Άστα να πάνε

Στρατολογω τους στιχους μου
Στις μαχες του μυαλου μου
Τριγυρω μου αμμολοφοι
Που κρυφτηκαν τοσοι σοφοι
και η μικρη Ραλου* μου

Οθονες ξεχειλιζουνε
Εικονική ειρηνη
Τα δοντια ακονιζονται
Τα σαλια ηδονιζονται
Μυρίζουν πτωμαΐνη


Τι να σου κανω ποιητη
Η ποιηση δεν πειθει
Προσαρμοσμενη στους καιρους
Τους δισεκτους τους χαλεπους
Αλλαξανε τα ήθη

* Η μικρή Ραλου : Τραγούδι σε στίχους Γκάτσου και Μουσική Χατζηδάκη.

Κ.Π 19/10/20

Έντιμε άνθρωπε

Έντιμε άνθρωπε, μες τη Βουλή
Ξεπλένεις χρήμα, πουλάς ψυχή
Κλείνεις το μάτι με τσαχπινιά
Κι έχει το βλέμμα σου μια σιγουριά
Πιες στην υγειά μας κι άλλο κρασί
Που θ’ ανεχθούμε κι άλλη στραβή
Έντιμε άνθρωπε μες τη Βουλή
Πώς μου θυμίζεις τον κυρ-Παντελή
Εντιμε άνθρωπε κυρ- βολευτή
Δεν θα ιδρώσει κανένα αυτί
Είσαι και συ σαν κι εμάς
Είμαστε όλοι ένας γούμας (κοτέτσι)

Κ.Π 12/10/20

Τα κακά του Αουστου

Όπου τζιαι νάσαι
εξυπόρτησεν τζιαι ο Άουστος
Έφα τζιαι φέτος κάμποσα
σύκα τζιαι παπουτσόσυκα
επία θάλασσα τζιαι βουνό
Α! είδα τζιαι το φεγγάρι γεμάτο…
τζιαν καρτεράτε να πω για τα κακά του
εν θα το κάμω
εν ηφταιει ο Αουστος
για την ξερή
του αθρώπου την κελλεν

Ιστορίες του Γιώρκου

rouleta

Η μια ιστορία δίνει τροφή για θύμησες και καταγραφή και άλλων ιστοριών.
Αφού καταγράψαμε ιστορίες με τα δυο του πάθη (χωράφια και θάλασσα), σειρά έχει το τρίτο πάθος. Θα το αφήσουμε όμως να αποκαλυφθεί στην εξέλιξη της ιστορίας.
Ο παπάς του Γιώρκου είσιεν καφενέ στην πάνω Τζιερύνια στην περιοχή «Τουσιεμε» (τουρκική λέξη που θα πει παράμερα ) στην οδό 25ης Μάρτιου από τις αρχές της 10ετιας του ’60 μέχρι την εισβολή του ’74.
Η σημερινή ιστορία διαδραματίζεται μέσα στον καφενέ.
Ο παπάς του Γιώρκου, ο κ. Κώστας, ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος και μια ιστορία από μόνος του (για αυτόν έχω γράψει παλιότερα). Μερικά χαρακτηρίστηκα τις προσωπικότητάς του τα επαναλαμβάνω εδώ:
Ο Κώστας είσιεν όνομα για την καθαριότητά του, τζιαι όταν του παράγγελναν σάντουιτς, τα έφτιαχνε χωρίς να αγγίζει καθόλου το χέρι του πάνω στο φραντζολάκι. Χρησιμοποιούσε μασιαίρι τζαι πιρούνι, ακόμα τζιαι για να κόψει το φραντζολάκι, τζιαι με τον ίδιο τρόπο με μασιαίρι τζαι πιρούνι, έβαλλε μέσα το χαλούμι, το πόλιπιφ, την τομάτα τζιαι το αγγουράκι, έβαλλέν τα μες το πιάτο τζιαι τα σέρβιρε. Με λλία λόγια, χωρίς να το ξέρει πριν τόσα χρόνια, έκαμνε τούτον που λαλούν σήμερα «Συστήματα Διαχείρισης Ασφαλείας Τροφίμων». Επιερώννετουν , επλύνησκεν τα σσιέρκα του τζιαι ύστερα έκαμνεν άλλον σάντουιτς.
Σε μιαν άκραν του καφενέ είσιεν τζαι μιαν τσαέραν «την τσαέραν του μουζομένου» τζιαι έγραφεν το τζιαι πάνω, ήταν μόνο για τον Γιώρκον, τον σιεράν που είσιεν μαγαζίν απέναντι, τζιαι ήταν πάντα μουζομένος… Γι’ αυτό είσιεν του την δικήν του καρέκλα, για να μεν του ξιμαρίζει τζαι τις άλλες.
Όποιος έπινεν τσιάρον μες τον καφενέ τζιαι πέτασσεν το ποτσίαρον χαμαί, επροειδοποιούσε τον τρεις φορές τζιαι ύστερα απαγόρευκέν του την είσοδο, εν τον ήθελαν για πελάτη.
Όταν εμεγαλώσαν λλίον τα παιθκιά του, επιαίναν τζαι βοηθούσαν τον στις δουλείες του καφενέ για να ξεκουράζεται λλίον τα μεσημέρκα, αφού ο καφενές άνοιεν που τις 5 το πρωί. Επήαινε τζιαι τζοιμάτουν νάκκον τζιαι εστρέφετουν να συνεχίσει ως το βράδυ.
Η ιστορία διαδραματίζεται όταν ο Γιώρκος ήταν κάπου κοντά στα δεκαεξι τζιαι ο Ζαχαρίας στα δεκατρία.
Μια μέρα μπαίνει μες το μαγαζί ένας χωραΐτης τζιαι λαλεί του κ. Κώστα:
-Μάστρε Κωστή έχω κάτι μηχανέες τυχερές που εν να παίζει ο κόσμος και να μας αφήνει κκιάριν καμιά δεκαρκά λίρες τον μήνα να τες μοιράζουμε. Λαλούν τες ρουλέττες, βάλεις ένα σελίνι άμα παίζεις, καμιά φορά κερδίζεις, σπάνια πιάνεις το jackpot αλλά τες παραπάνω φορές χάνεις. Δέχεσαι να σου αφήκω μια μες το μαγαζί και στον μήνα να έρτω ξανά να κανονιστούμε τζιαι θωρούμε;
Πράγματι, όταν πέρασε ο μήνας ήρτεν ο χωραΐτης τζιαι με το μοναδικό κλειδί που εκράτεν τζιείνος άνοιξεν τζιαι έφκάλε την κάσσια, εμέτρησεν τα ριάλλια τζιαι έδωσε στον κ. Κωστή τεσσεράμισι λίρες κκιάρι.
Ο κ. Κωστής εχάρηκε. «Να ’σαι καλά, γιε μου», λαλεί του αθρώπου, «εν νεν άσιημα ριάλλια, εν καλά».
Να σημειωθεί ότι την εποχή για την οποία μιλάμε το ενοίκιο του καφενέ ήταν έξι λίρες τον μήνα.
Περνά ο επόμενος μήνας τζιαι έρκεται ξανά ο χωραΐτης να ανοίξει τη μηχανή. Φκάλει την κάσσιαν έξω, αμμά μπακκίρα εν είσιε μέσα. Έμεινε σύξυλος τζιαι εθωρούσε μια την μηχανή τζιαι μια την κάσσια, τζιαι εμουρμούραν «εν γίνεται ένε δυνατόν, κάτι συμβαίνει με τούντο πράμα».
Λαλεί του ο κ. Κωστης: «Μα τι έπαθες»;
Απαντά o χωραΐτης: «Η κάσσια εν έσιει μπακκίρα μέσα».
Γυρίζει ο Ζαχαρίας τζιαι θωρεί τον Γιώρκο που χάλουππα χάλουππα φκαίνει που την πόρτα, καβαλληκά το ποήλατο τζιαι χάνεται.
Πάει να βουρήσει τζιαι ο Ζαχαρίας αλλά αρπάσσει τον ο τζύρης του που το αυτίν τζιαι γονατά τον χαμαί.
-Λάλε ήντα που κάμετε τα μεσομέρκα που τζοιμουμουν.
– Εν είμαι εγώ, εν ο Γιώρκος.
-Λάλε ήντα που έκαμεν.
– Έτο έπαιζε την μηχανή συνέχεια μέχρι που έπιανε το jackpot.
-Τζιαι ριάλλια πού εβρίσκετε, ρε;
– Παπά, εν τζιαι έβαλλε σελίνια μέσα, έφκαλεν μια τρύπα πάνω σε ένα σελίνι τζιαι έδυσέν το με τη μισίνα. Έβαλλέν το τζιαι έφκαλέν το, ώσπου η μηχανή ευτζιέρωσεν.
– Τζιαι γιατί εν μου το είπες νωρίτερα, ρε;
-Γιατί είπε μου εν να με δέρει άμα σου το πω.
Μετά που τούτο, λαλεί τζιαι ο χωραΐτης:
– Άτε, μάστρε, είχα μες τη μηχανή δέκα λίρες. Πιέρωσε τα μισά να πάμε πάτσι.
-Να έναν πεντόλιρον, πιας την μηχανή σου τζιαι να με ξαναπατήσεις δαμέσα, γιατί εν τζιαι κοπελλούθκια που έκαμα εγιω, εν σατανάες… εν σατανάες!
Κ. Π

Ιστορίες των χωραφιών και τις θάλασσας

πλαστικο μπανιοΠρωταγωνιστής αυτών των ιστοριών είναι  ο Γιώρκος που το Καρακουμι της Κερύνειας.
Γεννήθηκε πας το κύμα, στο «Παϊρούδι»( παραλία  στο Καράκουμι) όπως συνήθιζε να λέει και πέρασε εκεί τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια, σε ένα σπίτι που ειχε για αυλή δυο σκάλες περιβολή και σύνορο την άμμο και το κύμα.
Το κολύμπι και το ψάρεμα ήταν συνυφασμένο με την ίδια του στη ζωή.
Το Καράκουμ ήταν χωρίο σχεδόν ενωμένο με τη Κερύνεια και  1973 έγινε προάστιο της.
Δεν θα αναφερθούμε στα του χωριού  η στα παιδικά του χρόνια που πέρασε με τα δύο του αδέλφια και τη μια αδελφή που ειχε  αλλά σε αυτή την ιστορία θα πάμε μεταγενέστερα, στο 1998.  Αφού τόσο ο η αδελφή όσο και τα δυο του αδέλφια ξενιτευτήκαν για να βρουν τη τύχη τους  ο αδελφός του ο Ζαχαρίας αγόρασε ένα σπίτι στη παραλία της οροκληνης (όχι πως του θύμιζε το Καράκουμι αλλά έβλεπε τουλάχιστο θάλασσα και το θυμόταν) και περνούσε τις διακοπές του εκεί .

Η ιστορία…

Ήταν μέσα στο χειμώνα, τσουχτερό κρύο , Δεκέμβρη μήνα, μετά από μια μεγάλη θαλασσοταραχή έσπασαν τα δίχτυα σε ιχθυοτροφείο κοντά στη Ξυλοφάγου   και γέμισε η θάλασσα της περιοχής με τσιπούρες και λαβράκια . Ήταν κατά τις δέκα το πρωί και μόλις το άκουσε ο Ζαχαρίας σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου…
– Γιώρκο… ρε άκουσες τα νέα?
-Όχι ηντα νέα ?..
-έσπασαν τα δίχτυα τζισι εγεμωσεν ο τόπος ψαρκα, τσιπούρες τζιαι λαυράκια.
– Ατε ετοίμαστην  βάρκα και σε καμία ώρα είμαι Σκάλα*(Λαρνακα) να πάμε να ψαρέψουμε.
Πραγματικά σε καμία ώρα ο Γιωρκος με τον αδελφο του το Ζαχαρία υπό τις διαταγές του μεγάλου αδελφού (Γιώρκου) τράβηξαν για τον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό στις βάσεις της Δεκέλειας και όταν έφτασαν έριξαν άγκυρα εντος της θάλασσας των βρετανικών βάσεων Δεκέλειας λίγα μέτρα από τη στεριά.

Ετοίμασαν τα καλάμια έβαλαν  δόλωμα και πράγματι από τη πρώτη ριξιά και οι δύο τους έπιασαν ψάρι, σε διάστημα μισής ώρας είχε γεμίσει το πάτωμα της βάρκας με ψάρια.

Στη παραλία και πάνω στα βράχια είχε αρκετούς ψαράδες αλλά δε πιαναν τίποτε ,ένας από αυτούς που έβλεπε ότι τα αδέλφια είχαν ριξιά και ψαριά αποφάσισε να περάσει τα συρματοπλέγματα που χώριζαν επί του εδάφους τη κυπριακή δημοκρατία από της βρετανικές βάσεις για να πάει πιο κοντά αλλά τον αντιλήφθηκε αστυνομικός και τον ανέκοψε.

Κύριε, κύριε του λέει ο αστυνομικός απαγορεύετε να περάσεις τα συρματοπλέγματα,
-Μα γιατί ολαν τζινοι μες τη θάλασσα δικαιούνται εμένα γιατί με σταματάς
-Εκείνοι είναι σε βάρκα και είναι διαφορετικό

Έφυγε βλαστημώντας και βρίζοντας ο επίδοξος ψαράς, μπήκε στο άσπρο διπλοκάμπηνο αυτοκίνητο του και εξαφανίστηκε.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και επέστρεψε, έβαλε το αυτοκίνητο του όσο πιο κοντά μπορούσε στο συρματόπλεγμα που χώριζαν τα εδάφη της δημοκρατίας από της βάσεις Δεκέλειας  και ξεφόρτωσε ένα μεγάλο πλαστικό μπάνιο, το έριξα στη θάλασσα  έβαλε μέσα τα καλάμια ψαρέματος ,μια σακούλα με δόλωμα και αρχίζει να κωπηλατεί με ένα αυτοσχέδιο κουπί που έμοιαζε με αυτό το εργαλείο που φουρνίζουν το ψωμί.

Σιγα σιγά έφτασε κάπου  15 μέτρα κοντά στη βάρκα με τα δύο αδέλφια και έριξε το καλάμι για ψάρι, δε πρόλαβε καλά καλά να πέσει  το αγκίστρι στη θάλασσα και πιάνει το πρώτο ψάρι.

Πάνω στο κούνημα που προκάλεσε το αγκιστρωμένο ψαρί (ήταν και μεγαλούτσικο)  αναποδογυρίζετε το πλαστικό μπάνιο και βρίσκετε ο επίδοξος ψαράς μέσα στη θάλασσα με το  καλάμι που δεν το άφηνε με τίποτα στο ένα χέρι  και με το άλλο να κρατά  το μπάνιο και να φωνάζει «βοήθεια, βοήθεια εν να πνιω σώστε με,…»

Ατε ρε Γιώρκο λέει ο Ζαχαρίας στον αδελφό πάμε κα τον σώσουμε.

-Άστον να πνιει τον ππεζεβεγγην που ετολμησεν να ερτη να μας πιάσει τα ψαρκα

Ο Ζαχαριας πιο ψύχραιμος ανέβασε τον επίδοξο ψαρά και το πλαστικό μπάνιο στη βάρκα του ,αλλά ο Γιωρκος του «κατάσχεσε» το καλάμι και το μεγάλο ψάρι

 

Όταν έβγαλαν τον επίδοξο και παραλίγο πνιγμένο ψαρά, έτρεμε σα το πούλι από το κρύο και κτυπούσαν τα δόντια του.

Του λέει τότε ο Γιωρκος

-Ατε γιε μου Πιασ’ το «μπάνιο» σου τζιε τραβα εάσω σου να αλλάξεις πριν σε πιαει καμιά Πούντα τζιε έχουμε το κρίμα σου

-Τζιε το καλάμι με το ψάρι μαστρε ε θα μου το δώσεις?

-Ρε μα εν αντρεπεσαι,  εισαι τυχερός που ε σου επεια τζιε το «μπάνιο» τζιαι να σε αφήκω να πνεεις τώρα ζητάς τζιαι ρέστα, εν εξερεις τους νόμους της θάλασσας, που λαλουν ότι βρίσκεις σε ναυάγιο δικαιούστε να το κατασχέσεις?

Έσκυψε το κεφάλι του κάτω ο επίδοξος ψαράς και τράβηξε  για το αυτοκίνητο του.

Γιώρκο λέει ο Ζαχαρίας  εκαμες μας ρεζίλι , εν αντροπη,

Ατε λέει ο Γιώρκος λάμνε δωστου  το καλάμι αλλά το ψάρι με του το δωκεις γιατί θα τσακωθούμε α!!!

 

Στο καφέ

Στον εσωτερικό κλιματιζόμενο χώρο
περιμένω καφέ
έξω 42 βαθμοί κελσίου
Απέναντι μου Ένα ζευγάρι
δεν ανταλλάζει κουβέντα
Ο κύριος (κοντά στα 65) παγωμένο καφέ
σε ψηλόλιγνο ποτήρι
η κυρία (συνομήλικη του) βραστό καφέ
σε κούπα (καπουτσίνο εικάζω)
μπροστά τους από ένα πιατάκι
αλμυρά για εκείνον
κάτι που μοιάζει καρυδόπιτα εκείνη
στο κέντρο του τραπεζιού άλλο ένα πιατάκι
γαλακτομπούρεκο
Πάνε 22 λεπτά που δεν είπανε κουβέντα
κοιτάνε δεξιά και αριστερά
στο γαλακτομπούρεκο
Δίκαια μοιρασιά δεν λέω
κανείς δεν γέλασε κανενός στο φάγωμα του.
29 λεπτά και δεν είπαν κουβέντα
31 λεπτά η κυρίας βγάζει τα κλειδιά του αυτοκίνητου από τη τσάντα της
τα αφήνει στο τραπέζι
32 λεπτά τα πήρε εκείνος και ξεκίνησε με αργό βήμα
στα δυο μέτρα ακολουθει εκείνη
33 λεπτά χάθηκαν από το οπτικό μου πεδίο
Δουλεία δεν είχα θα μου πείτε και χάζευα
Μα εγώ το μέλλον κοίταζα πολλών από εμάς

Στον καφέ
Στο γλυκό
Στο αλμυρό
Στο κενό

29/7/20

Δεκαέξι ώρες σε εξήντα τετραγωνικά (Θεατρικός μονόλογος)

μονολογοσ1
Τις μέρες του εγκλεισμού και τις κοινωνικής αποστασιοποιήσεις πειραματίστηκα σε ένα πρωτόγνωρο για μένα είδος γραφής, αποπειράθηκα να γράψω ένα θεατρικό μονόλογο.
το αποτέλεσμα είναι οι   «Δεκαέξι ώρες σε εξήντα τετραγωνικά»  και το δημοσιοποιώ εδώ

 (1)
Καλημέρα κόσμεεεε… καλημέρααααα.

Είναι η ζωή ένα ταξίδι αναψυχής; Ένα παιχνίδι μιας στιγμής; Ένα τίποτα
ή αφορμή για κάτι άλλο;
Άντε να δούμε πόσο καλή θα είναι και αυτή η ημέρα.
Ξύπνησα κεφάτη, με φιλοσοφικά ερωτήματα και δεν έχω πιει ακόμα ούτε καφέ.
Εγερτήριο, λοιπόν, και σβέλτα γιατί θα είναι γεμάτη η σημερινή μέρα:
Θα πάω δουλεία, το μεσημέρι θα γευματίσω με το καινούριο φλερτ, το απόγευμα μετά τη δουλεία γυμναστήριο, και μετά για ένα ποτάκι με παλιούς συμμαθητές…
Λάθος σενάριο.
Τώρα μόνο στα όνειρα, μόνο στα όνειρα μπορώ να σας αγγίζω (Τραγουδιστά)

Σκηνοθέτη, πάμε ξανά απ’ την αρχή…

Ύπνος, πρόγευμα, καναπές, ξεμούδιασμα, καναπές, καναπές, τουαλέτα, καναπές, καναπές,
φαΐ και πάλι ύπνος.
Σας λέει τίποτα όλο αυτό;
Ζωολογικός  κήπος τα σπίτια μας.
Αστείο, ε;

Τελικά δεν είναι αστείο· σαν τους πιθήκους σε κλουβιά είμαστε.
Ότι  θα ζήλευα αυτούς που πάνε δουλειά, δεν το περίμενα ποτέ μου.
Ότι θα πεθυμούσα να δω αυτό το στριμμένο άντερο που ονομάζετε «αφεντικό»,
ούτε αυτό το περίμενα.
Πολύ περισσότερο, δεν περίμενα να του πω, όταν μου τηλεφώνησε για να μου αναγγείλει αναστολή εργασιών:
«Ας ανοίξουν οι δουλειές και δεν θέλω καλοκαιρινή άδεια, κύριε Νίκο!!»
άκουσον άκουσον, ξεστόμισα μια τέτοια πρόταση που, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα μου το συγχωρούσα ποτέ.

Τόσο καλά… δεν πάμε καθόλου καλά!

Αναστολή εργασιών στο γραφείο μέχρι νεοτέρας.
Έτσι κι αλλιώς δεν πήγαινα.

Ήμουν από της πρώτες που έμεινα σπίτι, στο περίμενε.
Και περιμένω και περιμένω και κανείς δεν ξέρει πόσο θα περιμένω…

(2)
Πάνω από ένας μήνας πέρασε από τότε που πρωτοεμφανίστηκε ο κορονοϊός στην Κύπρο και είμαστε μια ανάσα πριν το Πάσχα.
Θυμάστε τη μέρα εκείνη, της πρώτης ανακοίνωσης;
Ρωτώ γιατί έχουμε κοντή μνήμη εδώ στην Κύπρο.
Αν όχι, να σας θυμίσω εγώ. Στις 9 Μαρτίου του ’20, ήταν η πρώτη ανακοίνωση.
Δυο τα κρούσματα.
Το ένα, μάλιστα,επαγγελματίας υγείας.
Γιατρός που τον άρπαξε από πρόσφατο ταξίδι του στην Αγγλία.
Λες και ήθελε να νοσήσει ο άνθρωπος! Έπεσαν όλοι πάνω του να τον φάνε.
Και τι δεν είπαμε…
Λαϊκό δικαστήριο στήσαμε, αλλά μέχρι να κανιβαλίσουμε και να χορτάσουμε αίμα, μας βγήκε ξινό.
Ο άνθρωπος δεν είχε μολύνει κανένα, αυτό κατέδειξε η ιχνηλάτηση.
Τα γεγονότα τρέχουν και μας προσπερνούν.
Άρχισαν να έρχονται καθημερινά νέα κρούσματα.
Σχετικοί και άσχετοι στα τηλεοπτικά παράθυρα, πάνε και έρχονται,
Δεν άρχισε να κάνει την εμφάνιση του και το πρώτο προεδρικό διάγγελμα.
Τα νέα κρούσματα έφεραν τα πρώτα μέτρα, και αφού δεν είχαν αποτέλεσμα, μας ρίξανε στην καραντίνα.

Και να ’μαι εδώ.
Μέσα σε ένα διαμέρισμα κλειδωμένη, μόνη, χωρίς οικογένεια, χωρίς παιδιά χωρίς σύντροφο. Να πρέπει να περιοριστώ στα εξήντα τετραγωνικά μέτρα μέχρι να ανοίξουν και πάλι οι δουλείες, αν υπάρχουν δουλειές, και αν δεν βρεθώ με καμία επιστολή απόλυσης λόγω πλεονασμού!

Lockdown σου λένε και μπήκαν στην καθημερινότητά μας λέξεις όπως «Covid 19», «μονάδα αυξημένης φροντίδας», «ιχνηλάτηση», «επιδημιολόγοι», «μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης», «καραντίνα», «αντισηπτικό», «μάσκα», «τηλεκπαίδευση»…

Κι εκεί που πρώτη μούρη στο γυαλί ήταν οι πολίτικοι, μάθαμε να προφέρουμε και να αναγνωρίζουμε νέα πρόσωπα: «Κωστρίκης», «Κολιού», «Γεωργίου», «Καραγιάννης»…

Τους τελευταίους, μεταξύ μας, τους προτιμώ από τους πολιτικούς· όπως και να το κάνουμε είναι πιο συμπαθητικός ένας κ. Λεόντιος Κωστρίκης από έναν Πρόδρομο Προδρόμου, λέω τώρα ένα όνομα, μην το πάρετε προσωπικά, κ.Υπουργέ.
Οι επιστήμονες έχουν μια αξιοπιστία στον λόγο τους, ένα άλλο εκτόπισμα σε σχέση με τους πολιτικούς: τους ακούς και απουσιάζει από τον λόγο τους αυτό το «θα θα θα» το γεμάτο υποσχέσεις.
Άλλο η επιστημονική τεκμηρίωση και άλλο ο πολιτικός λόγος.

 

(3)

Η ευτυχία βρίσκεται στη ρουτίνα της καθημερινότητάς μας.
Χάσαμε τη ρουτίνα μας, χάλασε η καθημερινότητά μας.

Τα καφενεία όλα κλειστά, τα γραφεία στοιχημάτων επίσης, οι χώροι εκτόνωσης των μαζών όλοι κλειστοί, το ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο κατρακυλά και η μόνη παρηγοριά του κοσμάκη το στοίχημα, η πρόβλεψη που ανακοινώνεται ζωντανά κάθε μέρα η ώρα έξι το απόγευμα από την επιστημονική ομάδα του Υπουργείου Υγείας για τα νέα κρούσματα κορονοϊού στην Κύπρο και στον κόσμο. Όσοι πρόβλεψαν σωστά κερδίζουν μια βαθιά ανάσα ικανοποίησης και ένα ραντεβού με τον τζόγο όταν ανοίξουν τα γραφεία στοιχημάτων.

 

Μου στέλνει ένας φίλος ανώνυμο δημοσίευμα σε Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης.
Ίσως, λέει, να είναι το τελευταίο Πάσχα που κάνoυμε ως ελεύθεροι άνθρωποι. Σε λίγους μήνες θα γίνεται υποχρεωτικός σε όλους ο εμβολιασμός για τον Covid 19 και διαμέσου του εμβολίου θα μας περάσουν στον οργανισμό μας μικροτσίπ υγρής μορφής.
Με αυτόν το τρόπο θα ελέγχουν τις σκέψεις, ακόμη και τις αναμνήσεις και θα μας δίνουν εντολές. Στόχος της νέας τάξης πραγμάτων να καταστρέψει το έξτρα γονίδιο του ΕΛΛΗΝΑ!!! ΩΧ, έχει έξτρα γονίδιο ο Έλληνας και αυτό είναι που καθορίζει την ελληνικότητά του;
Αχ, και πού ’σαι να προλάμβαναν να έρχονταν οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας 5G στην Κύπρο, να δούμε τι θα ακούγαμε. Τι, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν κρυφά; Όχι, κάλε μου άνθρωπε, δεν ήρθαν και δεν θα έρθουν σίγουρα στους επόμενους μήνες, αφού τεχνολογικά είμαστε πίσω κατά ένα με δυο χρόνια.
Εντάξει, εντάξει, ξέρω ότι έχουν εγκατασταθεί μερικές δοκιμαστικά, αλλά ώς εδώ.
Γέμισε το διαδίκτυο με καμένους εγκέφαλους που τις περισσότερες φορές χωρίς να διασταυρώσουν μια είδηση, την υιοθετούν και την αναπαράγουν.
Βαρέθηκα τα κοινωνικά δίκτυα, facebook, Instagram, twiter … όλα
Σχεδόν όλα…

Έχει ένα που ονομάζετε τικ-τοκ, αυτό τώρα το μαθαίνω.
Είναι μια πλατφόρμα με μουσική και αυτοδημιούργητα βίντεο, έχει πολύ πλάκα!
Αν μη τη άλλο αυτό σου ερεθίζει τη δημιουργικότητά.

(4)

 

Ο εγκλεισμός με έφερε σε επαφή με τα μαθητικά μου χρόνια.
Κάποιων συμμαθητών δεν θυμάμαι τα ονόματά τους, κάποιων άλλων την εικόνα τους.
Περάσαμε τρία χρόνια μαζί, έχω θύμησες από μαθητικούς έρωτες, από κοπάνες, από αποβολές, έχουμε κοινή αφετηρία και έχει ενδιαφέρον να μάθω την εξέλιξη της ζωής τους.
Το γκρουπ στο viber με τους συμμαθητές («παλιό-συμμαθητές», όπως το ονόμασαν) έφτιαξε με πολλή αγάπη για να έχουμε κάτι να ασχολούμαστε η Μιράντα.
Προσωπικά άρχισε να με κουράζει πολύ γρήγορα, κουδουνίζει συνέχεια, δεν αντέχω αυτόν τον ήχο… αφού αναγκάστηκα να ρυθμίσω τη συνομιλία να μην το ακούω.  Διαβάζω ανελλιπώς όμως τα μηνύματα. Τετρακόσια – πεντακόσια μηνύματα τις πρώτες μέρες… τώρα έπεσε η απόδοσή μας, κάποιοι αποχώρησαν και από το γκρουπ…
Ε, καμιά τρακοσάρια μηνύματα τη μέρα καλά είναι!

(Σκηνοθετική οδηγία)
Παίρνει το τηλέφωνο στο χέρι και διαβάζει μεγαλόφωνα τα μήνυμα κάνοντας
scrolldown
«Αγαπημένοι μου συμμαθητές, σας καλωσορίζω! Καλή Ανάσταση να φτάσουμε και καλή αντάμωση μετά το πέρας της καραντίνας».

«Χαρούμενη χρυσή πρωτοχρονιά! (δεν μου άρεσε ο χρόνος που διανύουμε, πάμε για replay)».
«Ευτυχισμένα  Γενέθλια».
«Δεν είναι ανάγκη να κάνουμε replay, Αντρέα μου, άσ’ τον να φύγει ώσπου εν‘ φως τζι ανώρας»
«Χαιρετίζω τους πανέξυπνους και πανέμορφους συμμαθητές».

«Καλό απόγευμα και από την ξενιτεμένη σας συμμαθήτρια! Χαιρετισμούς από την Αθήνα, μένουμε σπίτι, μένουμε ασφαλείς και εμείς εδώ».

«Σας χαιρετώ και σας αγαπώ όλους».
«Σπίτι με τα παιδιά, δουλειές δουλειές και δουλειές… άμα είναι μικρά τα μωρά είναι δύσκολα τα πράγματα»
«Να γράψει ο κάθε ένας λίγα πράγματα για τον εαυτό του. Έχετε όλοι οικογένεια, παιδιά; Εγώ ήρθα εδώ Αθήνα για σπουδές και παρέμεινα, έκανα οικογένεια και έχω δυο μικρά μωρά 7 και 5 χρόνων, τον Παναγιώτη και τη Σοφία».
«Σεξ κάνετε ή ξεχάσετε αυτό το παιχνίδι;»
«Γεια σας! Άκουσα σεξ και μπήκα».

«Ρε  Γιώργο, ρε Όμηρε, έλεος!»

«Οκ, εγώ χώρισα έχω μια κόρη δεκαέξι χρόνων».

«Έχω έναν γιο 7 χρόνων εκτός γάμου και είμαι αστυνομικός».

«Μα η Μιράντα πού είναι; Έκανε το γκρουπ και εξαφανίστηκε».

 

Και πάνε και έρχονται τα μηνύματα χωρίς ιδιαίτερη ουσία…
Εγώ εδώ να διαβάζω σχεδόν αμέτοχη όποτε μου κάνει κέφι.

Ανταλλάζω καμιά πιο ουσιαστική κουβέντα με προσωπικά μηνύματα με ένα-δυο από τους συμμαθητές. Μπορείς να το ονομάσεις και κουτσομπολιό των όσων διαβάζουμε στο γκρουπ.

«Καλημέρα.
Προβληματισμοί που μόνο εσύ μπορείς να καταλάβεις. Λέμε αστεία, γελάμε και δεν ακούμε ούτε ένα γέλιο. Μιλούμε τόσο πολύ μα δεν ακούς τον ήχο της φωνής.
Συμπονούμε τον άλλο χωρίς ένα άγγιγμα, μια αγκαλιά. Βλέπω κάθε μέρα ότι έχω 300-400 μηνύματα και χαίρομαι.
Αλλά μου λείπουν όλα. Τα γέλια, οι φωνές, μια αγκαλιά, ένα βλέμμα. Μου λείπει ο άνθρωπος. Έχω πρόβλημα;»

 

Και να της απαντώ:

«Καλημέρα, καλή μου φίλη.
Χαίρομαι για τους προβληματισμούς σου. Όχι, δεν έχεις κανένα πρόβλημα. Αντίθετα, δείχνεις σθεναρή αντίσταση στην αλλοίωση των πραγματικών αναγκών του ανθρώπινου γένους. Δεν μπορούμε όλα να τα αντικαταστήσουμε με την εικονική πραγματικότητα. Οι αισθήσεις πρέπει να λειτουργούν όλες σε αρμονία».
Εγώ έβαλα στο αθόρυβο τη συνομιλία και τα διαβάζω οπότε μπορώ και όσα προλαβαίνω. Ναι, χαίρομαι που υπάρχει μια επαφή αλλά χάνεται το μέτρο. Είναι σαν να είμαστε σε μια μεγάλη αίθουσα και μιλάνε πολλοί μαζί, μικρά και πιο μεγάλα πηγαδάκια, άλλοι είναι σιωπηλοί και απλά παρακολουθούν.
Είναι όμως ένας τρόπος να μας κρατάει σε επαφή.

 

(5)

 

Όσο διάβαζα τα μηνύματα των συμμαθητών, η φίλη μου η Σοφία ζούσε κυριολεκτικά ένα ανέκδοτο και έστελνε sms για να την πάρω τηλέφωνο.
«Όταν ξυπνήσεις πάρε με τηλέφωνο», μου γραφεί.
Σημειώστε ότι με τρέλανε εδώ και μια εβδομάδα να ξεκινήσω τροχάδι μαζί της, αλλά εγώ δεν… την παίρνω τηλέφωνο και γελάει:
«Κόρη», μου λέει, «ξέρεις τι έπαθα;»
«Πού να ξέρω εγώ, πε μου για να μάθω», της λέω.

Μέσα από αδιάκοπο γέλιο μού εξηγεί πως την σταμάτησαν πρωί-πρωί οι αστυνομικοί να την ελέγξουν, ενώ έκανε τροχάδι.
«Και πού είναι το αστείο », διερωτώμαι.
«Κόρη», μου λέει, «με περίπαιζε ο αστυνομικός. Με ρωτούσε αν πάω σε κηδεία τρέχοντας και δεν καταλάβαινα. Ώσπου να αντιληφθώ τι έγινε, πέρασαν και πέντε λεπτά».
«Κόρη φαντάσου», συνέχισε, «έστελνα για μια εβδομάδα sms το νούμερο 7 που είναι για κηδεία και έβγαινα για τρέξιμο!»

 

(6)

 

Πάει η ώρα, κοντεύει μεσημέρι. Μεσημέρι, αλλά ποιας μέρας;

Τι μέρα είναι σήμερα… λες και έχει σημασία η ημέρα, όλες είναι οι ίδιες.
Τι Δευτέρα,τι Τρίτη, τι Σαββατοκύριακο· από το πρωί ίσαμε αργά το βράδυ τα ίδια πράγματα.
Στις πρώτες μέρες κατέβαζα κάθε μέρα τα ρούχα από τα ερμάρια και τα έβαζα πίσω στη θέση τους ξανά, αντάλλασσα χειμερινά, καλοκαιρινά και ξανά από την αρχή.
Έτρωγα συνεχώς ό,τι έβρισκα μπροστά μου και το βράδυ σταθερά έπινα μια μπίρα με ξηρούς καρπούς για να μπορέσω να κοιμηθώ.
Τη δεύτερη εβδομάδα δεν έκανα τίποτα δουλειές, δεν πειθαρχούσα τη σκέψη μου μήτε το στόμα μου, μέχρι που είδα τον καθρέφτη…
Με μάλωσε και η ζυγαριά και μου έφυγε το γέλιο.
Πήρα συμβουλές διατροφικές και έκανα γυμναστική παρακολουθώντας κάτι βιντεάκια που μου έστελναν.
ΤΙΠΟΤΑ.
Ό,τι και να κάνω βάζω κιλά, η ψυχολογία θα φταίει.

(7)

Η ώρα περνά και έχω και δυο μεγάλα μωρά στο χωριό που θέλουν επίβλεψη.
(σκηνοθετική οδηγία, χτυπά το τηλέφωνο)

Ποιος είναι στο τηλέφωνο τώρα;

«Έλα, μάμα, μα τον Θεό, αλήθεια σου λέω,  ετοιμαζόμουν να σας πάρω και χτύπησε το τηλέφωνο. Τι νέα από το χωριό;
Να προσέχετε, μην αφήνεις τον παπά να βγαίνει έξω, είναι στις ευπαθείς ομάδες έχει την καρδία του, σε παρακαλώ, και μην ακούσω ξανά ότι πήγες στον μπακάλη. Θα σου φέρνω εγώ ό,τι θες. Ούτε με τη θεία δίπλα να βρίσκεστε για καφέ…
Μάμα, να χαρείς πρόσεχε τον.
Τι; Θα με θυμώσει αυτός τώρα, δώσε μού τον στο τηλέφωνο.
Παπά, άκου να σου πω, ούτε καππάρι ούτε για οτιδήποτε άλλο στα χωράφια. Να κάτσεις σπίτι με τη μάμα και να μην βγαίνεις καθόλου».

Παύση.
«Ναι, σεξ δικαιούστε όσο θέλετε, τρεις φορές τη μέρα, όπως τα φάρμακα:
πρωί/ μεσημέρι/ βράδυ!»

Γέλια, δυνατά γέλια.
«Δώσε μου και πάλι τη μάμα».

Παύση.

«Έλα, ρε μάμα, τώρα σοβαρομιλά ο παπάς; Στα εβδομήντα τρία του έχει τόσες ορέξεις;
Θα του φέρω προφυλακτικά αύριο που θα έρθω να σας δω,
τώρα να δεις πλακά που θα του κάνω.
Μια δωδεκάδα για να τον φτάσουν μέχρι την επόμενη φορά που θα έρθω να σας δω, αυτό θα του πω!»

Γέλια και πάλι.
«Άμα τα καταφέρει, όμως, έστω και μια φορά στο τόσο μην του το αρνηθείς, εντάξει, μάμα;

 

Για να σοβαρευτούμε και λίγο. Αύριο που θα έρθω θα σας φέρω και το τάμπλετ
να σας μάθω πώς να μιλάτε και να βλέπετε τα εγγόνια σας.
Επικοινώνησα με τον αδελφό μου και θα περιμένουν και αυτοί να σας δουν.
Θα τους βλέπεις οπότε θες χωρίς να χρειάζεται να είμαι εγώ εκεί».

 

Παύση.

 

«Ναι, ναι, ναι, αυτά τα είπαμε. Τον Θεό άφησ’ τον εκεί που είναι, εν θα σε μαλώσει αν δεν πας εκκλησία αυτό το Πάσχα. Άφησ’ τον δεσπότη να λαλεί τα δικά του τζαι εσύ άκου τα παιδκιά σου και τους γιατρούς…
Δεν έχει μα και ξεμά.
Θέλει ο Δεσπότης να κάνει Λειτουργία; Να την κάνει μόνος του και να πιει και όλη τη Θεία Κοινωνία. Εσείς να ακούτε τους γιατρούς, τα παιδιάς σας. Α, και τον Σπύρο Παπαδόπουλο στη διαφήμιση:
“Όσο ο ιός κυκλοφορεί, εγώ θα μείνω μέσα”.
Εντάξει;
Δεν έχει μα είπαμε… εντάξει να λες.

Έλα, σε αφήνω, θα σε δω αύριο».

 

(8)

Η ευτυχία βρίσκετε στη ρουτίνα της καθημερινότητάς μας.
Χάσαμε τη ρουτίνα μας, χάλασε η καθημερινότητά μας.

 

Θέλω την παλιά μου τη ζωή, θέλω πίσω τη ζωή μου, θέλω πίσω τη ρουτίνα μου, όσο ανιαρή και αν φαινόταν στους άλλους, όσο μονότονη. Είναι η ζωή μου και την αγαπώ.

Κοινωνική αποστασιοποίηση, αυτό με σκοτώνει πιο πολύ· να έχεις μια έξοδο την ημέρα για να βγεις και αυτή η έξοδος να είναι κατόπιν έγκρισης με sms. Να πηγαίνω στην υπεραγορά να φορώ μάσκα και γάντια, να έχει γίνει το αντισηπτικό αχώριστος φίλος, να μην αναγνωρίζω πρόσωπα πίσω από τις μάσκες, ή και αν τα αναγνωρίσω να γυρίζουν το πρόσωπο από την άλλη μεριά, να μην μιλάμε, να μην χαιρετιόμαστε, να μην αγγίζουμε ο ένας τον άλλο ούτε με χειραψία.

 

Δεσποινίς ετών τριάντα εννέα μόνη κλεισμένη σε μονάρι εξήντα τετραγωνικών μιας πολυκατοικίας των είκοσι διαμερισμάτων στο κέντρο της πρωτεύουσας να ατενίζω από το παράθυρο τους άδειους δρόμους.

Έξι χρόνια μετά τον χωρισμό μου με τον Γιάννη και δεν κατάφερα να δημιουργήσω άλλη μακροχρόνια σχέση. Μεγαλώνω, ιδιοτροπιάζω, περιστασιακές σχέσεις χωρίς προσδοκίες για το αύριο, το τρένο για να γίνω μάνα το χάνω… μα μια αγκαλιά την είχα πού και πού.

Σκέφτομαι την αγκαλιά του Γιάννη· πού τον θυμήθηκα και αυτόν τώρα. Πεθύμησα  μια αγκαλιά. ρε γαμώτο, τόσες μέρες τόσες εβδομάδες εδώ μέσα μόνη, μου έλειψε η ανθρώπινη επαφή, μια χειραψία, ένα χάδι, μια αγκαλιά, πόσο ανάγκη έχω αυτήν την αγκαλιά τώρα.
Μια αγκαλιά κι ας κολλήσω κορονοϊό.
Ναι, αυτό θέλω τώρα.

Έρευνες έχουν δείξει ότι η αγκαλιά απελευθερώνει ενδορφίνες στον εγκέφαλο οι οποίες έχουν θεραπευτικές ιδιότητες. Το ξέρετε, ε; Το ξέρετε;

Θα σωθούμε από τον κορονοϊό και θα πεθάνουμε από τις υπόλοιπες ψυχοσωματικές ασθένειες που θα προκαλέσει ο εγκλεισμός.
Κάτι σαν αυτό που λένε « Η εγχείρηση επέτυχε αλλά ο ασθενής πέθανε».

 

Για την οικονομία δεν το συζητώ.Όσο χάλια και να πάει δεν με αφορά, ένα πιάτο φαγητό στο τέλος της μέρας εγώ θα το έχω όσο χάλια και να είναι. Ούτε παιδί Ούτε σκυλί· ας κλαίνε για την οικονομία όσοι έχουν και δεν θα μπορέσουν να κάνουν κι άλλα, γιατί αυτοί τα έχουν περισσότερη ανάγκη από εμάς.
Ξέρετε τι μεγάλο πρόβλημα είναι να έχεις ένα εκατομμύριο και να μην μπορείς να τα κάνεις δυο. Ο κοσμάκης που καρτερά με ένα μεροκάματο να ταΐσει την οικογένειά του, αυτούς είναι που λυπάμαι.
Κάπου διάβασα ότι άνοιξαν και πάλι τα κοινωνικά παντοπωλεία…

(9)

Τι μέρα είναι σήμερα, είπαμε; Δεν είπαμε.
Είκοσι τρεις Απριλίου θα έχω τα τριακοστά ένατα γενέθλιά μου· όπου να ’ναι δηλαδή.
Αρνούμαι να προσθέσω αυτόν τον χρόνο στην πλάτη μου.
Θα ζητήσω από το κράτος να εγκρίνει ακόμη έναν κανονισμό με αυτούς όλους που εξαγγέλθηκαν ελέω κορονοϊού. Ο κανονισμός θα πρέπει με ληξιαρχική πράξη να αφαιρεί έναν χρόνο από την ηλικία όλων όσοι θα περάσουν τα γενέθλιά τους σε συνθήκες εγκλεισμού.
Πού ξανά ακούστηκε! Δεν τον θέλω αυτόν το χρόνο στη πλάτη μου, τέλος!

 

Για να μην τρελαθώ εδώ μέσα, από τη τρίτη εβδομάδα έβαλα πρόγραμμα· όχι πως το τηρώ κατά γράμμα αλλά δουλεύει σε έναν βαθμό.

Στο τραπεζάκι μπροστά στον καναπέ έχω δυο μικρά γυάλινα κουτάκια, αυτά που χρησιμεύουν για να σερβίρουμε σοκολατένιες μπουκιές ή καραμέλες.
Στο ένα κουτάκι πάνω σε μικρές κόλλες έχω γράψει διάφορες δουλειές:
«σιγύρισμα ερμαριών», «ξεσκόνισμα ντουλαπιών», «σιδέρωμα ρούχων» (και ας μην χρειάζονται), «πλύσιμο αυτοκίνητου», «μαγείρεμα» ‒ αυτό το έχω δυο τρεις φορές γραμμένο
(είναι και αυτό στις δουλείες, αλλιώς παραγγέλλω delivery, να βλέπω και δύο μάτια ξένα, μόνο μάτια και αυτά φοβισμένα). Τέλος πάντων, μέσα στο κουτάκι των δουλειών είναι γραμμένες ό,τι σπιτικές δουλείες μπορείτε να φανταστείτε και κάθε μέρα τραβώ ένα και το αφήνω έξω.Όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος, τα βάζω όλα πίσω στο κουτάκι και ξανά από την αρχή.
Από το κουτάκι των δουλειών τραβώ το χαρτάκι κατά τις δέκα και μισή το πρωί, μετά που θα προγευματίσω.

 

(10)

Μεσημέριασε κιόλας.

Δεν είχα όρεξη να μαγειρέψω ούτε να φέρω φαγητό από έξω. Θα φάω ό,τι έχω στο ψυγείο. Χθες μαγείρεψα φακές που μου αρέσουν πολύ. Τις έφαγα δύο φορές, μεσημέρι και βράδυ, αλλά δεν με χαλάει να τις φάω και σήμερα.
Γευματίζω πάντα με ανοιχτή την τηλεόραση για να βλέπω ενημερωτικά προγράμματα.
Ξεκίνησε η τηλεκπαίδευση των μαθητών.
Βγαίνει στον αέρα αγανακτισμένος καθηγητής.
«Δεν θα δουλέψει, κ. Μπαρμπούνι μου, αυτό το πρόγραμμα. Γίνεται να μην με βλέπουν τα παιδιά, να μην τα βλέπω και να είναι όλα τα μικρόφωνά τους στο αθόρυβο;
Παρέδιδα σήμερα σε τελειόφοιτους νέα ελληνικά η ώρα εννέα σας παρακαλώ! Όταν τελείωσα, απηύθυνα τον λόγο σε όλους έναν προς έναν και δεν πήρα απάντηση από κανένα. Άνοιξαν τον υπολογιστή, ενώθηκαν και ξανακοιμήθηκαν, κ. Μπαρμπούνι μου».

 

Θα κλείσω την τηλεόραση και θα ξαπλώσω λίγο. Δεν θέλω να κοιμηθώ, αποφεύγω να κοιμάμαι τα μεσημέρια για να μπορεί να με παίρνει εύκολα ο ύπνος το βράδυ.

(11)
Σηκώνομαι από το κρεβάτι, μερικά νωχελικά τεντώματα σαν αυτά της γάτας που ξαπλώνει για ώρα απέναντι από τον ήλιο, κάνω ένα φραπεδάκι και κάθομαι ξανά στον καναπέ. Ανάβω την τηλεόραση και την κλείνω αμέσως πριν προλάβω να κάνω ζάμπιγκ.

 

Είναι οι πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες και είναι η σειρά του δεύτερου κουτιού στο οποίο έχω ρίξει μέσα χαρτάκια με τις πιθανές δραστηριότητες: «Να διαβάσω ένα βιβλίο», «να δω μια ταινία», «να φτιάξω ένα γλύκισμα» ‒ ναι, ναι, το γλύκισμα σωστά είναι στη κατηγορίαμε τις δραστηριότητες, αγαπημένη δραστηριότητα που μου πρόσθεσε…
Μην με βλέπετε έτσι! Εγώ πριν από τη καραντίνα ήμουν μοντελάκι. Τέσσερα κιλά έβαλα, μάλλον θα χάλασε η ζυγαριά.
Έλα, έλα εντάξει, αμέσως να γελάσετε. Είπα να κάνω λίγο χιούμορ!
Άλλες δραστηριότητες είναι «γυμναστική» και «να παίξω playstation».
Το playstation το είχα βάλει στο μάτι εδώ και καιρό και όλο το ανέβαλλα.
Από την πρώτη εβδομάδα της καραντίνας το παρήγγειλα διαδικτυακά. Έκαναν μια εβδομάδα να μου το φέρουν από τη πολλή δουλειά που είχαν. Όλοι δουλεύουν με courier πια.
Τις πρώτες 3 μέρες που το παρέλαβα, τα χέρια μου ήταν προέκταση του μοχλού…
Γυμναστική και βλακείες!! Κολλάς, ξεχνάς να φας, χάνεις κιλά!!
Μανιακή παίκτρια του Tom braider· ταυτισμένη με τη Lara Croft, την ηρωίδα αρχαιολόγο που ανακαλύπτει αρχαίους ναούς και μυστικά περάσματα και έρχεται αντιμέτωπη με σπείρες κακοποιών.

 

 

(12)
(Σκηνοθετική οδηγία)
Ακούγονται διάφοροι ήχοι , ήχος από
sms από messenger ειδοποιήσεις από facebook και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.
Παίρνει το τηλέφωνο στο χέρι.
scrolldown‘.

 

Τι γίνεται με τους συμμαθητές;

Εξήντα επτά νέα μηνύματα στη συνομιλία.
«Τι θα μαγειρέψετε», η μια.
«Κάνω γλύκισμα», η άλλη.
«Τα παιδιά αφηνίασαν».
«Μα πού είναι τα αγόρια και σώπασαν;»
«Ακόμη να ξυπνήσουν».
«Εγώ εδώ είμαι».
«Όμηρε, είσαι μέσα;»
«Παιδιά, λίγα like και share στη φωτογραφία της κόρης, συμμετέχει σε έναν διαγωνισμό».

«Αναλαμβάνω δράση εγώ, φίλε μου»

«Aπέχουμε δέκα like από την πρωτιά».
«Σεξ κάνετε ή ξεχάσετε αυτό το παιχνίδι;»
«Γιώργο, πάλι τα ίδια; Σε βάρεσε η καραντίνα».
«Γιώργο, το πουλί (βιολί) σου εσύ».
«Πάμε δυνατά».

Έκανα να γράψω κι εγώ κάτι αλλά μετάνιωσα, δεν είχα κάτι να πω.
Ίσως επειδή είμαι η μόνη από τους συμμαθητές που δεν έχω κάνει οικογένεια και παιδιά, να μην μπορώ να ακολουθήσω μια τέτοια συζήτηση. Ίσως είμαι παράξενη.
Πάντα ήμουν ή μου το προκάλεσε η κατάσταση που βιώνουμε;

Αυτές τις μέρες πιάνω τον εαυτό μου να έρχεται αντιμέτωπος με τους δαίμονές του. Με κυνηγάει συνεχώς ένας καθρέφτης που δεν μπορώ να τον αποφύγω.
Στην αρχή ήταν πολύ εκνευριστικός, δεν τον ήθελα.
Σιγά-σιγά δεν θα έλεγα ότι γίναμε φίλοι αλλά μπορούμε και κουβεντιάζουμε αν μη τη άλλο.

 

 

(13)

Κοντεύει έξι το απόγευμα. Σε μερικά λεπτά θα ακούσουμε για τα νέα κρούσματα.
Βαθιά ανάσα, προβλέπω μονοψήφιο αριθμό. Σήμερα θα έχει εννέα κρούσματα. Το νιώθω και αν προβλέψω σωστά θα στείλω sms για άθληση και θα πάω μια βόλτα μες την έρημη την πόλη, θα πάρω τη φωτογραφική μου και θα βγάλω φωτογραφίες.
Αν χάσω, θα μείνω μέσα και δεν θα κάνω χρήση του μοναδικού sms που έχω στη διάθεσή μου.
Έφτασε η ώρα, ησυχία.
Απευθείας σύνδεση με το ΥπουργείοΥγείας για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
Ο λόγος στον καθηγητή κ. Λεόντιο Κωστρίκκη:
«Σήμερα έχουν εντοπιστεί 16 νέα κρούσματα από σύνολο δυο χιλιάδες εκατόν ενενήντα πέντε διαγνωστικών τεστ, τα οποία κατανέμονται ως εξής: τα δέκα από ιχνηλάτηση ήδη επιβεβαιωμένων  κρουσμάτων, τέσσερα κρούσματα είναι εισαγόμενα από άτομα που επέστρεψαν στην Κύπρο από το εξωτερικό και βρίσκονταν υπό περιορισμό και δυο κρούσματα που εντοπίστηκαν από το πρόγραμμα τυχαίας δειγματοληψίας στον πληθυσμό. Τα σημερινά αποτελέσματα συνάδουν με τις εκτιμήσεις της επιστημονικής ομάδας ότι ο ιός έχει εξαπλωθεί και στην κοινότητα όχι, όμως, σε βαθμό που να μην μπορεί να ελεγχθεί. Η επιστημονική ομάδα πιστεύει ότι είμαστε σε καλό δρόμο και σας ευχαριστούμε για τη συνεργασία σας.
Θέλουμε, σε αυτό το σημείο, να σας παρακαλέσουμε να συνεχίσετε να συμμορφώνεστε  στις υποδείξεις των ειδικών και είμαστε σίγουροι ότι θα βγούμε νικητές από αυτήν τη μάχη.
Παραμένουμε σπίτι, μένουμε ασφαλείς».

 

(13)
Πάει έχασα και σήμερα το στοίχημα· δεν είναι μονοψήφιος ο αριθμός των κρουσμάτων.

Κάθε μέρα παρακολουθώ αριθμούς. Αριθμούς για την οικονομία, αριθμούς για την ανεργία, αριθμούς για διαφόρους δείκτες, και οι δημοφιλέστεροι αριθμοί είναι των κρουσμάτων, εμμονή μού έγιναν αυτοί.
Δεκαέξι καινούργια κρούσματα σήμερα, δεκαεπτά χθες και ένας θάνατος άνδρα, 68 ετών, με υποκείμενα νοσήματα, αλλά τελική αιτία θανάτου τον κορονοϊό.
Στην Ελλάδα είκοσι ένα νέα κρούσματα και δυο θάνατοι. Στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολίτες Αμερικής που καθυστέρησαν να πάρουν μέτρα, οι αριθμοί αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Χιλιάδες αριθμοί, μικροί, πιο μεγάλοι, και ακόμη πιο μεγάλοι αριθμοί, που δεν είναι αριθμοί, τους βλέπουμε ως τέτοιους αλλά δεν είναι. Είναι άνθρωποι… είναι ψυχές… είναι… είναι… παππούδες, γιαγιάδες, είναι γονείς, είναι νέοι άνθρωποι.
Είναι πεταμένα όνειρα στο πεζοδρόμιο.
Πεταμένα όνειρα στο πεζοδρόμιο.
Πεταμένα όνειρα στο πεζοδρόμιο.

 

Έπρεπε να ξεκινούσα να γράφω ημερολόγιο. Είναι τόσο σημαντικές αυτές οι στιγμές που ζούμε. Γιατί δεν το σκέφτηκα νωρίτερα; Πότε δεν είναι αργά. Θα ξεκινήσω να γράφω ημερολόγιο, σήμερα κιόλας, και ας κρατήσει μια εβδομάδα ή έναν μηνά. Όσο κρατήσει αυτό που ζούμε. Δεν μας έχουν πει ακόμη πόσο θα κρατήσουν τα μέτρα…
Μια λέξη άκουσα να λένε, μια λέξη που την ονόμασαν «Κανονικότητα», αλλά δεν έχει καμία έννοια· είναι απλά ένας ήχος προς το παρόν: ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
Βγάζει ωραίο ήχο αυτή η λέξη, για ακούστε: ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
Θα ξεκινήσω να γράφω το ημερολόγιο της καραντίνας.
Μα για στάσου, αφού πάνω κάτω όλες οι ημέρες είναι ίδιες, τι θα γράψω;
Κάθε μέρα τα ιδία πράγματα; Θα γράφω την εξέλιξη τις πανδημίας, στον κόσμο και στην Κύπρο, θα γράφω… τι άλλο;
Mπορώ να γράφω τις σκέψεις μου…
Οι σκέψεις ποτέ δεν είναι ίδιες. Κάθε μέρα το μυαλό κάνει καινούργια ταξίδια, καινούργια όνειρα, δραπετεύει σε μέρη μακρινά, το μυαλό δεν μπαίνει σε καραντίνα. Τα όνειρα δεν φυλακίζονται. Σήμερα με τα μάτια της ψυχής έκανα μια τέτοια απόδραση.
Ήμουν σε μια εξωτική παραλία βόλτα με τον σκύλο που δεν έχω αλλά θα αποκτήσω· αγαπώ τα ζώα, μεγάλωσα με σκύλο και κακώς δεν πήρα να μεγαλώσω ένα εδώ. Θα μου έκανε και παρέα αυτές τις μέρες και θα έβγαινα μαζί του και βόλτες έξω.
Ήμουν, που λέτε, σε μια εξωτική παραλία βόλτα με τον σκύλο και κρατούσα από το χέρι τον σύντροφό μου και λίγο πιο μπροστά έτρεχε και κλοτσούσε το νερό ένα μικρό κοριτσάκι που την έλεγαν Ελπίδα.
Το δικό μου μωράκι. Το δικό μου μωράκι που δεν έχω με τον σύντροφο που δεν έχω και τον σκύλο που δεν έχω. Μα το ζούσα, το ζούσα και το απολάμβανα μέσα από το όνειρό μου, μέσα από τη σκέψη μου.
Κανείς δεν μπορεί να βάλει σε καραντίνα τις σκέψεις και τα όνειρά μου.
Αχ!!!  Εγώ πότε θα γίνω μάνα;

Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή, στην έκτη τάξη του δημοτικού και στις δυο πρώτες τάξεις του γυμνάσιου έγραφα ανελλιπώς ημερολόγιο. Έγραφα κρυφά τα βράδια και το έκρυβα μέσα στο μπαούλο με τα παλιά παιχνίδια που εκεί ήμουν σίγουρη ότι κανείς δεν θα το βρει.
Εκεί μέσα είναι καταγραμμένη όλη η παιδική αθωότητά μου, το πρώτο αγόρι που ερωτεύτηκα, τον δάσκαλο που αγαπούσα πολύ και μάλωνα με τις συμμαθήτριές μου ποια θα τον παντρευτεί. Ήθελα να του πω μα ντράπηκα να παραμείνει ελεύθερος και νέος μέχρι να μεγαλώσω για να κάνουμε μαζί οικογένεια.
Σταμάτησα βίαια να γράφω ημερολόγιο όταν ο αδελφός μου μια μέρα καθώς τρώγαμε βραδινό ξεκίνησε να μιλά. Ήταν σαν να άκουγα το Ημερολόγιο ζωντανά μπροστά μου.
Βρήκε το Ημερολόγιο και αποστήθισε ένα από τα παιδικά μυστικά μου.
Το πρώτο φιλί στο μάγουλο από τον συμμαθητή μου.
Ήταν ένα ξανθό αγόρι με φακίδες και γαλανά ματιά.
Αντρέα τον έλεγαν. Ντράπηκα τόσο πολύ που ο αδελφός μου βρήκε το Ημερολόγιό και αποκάλυψε το μυστικό μου με αυτόντον τρόπο.
Σηκώθηκα από το τραπέζι, πήγα στο δωμάτιό μου, έκλαιγα και κοιμήθηκα νηστική.
Μάταια η μάμα μας προσπάθησε να μου πει ότι δεν θύμωσε και δεν θα με μαλώσει.

 

Θα ξεκινήσω να γράφω το ημερολόγιο της καραντίνας.
Και στην πρώτη σελίδα του θα γράψω ένα ποίημα.

Θέλω να γράψω ένα ποίημα, ναι θέλω, ποτέ δεν έχω γράψει ένα ποίημα. Τόσες μέρες εδώ μέσα κλεισμένη με το μυαλό μου να ξεχειλίζει από αριθμούς.

Θέλω να γράψω ένα ποίημα για αριθμούς και πεταμένα όνειρα στο πεζοδρόμιο.

Μα δεν ξέρω πώς να το γράψω…
Από τη μέρα που κλειστήκαμε στα σπίτια μας, πολλοί άνθρωποι αναρτούν στο facebook ποιήματα. Θέλω κι εγώ να γράψω ένα αλλά δεν θα το αναρτήσω. Ντρέπομαι. Αν τα καταφέρω να γράψω ένα ποίημα, θα το πω μόνο σε σας μα μην με κοροϊδέψετε, να το δείτε με επιείκεια γιατί θα είναι το πρώτο μου.

Πώς γράφετε ένα ποίημα; Θαυμάζω αυτούς που ξέρουν να τα γράφουν.
Ό,τι  δεν καταφέρνω να κάνω το θαυμάζω, ίσως και να το ζηλεύω, με την καλή έννοια,
ναι έχει και η ζήλεια την καλή της έννοιά, σου δίνει ένα κίνητρο να δοκιμάσεις, να προσπαθήσεις.
Μα πώς γράφεται ένα ποίημα;

Τι καλά να υπήρχε ένα αλφαβητάρι όπως το «Λόλα, να ένα μήλο» ή το «γλώσσα μου» της πρώτης δημοτικού και να με έπαιρνε από το χέρι βήμα-βήμα να με μάθει να γράφω ένα ποίημα.

Κάπου διάβασα πως ένας ψυχίατρος συνταγογραφεί ποιήματα στους ασθενείς του.
Αν ήμουν εγώ ασθενής του τι θα μου έβαζε άραγε να διαβάσω;

Θα προσπαθήσω να γράψω ένα ποίημα…
Θα προσπαθήσω να γράψω ένα ποίημα…

Ένα μολύβι,
ένα μολύβι και μια κόλλα. Μου ήρθε μια ιδέα.

Θα το απαγγείλω μόνο για μας, μα σας παρακαλώ μην το κοροϊδέψετε.

 

«Πεταμένα τα όνειρά μου στο πεζοδρόμιο

Έξω από το σπίτι

Τα βλέπω από το μπαλκόνι

Δίπλα από τη σκυβαλλαποθήκη, δίπλα, όχι μέσα

Ο σκυβαλλοσυλλέκτης τα αγνοεί

Δεν είναι δουλεία του, αυτός μαζεύει μόνο τους κάλαθους

Για ανακύκλωση ούτε λόγος, τα δικά μου όνειρα δεν είναι ανακυκλώσιμα

Πεταμένα τα όνειρά μου στο πεζοδρόμιο, που το βράδυ βρίσκουν τον τρόπο να σπάζουν

την καραντίνα, τρυπώνουν δεν ξέρω από πού στο σπίτι

Μπαίνουν κρυφά στην κρεβατοκάμαρα και κάνουμε έρωτα

και τότε οι αριθμοί δεν είναι άρρωστοι, δεν είναι θάνατοι

είναι χαμόγελα, είναι αστέρια είναι η καινούρια μέρα που ξημερώνει».

 

Τώρα εγώ έγραψα ποίημα;

 

Αυτός ο εγκλεισμός ή θα μας αναδείξει ταλέντα που δεν γνωρίζαμε ότι κατείχαμε ή θα μας τρελάνει.
Ή και τα δυο μαζί.

 

(14)

Το στομάχι είναι το καλύτερο ρολόι, μου υπενθυμίζει βασικά πράγματα.
Το πρωί το μεσημέρι το βραδύ…
Νύχτωσε , πείνασα πάλι.

Θα φτιάξω μια σαλάτα για δείπνο και θα δω ταινία (έτσι λέει το πρόγραμμα).

Σαλάτα βραστή με μπιζέλι, καρότο καλαμπόκι και λαχανάκια Βρυξελλών· λατρεύω αυτόν τον συνδυασμό με λαδολέμονο και αλάτι. Συνήθως άνοιγα και μια κονσέρβα τόνου αλλά δεν θα το κάνω απόψε. Το κρέας σταμάτησα να το τρώω πέρυσι τη μέρα των γενεθλίων μου. Πάει σχεδόν ένας χρόνος. Αρχικά από πείσμα να δω αν θα τα κατάφερνα. Ήταν μεγάλο μαρτύριο για μένα όταν περνούσα από σουβλατζίδικο και μύριζα την καμένη σάρκα. Αργότερα, όταν το φιλοσόφησα λίγο, κατάλαβα ότι ο πραγματικός λόγος που δεν ήθελα να φάω κρέας, ήταν ιδεολογικός. Λυπάμαι τα ζώα και αφού δεν μπορώ να τα σκοτώσω, δεν είναι σωστό ούτε να τα τρώω. Μια χαρά είμαι έτσι, ηρέμησε και το στομάχι μου και ο ύπνος μου.

 

Η ταινία που θα δω απόψε είναι ντοκιμαντέρ. Καταπιάνεται με τα μεγαλύτερα αιωνόβια δέντρα της γης. Δέντρα ηλικίας 100 έως 300 ετών που εξαφανίζονται με γοργούς ρυθμούς από τα δάση του πλανήτη.
Δέντρα ηλικίας 100 έως 300 ετών. Φανταστήκατε να μπορούσαν να έβλεπαν αυτά τα δέντρα,
να είχαν ένα μάτι στον κορμό τους και να κατέγραφαν στις ρίζες τους όλα όσα είδαν;
Λένε ότι στον πλανήτη έχουμε μια μεγάλη πανδημία κάθε εκατό χρόνια περίπου. Αυτά τα δέντρα έζησαν τρεις πανδημίες. Για σκεφτείτε, σε αυτά τα δέντρα πόσες γενιές πουλιών πέρασαν έκαναν τις φωλιές τους και έφυγαν;

 

(15)

Έχει ξαστεριά απόψε. Κοίτα πόσο λαμπερός είναι ο ουρανός, τι όμορφα που είναι τα άστρα.

Όσο οι άνθρωποι είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους, η γη παίρνει ανάσες, το νέφος που ταλαιπωρεί τον πλανήτη υποχωρεί.

Έμεινα έκπληκτη με την είδηση που διάβασα ότι μετά από 30 χρόνια φανήκαν ξανά από την Ινδία οι χιονισμένες κορυφές των Ιμαλάιων!
Δεν είναι σπουδαίο αυτό; Για σκεφτείτε το. Ένα σύννεφο από νέφος να σου σκεπάζει μια οροσειρά και ξαφνικά να αποκαλύπτεται μπροστά σου. Τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά.

Η σχέση μας με τη μάνα γη δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη, δεν μπορούμε να παίρνουμε μόνο. Όσο δεν γίνεται αυτό αντιληπτό, θα το απαιτεί, θα το διεκδικεί και στο τέλος θα μας το επιβάλει.

Πήγε κιόλας έντεκα το βράδυ.
Έχει ξαστεριά απόψε. Κοίτα πόσο λαμπερός είναι ο ουρανός, τι όμορφα που είναι τα άστρα.

Θα βάλω ένα ποτηράκι κρασί να το πιω παρέα με τα άστρα και μετά θα πάω να κοιμηθώ.
Μακάρι να μπορούσα να σας περιγράψω πως ο αέρα χαϊδεύει το πρόσωπό μου σε αυτό εδώ το μικρό μπαλκόνι.

Αν αυτό που περνούμε δεν μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, καλύτερα να μας σκοτώσει όλους. Αλήθεια σας λέω, το εννοώ, αυτό που ζούμε είναι μήνυμα, δεν ξέρω από ποιαν ανώτερη δύναμη, αλλά έτσι το εκλαμβάνω εγώ.

Ξαφνικά γεμίζω αισιοδοξία, χαμογελώ. Όχι, όχι δεν τρελάθηκα, δεν ήπια καν ούτε μια γουλιά από το κρασί μου ακόμη.
Στην υγειά σου ουρανέ, στην υγειά σας άστρα, στην υγειά σου κόσμε.
Σε λίγο παίρνει σκυτάλη μια καινούρια ημέρα.
Όποιο και να ’ναι το αύριο, κοίτα το κατάματα και χαμογέλασέ του.
Καληνύχτα κόσμε…
Καληνύχτα.
Καληνύχτα

Κ.Π (5/20)

 

Έννα φύω α, έννα φύω

Απογευματάκι,  λίγο πριν τη δύση του ηλίου, ημέρα Παρασκευή.
Το διαμέρισμα του Νίκου σε ύψωμα, στον δεύτερο όροφο μικρής πολυκατοικίας, και το μπαλκόνι του προσανατολισμένο να βλέπει νοτιοδυτικά.
Το μπαλκόνι έχει καθαρό οπτικό πεδίο σε ένα από τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα της πρωτεύουσας και αυτό το εκμεταλλευόταν δεόντως ο σπιτονοικοκύρης και οι εκάστοτε καλεσμένοι του.
Μια ποικιλία από κρύους μεζέδες και δυο ουζάκια ετοιμάστηκαν στα γρήγορα από τον Νίκο  όσο περίμενε τον καλό του φίλο για να τα πούνε λίγο.

Ήρθε ο φίλος και βγήκαν αμέσως στο μπαλκόνι.
Δεν πρόλαβαν να καθίσουν καλά-καλά και η κα Μάρω, η ευτραφής κυρία του επάνω ορόφου βγήκε και τίναξε μια φλοκάτη χωρίς να κοιτάξει κάτω.

«Ε, κα Μαρω» θα μας λερώσεις το φαγητό»,  της φώναξε ο Νίκος.
«Καθαρή είναι, κ. Νίκο μου, έκανα χούβερ το πρωί, τα νύχια μου έκοψα τώρα και τινάζω το χαλί».
«Τα νύχια, κα Μάρω, και μου λες ότι είναι καθαρά»
«Τι υπονοείς, κ Νίκο, ότι δεν είμαι εγώ καθαρή;»  είπε η κα Μάρω και αφού δεν πήρε απάντηση μπήκε στο σπίτι της.
Οι δυο φίλοι ξεκίνησαν να πιούνε το ουζάκι τους χωρίς το μεζέ.
Στο απέναντι άδειο οικόπεδο πάρκαρε ένα μακρύ μαύρο ταξί , ο ηλικιωμένος οδηγός που κατέβηκε με  δυσκολία κουβαλούσε το σώμα του. «Ο σύζυγος της κας Μάρως», είπε ο Νίκος.
Από τον πάνω όροφο ακουγόταν η τηλεόραση, σε λίγο ο ήχος μπερδεύτηκε με ομιλίες και μουσική,
«Η κα Μάρω τηλεόραση και ο σύζυγος ραδιόφωνο;» ρώτησε ο φίλος του Νίκου.
«Όχι, και οι δυο τηλεόραση, έχουν στο σαλόνι δυο, απέναντι από τον καναπέ, κάθονται δίπλα – δίπλα και βλέπουν ταυτόχρονα ο κάθε ένας τα έργα του».

«Χαμήλωσε την τηλεόρασή σου», ακούστηκε να λέει η κα Μάρω.
«Έννα φύω α, έννα φύω» ακουγόταν κάθε λίγο ο σύζυγος.
«Έννα φύω α, έννα φύω» και ξαφνικά να σταματά  ο ήχος από τη μια τηλεόραση και μπαμ!
Η τηλεόραση χίλια δυο κομμάτια χάμω στο απέναντι άδειο οικόπεδο δίπλα στο παρκαρισμένο ταξί.
Τίποτε άλλο δεν ακούστηκε εκείνο το απόγευμα.
Η φράση «Έννα φύω α, έννα φύω» ξανακούστηκε μέρες μετά όταν πήραν ξανά δεύτερη τηλεόραση.
Δεν έφυγε όμως, τουλάχιστο όχι με αυτό το τρόπο.
Ένα πρωί νωρίς κατά τις πέντε, ξύπνησε η κα Μάρω από ένα θόρυβο σαν ροχαλητό.
Σκούντηξε το σύζυγο της  αλλά δεν σταμάτησε. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα, έφτιαξε καφέ, άναψε την τηλεόραση της, μετά πάλι  σηκώθηκε, σκούπισε και σφουγγάρισε την κουζίνα και ξανά στην τηλεόραση μέχρι λίγο πριν το μεσημέρι που θυμήθηκε το «έννα φύω α, έννα φύω» και πήγε στο υπνοδωμάτιο για να βρει το σύζυγό της νεκρό.

K.Π (27/6/2020)

Σσσσ

Σσσσ

Tη σιωπή θέλω να εκφράζει
το τελευταίο ποίημά μου
νάναι μια σιωπή βαθιά
τόσο βαθιά
που να ακούς το βουητό της
τίποτα
δεν κατάφερε να αλλάξει η ποίηση μου
τίποτα έκτος
του να με κρατήσει όρθιο
εμπρός τις ριπές του πολυβόλου
μιας ζωής
μιας ζωής που πυροβολεί τους ζωντανούς
Tη σιωπή θέλω να εκφράζει
το τελευταίο ποίημά μου
ως απόηχο της συνειδητοποίησης μα
και της άρνησης να πεθάνω μαλάκας

 

Κώστας Πατίνιος

Απαγωγή

Ξεκίνησε να γραφει και χαθηκε
Μονοπατια δυσβατα
μαγευτικα
αληθινα
Η ελευθερια περναει απο τις συμπληγάδες λεξεις
την ωρα που γραφεται ενα ποιημα
Οχι ακουραστα
Το ποιημα ζητα λύτρα
Αν η ψυχη σου εχει λεξεις να του δωσει
θα σε ελευθερωσει
Μα ειναι απο αυτες τις σχεσεις που θυμα και θυτης
προλαβαινουν να αναπτυξουν μια ιδιαίτερη σχεση
που κανεις δεν χορταίνει
Ουτε ο ποιητης ουτε το ποιημα
Ο ποιητης παντα θα επιστρεφει
Το ποιημα παντα θα απαιτεί λύτρα.
Ο αναγνώστης θα αμφιταλαντεύεται .

Κ.Π (24/5/20)

« Older entries

Αρέσει σε %d bloggers: