Καραντίνας το ανάγνωσμα

Την Κασσάνδρα τη γνωρίζετε; Όταν κάνω την περιγραφή είμαι σίγουρος θα την αναγνωρίσετε αν ζείτε στο προάστιο όπου ζει και κινείται. Αν πάλι όχι, αξίζει να σας τη γνωρίσω.
Το χρώμα του δέρματός της θυμίζει γυναίκα από την Ινδία, το ίδιο και το ντύσιμό της.  Στις εξόδους της φορούσε ένα παραδοσιακό σαρί, πότε σε κόκκινη απόχρωση, πότε σε γαλάζια ή κίτρινη. Το βαθύ μαύρο σαν κάρβουνο χρώμα των μακριών μαλλιών της έκανε το κραγιόν στα χείλια της να φαίνεται ό,τι πιο έντονο κόκκινο υπάρχει.
Καβαλά στο ποδήλατό της μια τέτοια φυσιογνωμία δεν περνά με τίποτα απαρατήρητη.
Τις μέρες της καραντίνας, λόγω κορονοϊού, χάθηκε από προσώπου γης. Ούτε για ψώνια πρώτης ανάγκης δεν έβγαινε· έμενε μόνη άλλωστε, και λιτή καθώς ήταν άντεξε έγκλειστη αρκετές μέρες μέχρι να εξαντλήσει τα αποθέματα που είχε στο σπίτι.

Οι μέρες περνούσαν και η καραντίνα δεν άρθηκε. Τις ατέλειωτες μέρες του εγκλεισμού τις αξιοποίησε διαβάζοντας. Τη μέρα που αποφάσισε την έξοδο, κατά το μεσημέρι, σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του καταστήματος βιολογικών προϊόντων.
«Να παραγγείλω μερικά πράγματα και να περάσω να τα πάρω;»

«Μπορούμε να σ’τα φέρουμε εμείς, ξεκινήσαμε υπηρεσία κατ’ οίκον παραδόσεων, χωρίς έξτρα χρέωση».

«Όχι, όχι», είπε σχεδόν ενοχλημένη. «Θα περάσω εγώ να τα πάρω με το ποδήλατο, μόνο που δεν θέλω να έχει κανένα άλλο στο μαγαζί την ώρα που θα περάσω, ή αν έχει να μου τα αφήσετε έξω από το μαγαζί στο καρότσι και θα σας πετάξω τα χρήματα μέσα σε ένα χάρτινο σακουλάκι».

Παρήγγειλε φρούτα με την παράκληση να αποστειρωθούν  πριν τις τα τοποθετήσει η υπάλληλος  στη χαρτοσακούλα. Παρήγγειλε βρόμη, τζινζερόσκονη, σκόρδο, δυο κιλά αλεύρι Ζέας, λιναρόσπορο, σπιρουλίνα σε σκόνη και ένα σωρό αλλά προϊόντα που, εκτός από της καθημερινές ανάγκες για σίτηση, θα την εξυπηρετούσαν να φτιάξει ένα δυνατό αντιικο σκεύασμα που, αν δεν σκότωνε τον κορονοϊό, σίγουρα θα δυνάμωνε το ανοσοποιητικό της και δε θα κολλούσε με τίποτα αν ερχόταν σε επαφή με κάποιο φορέα του ιού.

Η παραγγελία ήταν έτοιμη. Η υπάλληλος έβγαλε έξω το καροτσάκι για να τα αφήσει στο προκαθορισμένο σημείο. Η Κασσάνδρα (αφού έστειλε το απαραίτητο sms ) ήταν ήδη καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω και περίμενε με το ποδήλατό της. Η υπάλληλος της γνέφει να έρθει να τα πάρει, αλλά  η Κασσάνδρα δεν το κουνάει ρούπι. Απορημένη η υπάλληλος στέκει και την κοιτάζει, ενώ ακούει φωνές μέσα από το μαγαζί· ήταν η ταμίας που μιλούσε με την Κασσάνδρα στο τηλέφωνο.

Η ταμίας αφήνει τη τηλεφωνική συσκευή και βγαίνει και αυτή έξω για να παρακαλέσει τη συνάδελφο της:

«Έλα μέσα και η Κασσάνδρα ήταν στο τηλέφωνο, δεν ξεκινάει όσο σε βλέπει εδώ έξω, άσε τα πράγματα και έλα μέσα».

Μόλις το πεδίο καθάρισε, πέρασε δυο φορές η Κασσάνδρα, μια προς τα πάνω για να ρίξει το αντίτιμο για τα ψώνια μέσα στο μαγαζί, με τρόπο μάλιστα που παραλίγο να κτυπήσει την υπάλληλο στο κεφάλι, και τη δεύτερη φορά για να σταματήσει και σε κλάσματα δευτερολέπτων, να πάρει τις δυο σακούλες και να εξαφανιστεί με γρήγορες ορθοπεταλιές.

Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ αφού το φιλοθεάμων κοινό δίψα για τσόντα η αίμα.
Η ιστορία μας δεν  ικανοποίει το φιλοθεάμων κοινό  και δεν χειροκρότει τον λογοτέχνη.

Η ιστορία αγαπητέ μου αναγνώστη μπορεί να είναι και προφητική για το αίμα που έρχεται να μας πνίξει αν δεν κάτσουμε εσσο μας.

Μένουμε σπίτι  ασφαλής χωρίς υστερίες και συνομωσολογιες.

Δυο (ερωτικά) ποιήματα

Στις μέρες του υποχρεωτικού εγκλεισμού λόγο κορονοϊού η αίσθηση του χρόνου αλλάζει
Ξαφνικά έχουμε χρόνο, οι ώρες κυλούν  ποιο αργά δίνοντας μας τη δυνατότητα να σκεφτούμε, να αναθεωρήσουμε, να επανατοποθετηθούμε να ανακαλύψουμε και να ανακαλυφθούμε.
Η σωματική άσκηση (το τρέξιμο για έμενα) έστω και με αυτές τις συνθήκες είναι πιο αναγκαία από ποτέ.
Διαβάζουμε και κάνα λογοτεχνικό  για να αποδράσουμε σε άλλους κόσμους.
Τέλος ανακαλύπτουμε και ποιήματα, δυο ερωτικά ποιήματα.
Το πρώτο απαγγέλλει ο ποιητής Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου  με τίτλο «το ποίημα του τρελού»
Το δεύτερο έχει  τίτλο «Προσευχή Αγάπης»

 

Προσευχή αγάπης

Δεν σου μιλάω, σ’ αγαπάω
δεν σε κοιτάζω, σ’ αγαπάω
δεν σε χαϊδεύω, σ’ αγαπάω
δεν σου κάνω έρωτα
προσευχή αγάπης σού ψέλνω
και σου φυτεύω βαθιά στον κόλπο
σπόρο αμάραντο ευωδιαστών λουλουδιών
να ‘χεις να μυρίζεις αγάπη
να ‘χεις να μοιράζεις ζωή
Δεν σου μιλάω…
Άκου τώρα το ποίημα που έγραψα μόνο για σένα

 

Κώστας  Πατίνιος

 

Τσικνοπέμπτη στο γήπεδο

Η προετοιμασία για τον αγώνα στόχο προϋποθέτει προσήλωση, υπομονή και επιμονή.
Μα για μια δρομέα υπεραποστάσεων που είναι συνηθισμένη να τρέχει σε βουνά σε μονοπάτια, σε πάρκα και δρόμους, το να «υποχρεώνεται» έστω μια-δυο φορές την εβδομάδα να τρέχει στο γήπεδο σε κυκλική μονότονη διαδρομή είναι, όπως και να το κάνουμε, καταπιεστικό, αλλά και τόσο αναγκαίο, γιατί το τρέξιμο στο γρασίδι χαλαρώνει και ξεκουράζει τα πόδια.
Vegan runner αυτή, θεωρία και φιλοσοφία που αγγίζει τα όρια της ιεροτελεστίας η  καθημερινότητά της γύρω από το τρέξιμο και τη διατροφή της.
Το πρωί έκανε γιόγκα για δρομείς, επαγγελματικές συναντήσεις  τις επόμενες ώρες.
Γεύμα και ξεκούραση, νωρίς το απόγευμα στο γήπεδο, συνάντηση με το έτερο δρομικό ήμισυ.

Κρεατοφάς αυτός, τα χόρτα μόνο στα χωράφια τα βλέπει όταν πηγαίνει κυνήγι. Στο πιάτο του ούτε να τα δει δεν θέλει. Αν δεν έχει κρέας στο πιάτο, δεν χορταίνει· όχι τίποτα σπουδαίο… τουλάχιστον ένα τέταρτο νεκρού ζώου στο πιάτο του!
Κάποτε, μόλις πρωτογνωρίστηκαν κόντεψαν να παρεξηγηθούν όταν της έστειλε (για να τη πειράξει) φωτογραφίες από τα κυνηγητικά κατορθώματα του. Οι φωτογραφίες  εικόνιζαν πέρδικες μπεκάτσες και λαγούς που ξεπερνούσαν το «κότα» στην πρώτη κυνηγετική εξόρμηση του λαγού.

Τσικνοπέμπτη στο γήπεδο και από τις πρώτες στροφές αναπόφευκτα η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από το έθιμο της ημέρας.

  • Τι έφαγες σήμερα κοπελλάτσα μου;
  • Αναποφλοίωτο ρύζι με ντομαντίνια, κρεμμυδάκια και «kale”.
  • Τι εν τούτο;
  • Eίδος λαχανίδας! Και από πάνω nutritional yeast που είναι μια διατροφική μαγιά,
    διευκρινίζω για να μη με ρωτήσεις
  • Μα είσαι πελλή Ρα .Ξέρεις ήντα μέρα ένει;
  • Πέμπτη;
  • ΟΧΙ… σήμερα δεν είναι Πέμπτη. Είναι Τσικνοπέμπτη! Εν είδες τους καπνούς από τες φουκουδες;
  • Α οκ, δεν πήρα είδηση. Να μην τολμήσω να ρωτήσω τι έφαγες εσύ, γιατί δεν θα διαφέρει από τις υπόλοιπες μέρες.
  • Να ρωτήσεις. γιατί διαφέρει… έφαγα…
  • Δεν θέλω να ακούσω.
  • Θα ακούσεις. Δαμε έχουμε δημοκρατία. Έφαγα λουκάνικα και ζαλατίνα για πρόγευμα, λουκάνικα, παστουρμά, τζιζη-μιζη στα κάρβουνα για μεσημέρι, τζιαι πόψε θα ανάψουμε φουκού στον κουμπάρο, κοπιασε!

Του έριξε ένα βλέμμα και δεν είπε τίποτα. Ούτε αυτός άνοιξε το στόμα του ξανά για τις επόμενες πέντε στροφές του γηπέδου.
Την ησυχία άρχισε να διαταράσσει το μικρό τρακτέρ που πηγαινοερχόταν και κούρευε το  γρασίδι. Η μυρωδιά του φρεσκοκουρεμένου γρασιδιού άρχισε να γίνετε όλο και πιο έντονη, οπόταν ξαφνικά αυτός  σπάει ξανά τη σιωπή του:

  • Κοπελλατσα μου…
  • Τι είναι πάλι αγαπημένε μου;
  • Πε μου θέλεις να πεις τώρα που μυρίζει έτσι έντονα το γρασίδι νιώθεις όπως νιώθω εγώ άμα ραίσσω έξω που σουβλιτζητηκο ένεν!!!

Κ. Π

 

Επετειακό

Ήθελε να γιορτάσει τα δυο χρόνια από τη μέρα που σταμάτησε να τρώει κρέας.
Δυο χρόνια vegetarian με μεγάλες πινελιές vegan (κάποτε  δεν έτρωγε για μεγάλα διαστήματα τίποτα που να προερχόταν από ζωντανό οργανισμό).
Σχόλασε αργά το απόγευμα και πήγε σπίτι. Δεκατρείς Φεβρουαρίου· πάνε κιόλας δυο χρόνια! Σημαδιακή ημέρα, σκέφτηκε, δυο χρόνια χωρίς κρέας! Σημαντική για ακόμα έναν λόγο που τον θυμάται με χαμόγελο, αφού ανάγεται στα πρώτα νεανικά της χρόνια· είναι η ημέρα πού χάρισε στον νεανικό έρωτά της την παρθενιά της. Δεν κρατιόταν  να περιμένει μέχρι τις δεκατέσσερις να το «κάνει» μέρα του αγίου Βαλεντίνου, και έχει να το λέει.
Πεινούσε σαν λύκος! Ήθελε να γιορτάσει τα δυο χρόνια από τη μέρα που σταμάτησε να τρώει κρέας, αλλά δεν πρόλαβε να κάνει άλλες σκέψεις.
Χτύπησε η εξώπορτα του διαμερίσματος· ήταν ο Γιάννης, ο γκόμενος on/off που όλο τον διώχνει και όλο τον έχει για τη δύσκολη στιγμή, ο οποίος έφτασε απρόσκλητος. Διένυε περίοδο έντονης μοναξιάς και «αγαμίας»… Ούτε που τον ρώτησε καλά-καλά τι γύρευε απρόσκλητος στο σπίτι της. Όρμησε πάνω του και εκτονώθηκε! Άλλο που δεν ήθελε ο Γιάννης, ο οποίος ποτέ δεν κατάφερε να της πει όχι. Διώχνοντας τον Γιάννη από το σπίτι ήταν κιόλας εννέα το βραδύ και η πείνα χτύπησε κόκκινο·ήθελε να γιορτάσει τα δυο χρόνια από τη μέρα που σταμάτησε να τρώει κρέας.
Βρήκε στον πάγκο της κουζίνας αφημένα διαφημίστηκα φυλλάδια. Το μάτι έπεσε σε ένα σουβλατζίδικο. Το πήρε στα χέρια της και το περιεργάστηκε λίγο, σχημάτισε τον αριθμό παραγγελιών για κατ’ οίκον παράδοση και παρήγγειλε μια ποικιλία με διάφορα σχάρας: σουβλάκια, σιεφταλιά, παϊδάκια, λουκάνικο, παστουρμά, ενώ στη θέση των μανιταριών ζήτησε αν γινόταν ένα έξτρα κομμάτι λουκάνικο! Μέχρι να έρθει το φαγητό άνοιξε και ένα μπουκάλι κόκκινο ξηρό κρασί και ήπιε δυο ποτηράκια.
Δεν μετάνιωσε καθόλου για τη παραγγελία που έκανε .Όταν ήρθε το φαγητό το έφαγε λαίμαργα και χωρίς τύψεις γιορτάζοντας έτσι τα δυο χρόνια από τη μέρα που σταμάτησε να τρώει κρέας.

Την επομένη το πρωί την πονούσε το στομάχι τις, την πονούσε και η ψυχή της.
Ήταν πλέον απόλυτα σίγουρη για την ορθότητα των αποφάσεών της για να μην φάει ποτέ ξανά κρέας και για να μην ξαναδεί τον Γιάννη.
Κιαν δεν ήταν πρωί και αν δεν την πονούσε το στομάχι, ευχαρίστως θα έπινε ακόμα ένα ποτηράκι κρασί στην υγεία εκείνου του πρώτου νεανικού έρωτα που του χάρισε τη παρθενιά της.

Μικροδιηγήματα (ΚΠ 2020)

Χάθηκα

Nicosia Half Mar logoΧάθηκα …. Χάθηκα, βούτηξα βαθιά στην ιδέα για να οργανώσω ένα αγώνα δρόμου μισού μαραθωνίου και κυριολεκτικά χάθηκα. Πήρα καινούριους δρόμους με ανηφόρα που σε βγάζουν σε ωραία θέα.
Μια ιδέα που ξεκίνησε από πέρσι το Μάιο και σιγά σιγά υλοποιείτε

Ο Ημιμαραθώνιος Λευκωσίας διοργανώνεται για πρώτη φορά στις 19/1/2020  με στόχο να αναδεχθεί  ο Ημιμαραθώνιο, ως ένα ξεχωριστό αγώνισμα. Επιπλέον, με τον αγώνα των πέντε χιλιόμετρων δίνεται η ευκαιρία σε αρχάριους να ασχοληθούν με το τρέξιμο και να ανακαλύψουν τα οφέλη που αποκομίζει κανείς από αυτό.

Της πόλης τα βήματα

Κομματάκια από πάζλ μοιάζεις,
ή μου φαίνεται;
Τεμαχίσαμε την πόλη,
μα ευτυχώς όχι την ψυχή της,
ακόμα.
Τα βήματά της
σαν την πουρόπετρα
από τα ενετικά τείχη
στάζουν χώμα.
Αν αγαπάς την πόλη σου,
σύρε τα βήματά σου μέσα της,
πιο μέσα από τα τείχη.
Εκεί όπου κτύπα η καρδιά της,
εκεί όπου εισπνέεις μυρωδιές
ανατολής και δύσης και μεθάς,
αν ακόμα αντέχεις.
Εκεί της πόλης τα βήματα
γίνονται χαμόγελα παιδικά
και τα κομμάτια του παζλ
ένα ένα, μόνα τους, παίρνουν τη σωστή θέση.
Τρέξε να προφτάσεις…

Περισσότερες Πληροφορίες στο www.nicosiahalfmarathon.com.cy

Εγγραφές: https://getyourtickets.eu/event/nicosiahalfmarathon2020

 

Ιστορίες των χωραφιών (4η Το ραντάρ )

ρανταρ
Σκαλίζοντας τη μνήμη, βρίσκεις και ενώ νόμιζα ότι στέρεψαν η ιστορίες των χωραφιών…
θυμήθηκα άλλη μια με πρωταγωνιστή τον κ Γιωρκο.
Γυρίζουμε πίσω τουλάχιστο τριάντα πέντε χρόνια , ξημέρωνε η πρώτη μέρα του κυνηγίου και ο κ Γιωρκος ,φανατικός και πολύ κάλος κυνηγός λένε όσοι τον γνώρισαν στους καλούς καιρούς του – εγώ για να πω την αλήθεια μια φορά που τον άκουσα να παινεύετε μπροστά σε κόσμο ότι μαζί με τους δυο του γιους κτύπησαν δεκαπέντε περδίκια ρώτησα τον ένα του γιο και μου το επιβίβασε λέγοντας μου « ναι! δίκαιο έχει απλά παρέλειψε μια μικρή λεπτομέρεια, κτύπησα 11 εγώ 3 αδελφός μου και ένα ο Γιωρκος και οι τρις μαζί 15» – ξημέρωνε λοιπόν η πρώτη μέρα του κυνηγίου και ο κ Γιωρκος δεν κατάφερε να αλλάξει την βάρδια του στη δουλεία (νοσοκόμος στο ψυχιατρείο Αθαλασσας) του εκανε οστοσο το χατίρι ένας συνάδελφος του και ήρθε στη δουλεία μια ώρα νωρίτερα για να σχολάσει στις έξι το πρωί αντί στης επτά.
Όλα τα απαραίτητα πράγματα ήταν έτυμα στο αυτοκίνητο και λίγο πριν της έξι ξεκίνησε και τη μηχανή του αυτοκίνητου του μην χάσει δευτερόλεπτο.
Μόλις ήρθε ο συνάδελφος του μπέικε στο παλιό Peugeot 504 και ξεκίνησε με προορισμό τη περιοχή Κόρνου-Κοφίνου , βγηκε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού από τα κρεμαστά φώτα πάτησε το πετάλι τις βενζίνης και σύντομα ο μιλιοδεικτης (τότε ακόμη είχαμε το Αγγλικό σύστημα και μετρούσαμε με μίλια) ξεπέρασε κατά πολυ το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας που ήταν τα 60 μίλια (100 χιλιόμετρα ) ανά ώρα .
Το τιμόνι του Peugeot άρχισε να τρέμει καθώς ο δείκτης πλησίασε τα 80 μίλια αλλά ο κ Γιωρκος απτόητος μέχρι που λίγο μετά την Αλάμπρα πετάγετε μπροστά του και του κάνει νόημα να σταματήσει ένας αστυνομικός με το ραντάρ στο χερι .
Μετά της απαραίτητες διατυπώσεις (άδεια , ασφάλεια κλπ)..
– κ Γιωρκο θα καταγγελθείτε για υπερβολική ταχύτητα
– Γιε μου να χαρείς έχω πέντε κοπελουθκια μεν με καταγγείλεις, κοφκείς μου το φαει τον παιθκιων μου, εβιαζουμουν , εν θα το ξανακανω κλπ κλπ
Μάταια προσπαθούσε ο κ Γιωρκος να αποτρέψει τον αστυνομικό από το να τον καταγγείλει οπόταν αφού πλέων πείσθηκε ότι δεν γλιτώνει το λαπόρτο παίρνει μια βαθειά ανάσα και με αναστεναρηκη φωνή του λέει.
-Γράψε με αλλά λαλωσου το αν με χρειαστείς εσύ καμιάν φορά εν θα σε βοηθήσω
– Τζιαι ηντα δουλειά κάμνεις εσύ που θα σε χρειαστώ εγιω κ Γιωρκο
– Νοσοκόμος στο ψυχιατρείο, εγλεπε μεν ερτεις τζημεσα τζιαι ππέσεις στα σιερκα μου…
Σταματά το γράψιμο τότε ο αστυνομικός, του δίνει την άδεια του πίσω και του λέει
– Να πας στο καλό κ Γιωρκο τζιαι άλλη φορά μεν βουρας…

Ιστορίες των χωραφιών (Γ)

Ακόμη μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον κύριο Γιωρκο , αυτή τη φορά με συμπρωταγωνιστή τον γείτονα του τον  Τσιαουση ( παρωνύμιο λόγο του επαγγέλματος του που ήταν αστυνομικός) .
Πριν χρόνια κατακαλόκαιρα την «εποχή του τρυγονιού» οι δυο φίλοι και γείτονες ετοιμαστήκαν από το βραδύ για την πρώτη κυνηγητική εξόρμηση.
Προορισμός τα δυτικά παράλια της επαρχίας Λάρνακας κάπου ανάμεσα στο Κίτι και το Μαζωτο .
Έφτασαν πριν εξημέρωση, πάρκαραν το αυτοκίνητο και πριν ξεκινήσουν για να κατευθυνθούν πεζοί για το πόστο τους ανοίγοντας ο Τσιαούσης τη θήκη για να βγάλει το δόκανο του να το συναρμολόγηση διαπιστώνει πως ξέχασε να Βάλη στη θήκη της κάνες του όπλου του και πως μαζί του ειχε μόνο το πίσω μέρος του όπλου!!
«Εν πειράζει φίλε μου, θα μου κάμνεις τον βουρκατορα»  του λέει το κ Γιωρκος.
Το περιστατικό μαθεύτηκε και λεγόταν στη γειτονία (με διάθεση να πειράξουν τον Τσιαούση)  για πολύ καιρό η επαναλαμβανόμενη παράκληση του προς τον Κύριο Γιωρκο
«Ατε ρε Γιωρκο δος μου τον σιηπεττον να σύρω τζιαι γώ καμίαν χαρτουτζιαν»
Δεν ήταν όμως το μόνο περιστατικό της ημέρας…
Σε  ένα διάλειμμα από το κυνήγι, μπηκαν σε ένα περιβόλι, σκαρφάλωσαν στις συκιές και προγευμάτιζαν κρατώντας στο χέρι από μια φέτα ψωμί και χαλούμι.
Τους είδε ένας (προφανώς από την προφορά, έλληνας νησιώτης)
– Ρε σεις τη κάνετε κει πάνω, οι συκιές έχουν νοικοκυραίους
– Και εμείς νοικοκυραίοι είμαστε αδελφέ (του φώναξε ο κ Γιωρκος)*
προτρέποντας τον να κοιτά τη δουλειά του.
*Το απόγευμα τις ιδίας μέρας δέχτηκε τηλεφώνημα από τον αστυνομικό σταθμό της περιοχής του παρατηρώντας τον να μην μπει ξανά σε ξένα περιβόλια

Ιστορίες των χωραφιών (B) Αυθόρμητα και ανορθόγραφα

Ο κύριος Γιωρκος  αρέσκετε στο μάζεμα όλων όσων απλόχερα μας προσφέρει η φύση.
Είναι ο ίδιος ήρωας όπως και στην προηγούμενη ιστορία με τα Παπουτσοσυκα.

Το σπίτι του είναι μερικά χιλιόμετρα μακριά από το αεροδρόμιο Λευκωσίας το οποίο ως  γνωστόν είναι στην πράσινη γραμμή και το ελέγχουν τα ηνωμένα έθνη.

Πριν μερικά χρόνια φίλεψε με ένα υψηλόβαθμο τοπικό  στέλεχος των  ηνωμένων εθνών και αφού τον έμαθε να τρώει κάπαρη, κουτρουβη, αγρελια και αλλά καλούδια της φύσης εξασφάλισε και πάσο για  να μπαίνει ανενόχλητος και να μαζεύει του κόσμου τα καλά από το περιφραγμένο αεροδρόμιο. Ανάμεσα στις σχισμές που άφησε στον δίαυλο ο χρόνος πεταγόταν το ποιο ωραίο καππάρη , φρόντιζε μάλιστα να πηγαίνει να κλαδεύει της καππαρκες για να είναι το «πρώτο κόψιμο» χοντρό και τρυφερό. Το ίδιο περιποιόταν και της αγριελιές.

Έλα ώμος που οι καιροί αλλάζουν και ο νέος διοικητής   δεν του ανανέωσε το πάσο.
Ο κύριος Γιωρκος δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια ούτε άλλαξε τοποθεσία .
σκαρφάλωνε το φραχτεί και μαζί με τη γυναίκα του συνέχιζαν να μαζεύουν  πότε αγρελια πότε κάππαρη πότε κουτρουβη  μέχρι να τους δουν οι στρατιώτες των ηνωμένων εθνών και να τους βγάλουν έξω κάνοντας τους συστάσεις για να μην το ξανακάνουν.

Ο κύριος Γιώρκος μάλιστα τους κορόιδευε κανονικά αφού ενώ γνώριζε πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα έκανε πώς δεν καταλάμβανε και ζητούσε διερμηνέα , άλλες φορές τους   ζητούσε να τον βοηθήσουν να μαζέψει αυτά που ήθελε για να φυγή πιο γρήγορα ενώ σε μια περίπτωση που έπεσε πάνω σε επίμονο στρατιώτη ο οποίος ήθελε ντε  και καλά να βγει αμέσως έξω έκανε τον αρρωστώ, ξάπλωσε καταμεσής του δίαυλου   και ζητούσε να του φέρουν γιατρό και  ασθενοφόρο μιλώντας στα αγγλικά ενώ στα ελληνικά παρακινούσε τη γυναίκα του να μαζέψει   όσο παραπάνω κάππαρη  μπορούσε  μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο και ο γιατρός.

Χρόνια μετά στο σήμερα  ο κ Γιωρκος και η γυναίκα του εξακολουθούν να παίζουν το ίδιο παιχνίδι με τους στρατιώτες των ηνωμένων εθνών στο αεροδρόμιο Λευκωσίας

Ιστορίες των χωραφιών (α).

-Συμπέθερε να πας να μαζεψεις τα παπουτσοσυκα*  τζιαι που το δικό μου χωράφι είπα σου,
κανένας εν πηαιννει τζιαι εν κρίμα.
-Εξήγα μου  που ενει τζιαι εν να παω .
– Εν ευκολο , που τον κύριο δρόμο όπως πας για το σπίτι των Αντρέα στο Επισκοπιο  , πριν το Ψυμολοφου… , εκαταλαβες;
-εκατλαβα  Συμπέθερε  καλό, ουλλη μερα μες τα χωραφκια ξέρω τον τόπο παθκιαν – παθκιαν.

Δυο χρόνια μετά καθοδόν προς το σπίτι του Αντρέα στο Επισκοπιο.

Ρε γεναίκα να σταματήσουμε τζιαι που το χωράφι του Συμπέθερου,  αν εν καλά τα παπουτσοσυκα να κόψουμε λια.

Πάνω στη παπουτσοσιτζια ένας ηλικιωμένος κύριος κοφη τους καρπους της΄

-καλημέρα κουμπάρε
– καλημέρα σας
– εν καλά τα παπουτσοσυκα
-εν πολλά καλά, πρώτο πραμα
-α ετσι…, ξέρεις ποιου εν που ενει τζιαι κοφκεις τα
-οη ρε κουμπάρε, αλλά έχει χρόνια που ερκουμε τζιαι ποττε εν μου ειπεν κανένας τίποτε
– Εν δικαίς μου
– Συγγνώμη, ετο κοφκω λια για να φάει οι οικογένεια
-ε πρέπει να εσσιης μηαλην οικογένεια για να κόψεις τέσσερεις σικλες*!!!
-εντάξει ρε κουμπάρε τη θες να καμω, θες να σου τα πληρώσω
-οη εν θελω να μου τα πληρώσεις, θέλω να μου γεμοσεις τζιαι τες δίκες μου τες σικλες τζιαι να πάμε πάτσι*.

Και αφού του γέμισε τις δυο σικλες με τα πιο μεγάλα και καλά παπουτσοσικα έφυγαν όλοι ευχαριστημένοι .

Το απόγευμα  καθάρισαν τα παπουτσοσικα, και τα παγοσαν και το επόμενο πρωι…
-Ρε γεναικα ατε διάλεξε μου μιαν κουππα παπουτσοσυκα να πώρο στον συμπέθερο να τον ευχαριστήσω.
Λίγη ώρα μετά, χωρίς  καν να τηλεφωνήσει, κτυπά τη πόρτα του Συμπέθερου
– Συμπέθερε, έφερα σου Παπουτσοσυκα που τες παπουτοσυτζιες σου, εν πρώτο πραμα αδε
– Ευχαριστω αλλά ρε συμπέθερε, εσιη τζιαι έξι μήνες που τες ξερίζωσα τζιαι ίσσιωσα το χωράφι, ποθεν εν που πηες τζιαι έκοψες τα;

Σικλες = Κουβάδες
παπουτσοσυκα = φραγκόσυκα
να πάμε πάτσι =είμαστε ισόπαλοι

 

Το φεγγάρι κατέβηκε στον Αδη

Αυτό τον Αύγουστο δεν ειχε πανσέληνο
Κι ας άκουσα να λένε ότι
συνέπεσε με το φαινόμενο των Περσίδων.
Το φεγγάρι αυτό τον Αύγουστο
Φώτιζε τις χαράδρες του Άδη
Φώτιζε τις ψυχές
που σαν πεφταστέρια έτρεχαν
Και ίσα ίσα που προλάβαινες να κάνεις μια ευχή
Για κείνες που φύγαν
Για κείνες που μείναν

Κ.Π

« Older entries

Αρέσει σε %d bloggers: