Ποκλονισμένος

Ποκλονισμένος , σύξυλος
με αννοιχτό το στόμα
αχ ‘εμεινα να σε θωρώ
γιατ’ερεξες τζιαι καρτερώ
μιαν αμμαθκιά σου κόμα.

Πίννω κρασί ζαλίζουμε
θωρώ σε ομπροστά μου
πίννω ζίβαναν έρκεσαι
καρτζιί μου ταχα κάθεσε
τζιαι  πίννεις τα μιτά μου.

Τζι’ όταν η νύχτα ποσπαστή
τζι ο νους με τα δικά του
της μέρας πρέπει να κρωστώ
να δώκω  ό,τι της χρωστώ
λούνουμαι του κλαμάτου

Πκιάννω μολύβι τζιαι χαρτί
τζιαι ποτυλίω νύμα
πλέκω τες λέξεις γατρικό
τζιαι το δικό μου ριζικό
γράφω το σ’ένα ποίμα.

Ποκλονισμένος =  αποσβολωμένος, εξαντλημένος

Σύξυλος = ακίνητος (σαν το ξύλο)

 

Advertisements

Βόλτα με τη Μάνα μου στο χωρκόν της, τον Σίσκληπο.

 

sisklipos1

«Εν τα καταφέραμε να γυρίσουμεν παθκιάν-παθκιάν ούλλον το χωρκόν, ρε μάνα».
«Εν πειράζει, γιε μου, εγώ έρκουμαι συχνά… Γυρίζω μες στον ύπνον μου ούλλον το χωρκόν. Πιάννω που τζει κάτω στον Τζιεφάλα τζι έρκουμαι πάνω-πάνω, θωρώ τα σπίθκια έναν-έναν. Τούτον εν της τάδε, τζείνον εν της τάδε, ρέσσω του χωρκού τζιαι πηαίννω ώς τζει κάτω στον Παπάκρεμμο, που έπαιρνα πουμουν μιτζια τα χτηνά να βοσσιήσουν».

Σε έναν καντούνιν συναντούμεν έναν ηλικιωμένο Τουρκοκύπριο (μιλά Κυπριακά).
«Εγώ είμαι Παφίτης που τον Σαραμά, γέριμα τζιαι ποτζεί, γέριμα τζιαι ποδά. Ούλλα γέριμα ώσπου εν ιβρέθεται λύση, γιε μου».

sisklipos3

sisklipos2

Η Ανεράδα του Γιακουμή (ο κριματισμενος)

Η  Κυπριακή γλώσσα έχει ένα ρυθμό, μια μουσικότητα που μου αρέσει πάρα πολλά

Η Ανεράδα του Γιακουμή

Ερεσσα τζι εκοράτζιισα πόξω που την αυλή της
πα΄σε αγκάθκια καππαρκάς κρέμμετουν το φιλί της.

Εξύπνησα ολόσουππος λουμένος μες το δρώμα
αλόπώς  ήτουν όρομαν,  γιαι΄ημουν  μες το στρώμα

Ίντα να πει το όρομαν, τι εσιει να μου δώσει
εφκαλα την όξυπνος  ώσπου να ξήμερώσει.

Σηκώστηκα τζιαί τράβησα  να πάω να ποτίσω
ήβρα τον πάτερ μανιχόν τζι είπα να τον ρωτήσω

Είπα του ίνταν’ πο’παθα, λαλεί μου είσαι γάρος!
εχτές την εχαρτώσαμεν, τζιαρφός σου ο κουμπάρος

για τζιείνον είδες τα φιλιά  στης καππάρκας τ’ αγκάθκια
Να την ξηάσεις Γιακουμή για βκάλλω σου τ’ αμάθκια

Έφυα αμμά ηβρα την  πόξω που το περβολί
να κλώθεται σαν το θερκόν, επκιαν με οι θκιαόλοι.

Κοντεύκω παω δίπλα της, να δω ίντα γυρεύκη
λουβά τζιαι σκόνη γίνετε αερικό τζιαι φεύκει

Βουρώ, πάω ξοπίσω της, περίτου νευριάζει
μια καταιγίδα γίνεται τζιαι ρίφκει μου χαλάζι.

Τωρά εγιώ’μαι όξυπνος , η κάμμοντα λοούμε
ετζίμπησά με για να δω, αν ζιω ή αν τζιμούμαι.

Έφύα τζι εν επότισα,  έσσω ξαναγιρίζω
μες το κρεββάτιν έδωκα , αρρώστησα νομίζω.

Τρεις μέρες εν’που έκρουζα στου πυρετού τη βράση
εφέραν μου τζιαι τον γιατρό για να με εξετάσει.

Μα εν μου ήβρεν τίποτε,  εν εσιει ετσ’αρρώσκια
γραμμένην στα δευτέρκα του μήτε στα γιατροσόφκια.

Άμαν ο μήνας εκλεισεν, εμιαζα πεθαμμένος
όπως το σκιάχτρον, σκελετός σαν κόκκαλο γλυμμένος.

Ωσπ’ολησεν τη σιοπήν η Μαρικού του ράφτη
που ήξερεν το μυστικόν τζι  εμήνησέν της νάρτει.

Ξέρω εγιώ το γιατρικό τα μάγια να ποζέξεις
θα σε γιατρέψω, αμμα ξερε,  μεν με ξαναγυρέψεις.

Μ’ένα φιλί της άρκεψε, το φως του να το βρίσκει
στα θκυο, στα τρία φάνηκεν χαρκούμαι να γιανίσκει

Φεύκω τζιαι βάλλω σου ευτζιή /κατάρα, να φοάσαι
ξαν’ αν γελάσεις πας τη γην εστω τζιαι κατταν θυλητζιην
κούκκοφος πάντα να’σαι

Κώστας Πατίνιος

Τουρίστας στη χώρα των ποιητών

Τουρίστας στη χώρα των ποιητών
με ένα σακίδιο γεμάτο  κόλλες,  μολύβια ,αθλητικά παπούτσια
και παραλογές απαιτήσεις.
Έπιασα κουβέντα με ένα ποιητή εγνωσμένης αξίας
που στεκόταν δίπλα από την προτομή του.
Πέρασε η ώρα και προτρέποντας τον να βάλει μια τελεία γιατί θα πήγαινα για τρέξιμο μου λέει
«Ξέρεις μπορεί να είναι και πελλαρες  η ποίηση ,ίσως τελικά  το τρέξιμο να είναι καλύτερο»
«τότε δεν είναι   πελλαρες » του απήντησα προσθέτοντας ότι το τρέξιμο   είναι  ποίημα που γράφετε με τα πόδια.

K.Π

Το Τζιυνηι (κυνήγι)

Εξέβηκα πα΄στο βουνο
λιον για να βουρήσω
γέννημαν ήλιου για να δω
τη φύση νάκκον να χαρώ
θυμάρι να μυρίσω

Αρκέψασιν οι σιηπεθκιές
έτρεμεν η ψυσιή μου
πετούν πουλλιά ποδα ποτζιεί
ππέφτουν τα σκάγια σαν βροσιή
πάνω στην τζιεφαλή μου.

Εβρέθην ένας τζι ειπέ μου
για να με περιπαίξει
πως το Τζιυνηι εν΄άθλημα
πως κάμνουν τζιαι πρωτάθλημα
βάλλουσιν άπου ρέξει

Ποιος θα σκοτώσει πιο πολλά
λαούς, περτίζια, τζιίκλες
Λαλώ του, ώρα σου καλή
μα η κκελλέ σου εν΄ξερη
τζιαι τα μυαλά σου ππίκλες.

Φεύκω να μεν με παίξετε,
σήμμερα εν γλιτώννω,
κακοκαρτίστηκα πολλά
φύση τζιαι οπλον εν κολλά
λαλώ του τζιαι ισιώννω.

8/18 Κώστας Πατίνιος

 

Το αλεξικέραυνο

Φυτεύκω λέξεις μες τη γη
ποίημα να βλαστήσει
ποτίζω τες με τους καμούς
χαρές τζιαι αναστεναμούς
η ρίζα του να στήσει.

Βκάλλει  μου μάλες τζιαι κλωνιά
δια μου τον καρπό του
που τότες έχω σσιεπασία
τζιαι που τον ήλιο μιαν οσσιά
να ζιω που κατωθκιόν του.

*Αστροπελετζια να΄ρτουσι
ακρίδες τζιαι χαλάζι
έχω αλεξικέραυνο
το ποίημα μου το ίλαντρο
που τα στραβά μου  σάζει.

Κώστας Πατίνιος

 

*Η τελευταία παράγραφος είναι του κ Κώστα βασιλείου και την πρότεινε όταν του διάβασα της πρώτες δυο για να μου διορθώσει τα ορθογραφικά στην Κυπριακή διάλεκτο-γλώσσα .

φανατισμός

Εξιασεν  ο πλάστης μου
αθρώπινον καλούπι
μέσα στον φούρνο στην πυρά
εκρούσαν  νακον  τα μυαλά
τζι ονομασεν τον «stupid»

Τζιαι  φκηκεν ο μισάθροπως
στεγνός που την  αγάπην
που μες τις φλέβες του περνά
τζιαι που το στόμα του ξερνά
μίσος τζιαι το γινάτην

Λυπούμε τον που τον θωρώ
θα εν δυστυχισμένος
θέλει  συμπαθκειον  τζιαι στοργή
περκι  γλυκάνει η ψυσιή
τζιαι’ εν κρίμα ο καημένος

Κ.Π (8/18)

Συνείδηση ( Ι )

Ανταν τζιαι είδεν η κουφή
την  κωλοσυρμαθκιάν της
Ξιππάστηκεν που το κακόν
που έφερνεν  μιτά της

Τζιαι σου λοασαι άθρωπος
τάχατες  κοφκει ο νους σου
Τζιαι σιαίρεσαι με το κακόν
ως  τζιαι  του διπλανού σου

Κώστας Πατίνιος

Πελλότοπος

Ένα ποίημα που προέκυψε μετά από διάλογο με τον Ποιητή Κώστα Βασιλείου και γελώντας μου το χαρακτήρισε Ευνουχισμένο ποίημα γιατί κατά την άποψη του δεν παίρνει σαφή θέση. Ωστόσο ενθουσιάστηκε με την ανάδειξη της διαφωνίας μέσα από την κυπριακή διαλεκτό . Συμφωνήσαμε με πολλή αγάπη ότι διαφωνούμε και μου έδωσε την έγκριση του να δημοσιεύσω και αυτό τον πρόλογο.

Αχ τούτος ο πελλότοπος
Πο’σιει μυαλά μελατα
Φαουσαρκάν τζιαι γλωσσαρκάν
Τζι ούλλα τα σκίτσα του Αρκά
Μαζίν του κουβαλά τα

Μες τούτον τον πελλότοπον
Με το μισόν θωρούν σε
Αν μεν δηλώσεις προσταγήν
Με τους πόδα η τους ποτζεί
Ούλλοι πετροβολούν σε

Μες τούτον τον πελλότοπον
Κάθε πελλός τζι ο νους του
Εφάτσιησεν του η πυρά
Τζι όπως τον ζίζηρον σφυρά
Καταμεσής τ’ Αούστου

Στο μαϊττάππιν πιάνουσιν
Οι ξενοι που θωρούσιν
Μούχτην αλλά τζιαι βερεσέ
Τον άθρωπον τον τζιερεμέ
Δείχνουν τον τζιαι γελούσιν

Κώστας Πατίνιος

Ο Ποιητής τζι εγιωνι, σγαρτιλι τζιαι παγώνι

Κάθε ποίημα έχει τη δίκη του ιστορία . Το ποίημα που ακολουθεί  γεννήθηκε μετά από κουβέντα με τον ποιητή Κώστα βασιλείου για την ανάγκη χρίσης της κυπριακής διαλέκτου (γλώσσας)  αλλά και την απλότητα των ποιημάτων ότου σώστε να είναι κατανοητό το νόημα σε αυτόν που το διαβάζει.

 

Του ποιητή που εν θέλει
τζιαττισμα μες το ποι(η)μα
εγιώ εν είμαι χάππι του
τζι έτσι για το γινάτι του
διώ της ρίμας βήμα.

Όι πως έιμαι τίποτες
για παίζω καποιο ρόλο
όμος φακκα μου που θωρώ
να κάμνουν όπως το μωρό
που κλαίει δίχα λόγο.

Ω ποιητή της ποίησης
της μεταποίησης
της κακοποίησης
του λίγου
του όλου
του κώλου
Ουπς! Συγνώμη κιόλας

Ω ποιητή του Χαρβάτ
του παπιγιόν
της γραβάτας
ποιητή τα κάναμε σαλάτα

Αν η ξερή σου τζιεφαλή
σιεττά σε να συντύσιεις
πε μου θκυο λόγια ναν απλά
όμορφα, κατανοητά
αν θέλεις να μου ντζίσεις

Ειδέ ότι τζιε να μου πεις
τα λόγια σου τα χάννω
Αφ’ υψηλού μεν χουμιστεις
εγλεπε μεν ιζαλιστεις
τζιαι πέσεις που τζιει πάνω.

Κωστας Πατίνιος

« Older entries

Αρέσει σε %d bloggers: