Χάθηκα

Nicosia Half Mar logoΧάθηκα …. Χάθηκα, βούτηξα βαθιά στην ιδέα για να οργανώσω ένα αγώνα δρόμου μισού μαραθωνίου και κυριολεκτικά χάθηκα. Πήρα καινούριους δρόμους με ανηφόρα που σε βγάζουν σε ωραία θέα.
Μια ιδέα που ξεκίνησε από πέρσι το Μάιο και σιγά σιγά υλοποιείτε

Ο Ημιμαραθώνιος Λευκωσίας διοργανώνεται για πρώτη φορά στις 19/1/2020  με στόχο να αναδεχθεί  ο Ημιμαραθώνιο, ως ένα ξεχωριστό αγώνισμα. Επιπλέον, με τον αγώνα των πέντε χιλιόμετρων δίνεται η ευκαιρία σε αρχάριους να ασχοληθούν με το τρέξιμο και να ανακαλύψουν τα οφέλη που αποκομίζει κανείς από αυτό.

Της πόλης τα βήματα

Κομματάκια από πάζλ μοιάζεις,
ή μου φαίνεται;
Τεμαχίσαμε την πόλη,
μα ευτυχώς όχι την ψυχή της,
ακόμα.
Τα βήματά της
σαν την πουρόπετρα
από τα ενετικά τείχη
στάζουν χώμα.
Αν αγαπάς την πόλη σου,
σύρε τα βήματά σου μέσα της,
πιο μέσα από τα τείχη.
Εκεί όπου κτύπα η καρδιά της,
εκεί όπου εισπνέεις μυρωδιές
ανατολής και δύσης και μεθάς,
αν ακόμα αντέχεις.
Εκεί της πόλης τα βήματα
γίνονται χαμόγελα παιδικά
και τα κομμάτια του παζλ
ένα ένα, μόνα τους, παίρνουν τη σωστή θέση.
Τρέξε να προφτάσεις…

Περισσότερες Πληροφορίες στο www.nicosiahalfmarathon.com.cy

Εγγραφές: https://getyourtickets.eu/event/nicosiahalfmarathon2020

 

Ιστορίες των χωραφιών (4η Το ραντάρ )

ρανταρ
Σκαλίζοντας τη μνήμη, βρίσκεις και ενώ νόμιζα ότι στέρεψαν η ιστορίες των χωραφιών…
θυμήθηκα άλλη μια με πρωταγωνιστή τον κ Γιωρκο.
Γυρίζουμε πίσω τουλάχιστο τριάντα πέντε χρόνια , ξημέρωνε η πρώτη μέρα του κυνηγίου και ο κ Γιωρκος ,φανατικός και πολύ κάλος κυνηγός λένε όσοι τον γνώρισαν στους καλούς καιρούς του – εγώ για να πω την αλήθεια μια φορά που τον άκουσα να παινεύετε μπροστά σε κόσμο ότι μαζί με τους δυο του γιους κτύπησαν δεκαπέντε περδίκια ρώτησα τον ένα του γιο και μου το επιβίβασε λέγοντας μου « ναι! δίκαιο έχει απλά παρέλειψε μια μικρή λεπτομέρεια, κτύπησα 11 εγώ 3 αδελφός μου και ένα ο Γιωρκος και οι τρις μαζί 15» – ξημέρωνε λοιπόν η πρώτη μέρα του κυνηγίου και ο κ Γιωρκος δεν κατάφερε να αλλάξει την βάρδια του στη δουλεία (νοσοκόμος στο ψυχιατρείο Αθαλασσας) του εκανε οστοσο το χατίρι ένας συνάδελφος του και ήρθε στη δουλεία μια ώρα νωρίτερα για να σχολάσει στις έξι το πρωί αντί στης επτά.
Όλα τα απαραίτητα πράγματα ήταν έτυμα στο αυτοκίνητο και λίγο πριν της έξι ξεκίνησε και τη μηχανή του αυτοκίνητου του μην χάσει δευτερόλεπτο.
Μόλις ήρθε ο συνάδελφος του μπέικε στο παλιό Peugeot 504 και ξεκίνησε με προορισμό τη περιοχή Κόρνου-Κοφίνου , βγηκε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού από τα κρεμαστά φώτα πάτησε το πετάλι τις βενζίνης και σύντομα ο μιλιοδεικτης (τότε ακόμη είχαμε το Αγγλικό σύστημα και μετρούσαμε με μίλια) ξεπέρασε κατά πολυ το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας που ήταν τα 60 μίλια (100 χιλιόμετρα ) ανά ώρα .
Το τιμόνι του Peugeot άρχισε να τρέμει καθώς ο δείκτης πλησίασε τα 80 μίλια αλλά ο κ Γιωρκος απτόητος μέχρι που λίγο μετά την Αλάμπρα πετάγετε μπροστά του και του κάνει νόημα να σταματήσει ένας αστυνομικός με το ραντάρ στο χερι .
Μετά της απαραίτητες διατυπώσεις (άδεια , ασφάλεια κλπ)..
– κ Γιωρκο θα καταγγελθείτε για υπερβολική ταχύτητα
– Γιε μου να χαρείς έχω πέντε κοπελουθκια μεν με καταγγείλεις, κοφκείς μου το φαει τον παιθκιων μου, εβιαζουμουν , εν θα το ξανακανω κλπ κλπ
Μάταια προσπαθούσε ο κ Γιωρκος να αποτρέψει τον αστυνομικό από το να τον καταγγείλει οπόταν αφού πλέων πείσθηκε ότι δεν γλιτώνει το λαπόρτο παίρνει μια βαθειά ανάσα και με αναστεναρηκη φωνή του λέει.
-Γράψε με αλλά λαλωσου το αν με χρειαστείς εσύ καμιάν φορά εν θα σε βοηθήσω
– Τζιαι ηντα δουλειά κάμνεις εσύ που θα σε χρειαστώ εγιω κ Γιωρκο
– Νοσοκόμος στο ψυχιατρείο, εγλεπε μεν ερτεις τζημεσα τζιαι ππέσεις στα σιερκα μου…
Σταματά το γράψιμο τότε ο αστυνομικός, του δίνει την άδεια του πίσω και του λέει
– Να πας στο καλό κ Γιωρκο τζιαι άλλη φορά μεν βουρας…

Ιστορίες των χωραφιών (Γ)

Ακόμη μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον κύριο Γιωρκο , αυτή τη φορά με συμπρωταγωνιστή τον γείτονα του τον  Τσιαουση ( παρωνύμιο λόγο του επαγγέλματος του που ήταν αστυνομικός) .
Πριν χρόνια κατακαλόκαιρα την «εποχή του τρυγονιού» οι δυο φίλοι και γείτονες ετοιμαστήκαν από το βραδύ για την πρώτη κυνηγητική εξόρμηση.
Προορισμός τα δυτικά παράλια της επαρχίας Λάρνακας κάπου ανάμεσα στο Κίτι και το Μαζωτο .
Έφτασαν πριν εξημέρωση, πάρκαραν το αυτοκίνητο και πριν ξεκινήσουν για να κατευθυνθούν πεζοί για το πόστο τους ανοίγοντας ο Τσιαούσης τη θήκη για να βγάλει το δόκανο του να το συναρμολόγηση διαπιστώνει πως ξέχασε να Βάλη στη θήκη της κάνες του όπλου του και πως μαζί του ειχε μόνο το πίσω μέρος του όπλου!!
«Εν πειράζει φίλε μου, θα μου κάμνεις τον βουρκατορα»  του λέει το κ Γιωρκος.
Το περιστατικό μαθεύτηκε και λεγόταν στη γειτονία (με διάθεση να πειράξουν τον Τσιαούση)  για πολύ καιρό η επαναλαμβανόμενη παράκληση του προς τον Κύριο Γιωρκο
«Ατε ρε Γιωρκο δος μου τον σιηπεττον να σύρω τζιαι γώ καμίαν χαρτουτζιαν»
Δεν ήταν όμως το μόνο περιστατικό της ημέρας…
Σε  ένα διάλειμμα από το κυνήγι, μπηκαν σε ένα περιβόλι, σκαρφάλωσαν στις συκιές και προγευμάτιζαν κρατώντας στο χέρι από μια φέτα ψωμί και χαλούμι.
Τους είδε ένας (προφανώς από την προφορά, έλληνας νησιώτης)
– Ρε σεις τη κάνετε κει πάνω, οι συκιές έχουν νοικοκυραίους
– Και εμείς νοικοκυραίοι είμαστε αδελφέ (του φώναξε ο κ Γιωρκος)*
προτρέποντας τον να κοιτά τη δουλειά του.
*Το απόγευμα τις ιδίας μέρας δέχτηκε τηλεφώνημα από τον αστυνομικό σταθμό της περιοχής του παρατηρώντας τον να μην μπει ξανά σε ξένα περιβόλια

Ιστορίες των χωραφιών (B) Αυθόρμητα και ανορθόγραφα

Ο κύριος Γιωρκος  αρέσκετε στο μάζεμα όλων όσων απλόχερα μας προσφέρει η φύση.
Είναι ο ίδιος ήρωας όπως και στην προηγούμενη ιστορία με τα Παπουτσοσυκα.

Το σπίτι του είναι μερικά χιλιόμετρα μακριά από το αεροδρόμιο Λευκωσίας το οποίο ως  γνωστόν είναι στην πράσινη γραμμή και το ελέγχουν τα ηνωμένα έθνη.

Πριν μερικά χρόνια φίλεψε με ένα υψηλόβαθμο τοπικό  στέλεχος των  ηνωμένων εθνών και αφού τον έμαθε να τρώει κάπαρη, κουτρουβη, αγρελια και αλλά καλούδια της φύσης εξασφάλισε και πάσο για  να μπαίνει ανενόχλητος και να μαζεύει του κόσμου τα καλά από το περιφραγμένο αεροδρόμιο. Ανάμεσα στις σχισμές που άφησε στον δίαυλο ο χρόνος πεταγόταν το ποιο ωραίο καππάρη , φρόντιζε μάλιστα να πηγαίνει να κλαδεύει της καππαρκες για να είναι το «πρώτο κόψιμο» χοντρό και τρυφερό. Το ίδιο περιποιόταν και της αγριελιές.

Έλα ώμος που οι καιροί αλλάζουν και ο νέος διοικητής   δεν του ανανέωσε το πάσο.
Ο κύριος Γιωρκος δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια ούτε άλλαξε τοποθεσία .
σκαρφάλωνε το φραχτεί και μαζί με τη γυναίκα του συνέχιζαν να μαζεύουν  πότε αγρελια πότε κάππαρη πότε κουτρουβη  μέχρι να τους δουν οι στρατιώτες των ηνωμένων εθνών και να τους βγάλουν έξω κάνοντας τους συστάσεις για να μην το ξανακάνουν.

Ο κύριος Γιώρκος μάλιστα τους κορόιδευε κανονικά αφού ενώ γνώριζε πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα έκανε πώς δεν καταλάμβανε και ζητούσε διερμηνέα , άλλες φορές τους   ζητούσε να τον βοηθήσουν να μαζέψει αυτά που ήθελε για να φυγή πιο γρήγορα ενώ σε μια περίπτωση που έπεσε πάνω σε επίμονο στρατιώτη ο οποίος ήθελε ντε  και καλά να βγει αμέσως έξω έκανε τον αρρωστώ, ξάπλωσε καταμεσής του δίαυλου   και ζητούσε να του φέρουν γιατρό και  ασθενοφόρο μιλώντας στα αγγλικά ενώ στα ελληνικά παρακινούσε τη γυναίκα του να μαζέψει   όσο παραπάνω κάππαρη  μπορούσε  μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο και ο γιατρός.

Χρόνια μετά στο σήμερα  ο κ Γιωρκος και η γυναίκα του εξακολουθούν να παίζουν το ίδιο παιχνίδι με τους στρατιώτες των ηνωμένων εθνών στο αεροδρόμιο Λευκωσίας

Ιστορίες των χωραφιών (α).

-Συμπέθερε να πας να μαζεψεις τα παπουτσοσυκα*  τζιαι που το δικό μου χωράφι είπα σου,
κανένας εν πηαιννει τζιαι εν κρίμα.
-Εξήγα μου  που ενει τζιαι εν να παω .
– Εν ευκολο , που τον κύριο δρόμο όπως πας για το σπίτι των Αντρέα στο Επισκοπιο  , πριν το Ψυμολοφου… , εκαταλαβες;
-εκατλαβα  Συμπέθερε  καλό, ουλλη μερα μες τα χωραφκια ξέρω τον τόπο παθκιαν – παθκιαν.

Δυο χρόνια μετά καθοδόν προς το σπίτι του Αντρέα στο Επισκοπιο.

Ρε γεναίκα να σταματήσουμε τζιαι που το χωράφι του Συμπέθερου,  αν εν καλά τα παπουτσοσυκα να κόψουμε λια.

Πάνω στη παπουτσοσιτζια ένας ηλικιωμένος κύριος κοφη τους καρπους της΄

-καλημέρα κουμπάρε
– καλημέρα σας
– εν καλά τα παπουτσοσυκα
-εν πολλά καλά, πρώτο πραμα
-α ετσι…, ξέρεις ποιου εν που ενει τζιαι κοφκεις τα
-οη ρε κουμπάρε, αλλά έχει χρόνια που ερκουμε τζιαι ποττε εν μου ειπεν κανένας τίποτε
– Εν δικαίς μου
– Συγγνώμη, ετο κοφκω λια για να φάει οι οικογένεια
-ε πρέπει να εσσιης μηαλην οικογένεια για να κόψεις τέσσερεις σικλες*!!!
-εντάξει ρε κουμπάρε τη θες να καμω, θες να σου τα πληρώσω
-οη εν θελω να μου τα πληρώσεις, θέλω να μου γεμοσεις τζιαι τες δίκες μου τες σικλες τζιαι να πάμε πάτσι*.

Και αφού του γέμισε τις δυο σικλες με τα πιο μεγάλα και καλά παπουτσοσικα έφυγαν όλοι ευχαριστημένοι .

Το απόγευμα  καθάρισαν τα παπουτσοσικα, και τα παγοσαν και το επόμενο πρωι…
-Ρε γεναικα ατε διάλεξε μου μιαν κουππα παπουτσοσυκα να πώρο στον συμπέθερο να τον ευχαριστήσω.
Λίγη ώρα μετά, χωρίς  καν να τηλεφωνήσει, κτυπά τη πόρτα του Συμπέθερου
– Συμπέθερε, έφερα σου Παπουτσοσυκα που τες παπουτοσυτζιες σου, εν πρώτο πραμα αδε
– Ευχαριστω αλλά ρε συμπέθερε, εσιη τζιαι έξι μήνες που τες ξερίζωσα τζιαι ίσσιωσα το χωράφι, ποθεν εν που πηες τζιαι έκοψες τα;

Σικλες = Κουβάδες
παπουτσοσυκα = φραγκόσυκα
να πάμε πάτσι =είμαστε ισόπαλοι

 

Το φεγγάρι κατέβηκε στον Αδη

Αυτό τον Αύγουστο δεν ειχε πανσέληνο
Κι ας άκουσα να λένε ότι
συνέπεσε με το φαινόμενο των Περσίδων.
Το φεγγάρι αυτό τον Αύγουστο
Φώτιζε τις χαράδρες του Άδη
Φώτιζε τις ψυχές
που σαν πεφταστέρια έτρεχαν
Και ίσα ίσα που προλάβαινες να κάνεις μια ευχή
Για κείνες που φύγαν
Για κείνες που μείναν

Κ.Π

Το κλάμα της Κυριακής

Εν αμαρτία, α μανά, να κλαιεις έτσι μέρα
εγερασες τζιαι λουννεσαι τες Κυριακές
το κλάμα
εγέρασες
Τζιαι γιω μαι κομα το μωρον σου
θυμούμαι που εποταβρίζουμουν
στες μουτες των ποθκιων μου
να φτάσω τες τηανητές
πατάτες στο τραπέζι
Σάββατο μεσημέρι .

Kατσιαριζεν η τηανια
τζιαι λουτσουτζιέφκεσουν*
χωστά που τα παιθκια σου
τζιαι Κυριακή , μες τη χαρά
εσου έθαφκες πλασμα.

Δευτερα με Παρασκευή
εκρατας την υπομονή
σφιχτά μες την Καρκιαν σου
να ζήσεις τα παιθκιά σου.

Εν τζιαι μιλώ για τα παλιά
για χτες προχτες εν που μιλώ
που κλαιες όπως το μωρό
τζιαι μεν σκεφτείς πως πέρασαν
σαράνταπεντε γρονια
τζιαι το μωρό που μουν εγιώ
έχω σου θκιο αγγλονια
θωρε εξιτεουλλισαν με
περτιτζια στα αλονια

Του χάρου το ταμάχι του
εν οι ψυσιες μας μάνα
μα εσιη πον αθέριστες
τούτον εν το κλαμα.

θελω πριχου να του δοθεις
να παεις να τους ευρεις
την μαναν τζιαι τον τζιυρη σου
Παπουν μου τζιαι στετεν μου
πον αθαυτη ακόμα
που μεινασι στα χώματα
τα αγια του Συσκληπου
τζιαι εν ήξερουμε αν εχούσης
έναν σεντονην χώμα

Πιαστους τζιαι παρτους α μανα
που ναρτη τζινη ωρα
μαζι σου για να πνασεται

Χοστους βαθκια στον ιερον
τον κήπο της καρκιας σου
τζιαι πάρε τους μητα σου

λουτσουτζιέφκεσαι*= σιωπηλό κλάμα
ταμάχι*= τίτλος ιδιοκτησίας

Ενικός ευγενείας

Δεν συμπάθησα ποτέ τον πληθυντικό
Κρύβει  ένα καθωσπρεπισμό αταίριαστο
με τον λαϊκό  χαρακτήρα μου
Ο ενικός είναι σε όλα του εντάξει
και ας με βγάζει που και που από τη τάξη

ΚΠ

Ανθισμένη ποιητιά

Έκοψα ένα ποίημα
Από την ανθισμένη ποιητιά
Και στο χάρισα
Μαράθηκε στο βάζο σου δυο μέρες μετά
Και να πω δεν το ήξερα…
Δεν κόβουμε λουλούδια από το δάσος
Δεν γιορτάζουμε ανθεστήρια
σκοτώνοντας τα
Δεν
Δεν
Δεν
Μακριά σου

Κ. Πατίνιος

Η συνείδηση η ολίγον μουρλαμένη

Η συνείδηση ήταν η κόρη η του η μικρή
η παραχαϊδεμένη
Ο πατέρας της ήταν σπουδαγμένος
άνθρωπος με θέση
καλό μισθό
έφερνε στο σπίτι το αθάνατο
μα κάτι του έλειπε
Θα γίνω ποιητής
ίσως πολιτικός
όχι, όχι καλύτερα ποιητής
είναι πιό σοφιστικέ
θα έχω ακροατήριο
θα έχω στάτους κοινωνικό
Θα θα θα θα, θα αλά ποιητικά
«ναι, ναι, πατερούλη μου
θα είσαι ο καλύτερος»
είπε η κόρη η μικρή η παραχαϊδεμένη
η συνείδηση η ολίγον μουρλαμένη
Ο ποιητής μεγάλωνε στα χέρια της παραχαϊδεμένης του
μεγάλωνε και φούσκωνε
φούσκωνε σαν καλοφαγωμένος βασιλιάς
ώσπου η συνείδηση, η κόρη η μικρή η παραχαϊδεμένη
η συνείδηση η ολίγον μουρλαμένη
τον δάγκωσε μια μέρα κατά λάθος
και ακούστηκαν από το βάθος να σκάνε χίλια δυο κομμάτια
κι ένα ποίημα. Μπαμπά, τι κρίμα!

Κ.Π

« Older entries

Αρέσει σε %d bloggers: