια, σε πάρκα και δρόμους, το να «υποχρεώνεται» έστω μια-δυο φορές την εβδομάδα να τρέχει στο γήπεδο σε κυκλική μονότονη διαδρομή είναι, όπως και να το κάνουμε, καταπιεστικό, αλλά και τόσο αναγκαίο, γιατί το τρέξιμο στο γρασίδι χαλαρώνει και ξεκουράζει τα πόδια.
Vegan runner αυτή, θεωρία και φιλοσοφία που αγγίζει τα όρια της ιεροτελεστίας η  καθημερινότητά της γύρω από το τρέξιμο και τη διατροφή της.
Το πρωί έκανε γιόγκα για δρομείς, επαγγελματικές συναντήσεις  τις επόμενες ώρες.
Γεύμα και ξεκούραση, νωρίς το απόγευμα στο γήπεδο, συνάντηση με το έτερο δρομικό ήμισυ.

Κρεατοφάς αυτός, τα χόρτα μόνο στα χωράφια τα βλέπει όταν πηγαίνει κυνήγι. Στο πιάτο του ούτε να τα δει δεν θέλει. Αν δεν έχει κρέας στο πιάτο, δεν χορταίνει· όχι τίποτα σπουδαίο… τουλάχιστον ένα τέταρτο νεκρού ζώου στο πιάτο του!
Κάποτε, μόλις πρωτογνωρίστηκαν κόντεψαν να παρεξηγηθούν όταν της έστειλε (για να τη πειράξει) φωτογραφίες από τα κυνηγητικά κατορθώματα του. Οι φωτογραφίες  εικόνιζαν πέρδικες μπεκάτσες και λαγούς που ξεπερνούσαν το «κότα» στην πρώτη κυνηγετική εξόρμηση του λαγού.

Τσικνοπέμπτη στο γήπεδο και από τις πρώτες στροφές αναπόφευκτα η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από το έθιμο της ημέρας.

  • Τι έφαγες σήμερα κοπελλάτσα μου;
  • Αναποφλοίωτο ρύζι με ντομαντίνια, κρεμμυδάκια και «kale”.
  • Τι εν τούτο;
  • Eίδος λαχανίδας! Και από πάνω nutritional yeast που είναι μια διατροφική μαγιά,
    διευκρινίζω για να μη με ρωτήσεις
  • Μα είσαι πελλή Ρα .Ξέρεις ήντα μέρα ένει;
  • Πέμπτη;
  • ΟΧΙ… σήμερα δεν είναι Πέμπτη. Είναι Τσικνοπέμπτη! Εν είδες τους καπνούς από τες φουκουδες;
  • Α οκ, δεν πήρα είδηση. Να μην τολμήσω να ρωτήσω τι έφαγες εσύ, γιατί δεν θα διαφέρει από τις υπόλοιπες μέρες.
  • Να ρωτήσεις. γιατί διαφέρει… έφαγα…
  • Δεν θέλω να ακούσω.
  • Θα ακούσεις. Δαμε έχουμε δημοκρατία. Έφαγα λουκάνικα και ζαλατίνα για πρόγευμα, λουκάνικα, παστουρμά, τζιζη-μιζη στα κάρβουνα για μεσημέρι, τζιαι πόψε θα ανάψουμε φουκού στον κουμπάρο, κοπιασε!

Του έριξε ένα βλέμμα και δεν είπε τίποτα. Ούτε αυτός άνοιξε το στόμα του ξανά για τις επόμενες πέντε στροφές του γηπέδου.
Την ησυχία άρχισε να διαταράσσει το μικρό τρακτέρ που πηγαινοερχόταν και κούρευε το  γρασίδι. Η μυρωδιά του φρεσκοκουρεμένου γρασιδιού άρχισε να γίνετε όλο και πιο έντονη, οπόταν ξαφνικά αυτός  σπάει ξανά τη σιωπή του:

  • Κοπελλατσα μου…
  • Τι είναι πάλι αγαπημένε μου;
  • Πε μου θέλεις να πεις τώρα που μυρίζει έτσι έντονα το γρασίδι νιώθεις όπως νιώθω εγώ άμα ραίσσω έξω που σουβλιτζητηκο ένεν!!!

Κ. Π

 

« Older entries

Αρέσει σε %d bloggers: